Μια ανατομία της σημερινής κρίσης

Μια ανατομία της σημερινής κρίσης

Προδημοσίευση

Στο περιοδικό  «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ» Ιανουαρίου 2015

Του βιβλίου του Σωτήρη Χατζηγάκη

«Η Ελλάδα Ανάποδα»

  1. Το «γύρισμα» της Ιστορίας
  2. Οι περίοδοι των «παχιών» και «ισχνών» αγελάδων
  3. Από τους λήσταρχους βαρόνους στις ανεξέλεγκτες χρηματαγορές και στα golden boys
  4. Η αρχή της κρίσης: Η νεοφιλελεύθερη εισβολή

 

  1. Το «γύρισμα» της Ιστορίας

Οι μεγάλες ιστορικές ανατροπές επέρχονται, όχι μόνον από τις αλλαγές στη λειτουργία της οικονομίας, αλλά και από άλλους παράγοντες (π.χ. νέες τεχνολογίες, εξέλιξη επιστημών, παγκοσμιοποίηση κλπ.). Το ερώτημα, λοιπόν, είναι, ποιο είναι το πρωταρχικό αίτιο των αλλαγών; είναι η διαλεκτική πορεία των ιστορικών φαινομένων, που ανατρέπει τις οικονομίες, ή το αντίστροφο;

Η απάντηση, έχει καίρια σημασία για την ερμηνεία και την αντιμετώπιση της σημερινής κρίσης. Γιατί, αν η οικονομία αποτελεί το κινούν αίτιο των ιστορικών αλλαγών, τότε η αντίδρασή μας θα πρέπει να είναι καθαρά οικονομικής φύσεως: θα πρέπει δηλαδή, να αντιμετωπισθεί με οικονομικά εργαλεία και να ληφθούν συγκεκριμένα οικονομικής φύσεως μέτρα (π.χ. κατά του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, των ανεξέλεγκτων «οίκων αξιολόγησης» κλπ.). Τα εθνικά κράτη, ωστόσο, που θα μπορούσαν να επιβάλουν νέους οικονομικούς κανόνες και πειθαρχίες, είναι σήμερα αποδυναμωμένα. Ακόμα και η κραταιά Ε.Ε., δυσκολεύεται να τιθασεύσει το παγκόσμιο κεφάλαιο και τις τράπεζες. Η σημερινή κρίση θα μπορούσε βέβαια ν’ αντιμετωπισθεί, με την επιβολή ενός νέου οικονομικού πλαισίου, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να επιφέρει τον περιορισμό της απληστίας των χρηματοπιστωτικών αγορών (όπως π.χ. με το νόμο του Τόμπιν, τον διαχωρισμό επενδυτικών τραπεζών από τις εμπορικές κλπ.). Τέτοια οικονομικά μέτρα, αξιώνουν μια συντονισμένη δράση των ισχυρών κρατών (όπως π.χ. οι ΗΠΑ), καθώς και των μεγάλων συλλογικών κρατικών οντοτήτων (π.χ. Ε.Ε.). Επομένως, οι απαιτούμενες αλλαγές υπερβαίνουν τις οικονομίες των επιμέρους κρατών και η αντιμετώπιση της κρίσης θα πρέπει ν’ αναζητηθεί μέσα από βαθύτερες αλλαγές (π.χ. διαμόρφωση νέων θεσμών, διαρθρωτικές αλλαγές στις μέχρι σήμερα ισχύουσες κοινωνικές δομές κλπ.).

Πολλοί συγγραφείς υποστηρίζουν, πως οι αλλαγές που επέρχονται αυτή τη περίοδο σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αποτελούν μια παρατεταμένη διαδικασία μεταμόρφωσης του παλαιού κοινωνικού και ιστορικού μοντέλου, το οποίο αναπόδραστα επηρεάζει δραματικά όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και κατά συνέπεια και τον οικονομικό. Στη περίπτωση αυτή, βέβαια, θα πρέπει να είναι διαφορετικός ο τρόπος αντιμετώπισης της σημερινής κρίσης. Γιατί, μια καθαρά οικονομική κρίση, αντιμετωπίζεται με οικονομολογικές και πολιτικές συνταγές. Για μια όμως μεγάλη κρίση, που έχει ως αποτέλεσμα ιστορικές ανατροπές, οι παραπάνω παράγοντες δεν είναι αρκετοί. Χρειάζεται επιπλέον, μια ριζικότερη αντιμετώπιση του ίδιου του φαινομένου και με επιπρόσθετα μέσα και εργαλεία, (φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά, ψυχολογικά, αξιακά, ιστορικά κλπ.).

Είναι γεγονός, πως η ίδια η Ιστορία σε πολλές της φάσεις, υφίσταται σημαντικές ανατροπές. Ο κόσμος, φερειπείν άλλαξε δραματικά τον 18ο αιώνα. Έκτοτε, μία νέα εποχή αναδύεται. Αποτέλεσμα αυτής της μεταβολής είναι η γέννηση της «νεωτερικής εποχής» (κάτω από την επάνδρωση της Βιομηχανικής επανάστασης και του Διαφωτισμού). Στις αλλαγές αυτές, πρωτεύοντα ρόλο διαδραμάτισαν οι συγκλονιστικές ανακαλύψεις και οι επαναστατικές εφευρέσεις (π.χ. η πυρίτιδα, το χαρτί και η ναυσιπλοΐα και θ’ ακολουθήσουν λίγο αργότερα και οι χερσαίες μεταφορές, που μέχρι τον 19ο αιώνα ήταν παράλυτες, και ο σιδηρόδρομος. Αλλά και η μετάβαση από την κοινωνία του άνθρακα, σ’ εκείνη του ηλεκτρισμού, επέφερε σημαντικές ανατροπές στην παγκόσμια οικονομία).[1] Σήμερα, η Ιστορία επαναλαμβάνεται με την εμφάνιση της ηλεκτρονικής, των πολύπλοκων πληροφοριακών συστημάτων, των εξελιγμένων μέσων επικοινωνίας και του ίντερνετ. Η κάθε μία περίοδος συνεπώς, επέφερε βαθειές και απρόβλεπτες ανατροπές, σ’ όλους τους τομείς της ανθρώπινης δράσης.

Ο γνωστός κοινωνιολόγος, φιλόσοφος και συγγραφέας Alain Touraine, υποστηρίζει πως «η νέα κοινωνία βιώνει έναν ολοένα και βαθύτερο διαχωρισμό ανάμεσα σε μια οικονομία, που οργανώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο και σε θεσμούς ή μορφές κοινωνικής οργάνωσης, που έχουν αποδυναμωθεί λόγω της ανικανότητάς τους να ελέγξουν την παγκοσμιότητα του οικονομικού συστήματος».[2] Έτσι, λοιπόν, στην εποχή μας, έχει δημιουργηθεί ένα απρόσμενο χάσμα μεταξύ της οικονομίας και των συνεχώς μεταβαλλόμενων κοινωνιών, μέσα στις οποίες δρουν και αλληλοεπηρεάζονται πολλοί παράγοντες.

Ποιος όμως, θα μπορέσει να ελέγξει τους πολυάριθμους αυτούς παράγοντες των παγκοσμιοποιημένων κοινωνιών; Η ανάλυση του οικονομικού συστήματος δεν είναι επαρκής. Γιατί, ένα καθαρά οικονομικό αποτέλεσμα δεν μπορεί πάντοτε να είναι προβλέψιμο από την οικονομική επιστήμη. Το πέρασμα, δηλαδή, της οικονομίας, από τις καλές της εποχές (ανάπτυξη, μεγέθυνση) στην ύφεση και τη συρρίκνωση δεν θα μπορούσε ν’ αποτελέσει παρεπόμενο προϊόν, κάποιας συγκεκριμένης προηγμένης έρευνας της οικονομικής επιστήμης και να είχε εκ των προτέρων προβλεφθεί, ώστε ν’ αποφευχθεί στη συνέχεια κάποια δραματική συνέπεια. Σύμφωνα με τον Τζον Κένεθ Γκαλμπράϊθ «η μελλοντική πορεία της οικονομίας, το πέρασμα δηλαδή από τις καλές εποχές στην ύφεση και στη συρρίκνωση δεν μπορεί να προβλεφθεί. Υπάρχουν πάρα πολλές προβλέψεις, αλλά η υπάρχουσα γνώση δεν είναι βέβαιη». Γιατί, η πορεία της οικονομίας «είναι ένας πολύπλευρος συνδυασμός από αβέβαιες κυβερνητικές ενέργειες, άγνωστες εταιρικές και ανθρώπινες συμπεριφορές… από τις απρόβλεπτες τεχνολογικές καινοτομίες και από την αντίδραση καταναλωτών και επενδυτών».[3]Ο συνδυασμός συνεπώς ποικίλων και άγνωστων παραμέτρων επηρεάζει το οικονομικό αποτέλεσμα, ώστε να καθίσταται μη προβλέψιμο. Σήμερα βέβαια το «παιχνίδι» της πρόγνωσης του άγνωστου και της πρόβλεψης του οικονομικού αποτελέσματος, έχει γίνει μια προσφιλής και καλά αμειβόμενη απασχόληση. Ωστόσο, ούτε η πρόοδος της οικονομικής επιστήμης, ούτε και η νέα βαθύτερη γνώση των οικονομικών πραγμάτων (ακόμα και με τη βοήθεια των ανεπτυγμένων μαθηματικών), καθιστούν την πρόβλεψη του οικονομικού αποτελέσματος διαδικασία εφικτή και αξιόπιστη. Τα γεγονότα των τελευταίων ετών επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση μας, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την αδυναμία της (καθ’ όλα έγκυρης) FED να προβλέψει την επερχόμενη παγκόσμια κρίση το 2008. Οι συνταγές, επομένως, (περί επερχόμενων κρίσεων), υπάρχουν μόνον στις καθιερωμένες οικονομικές θεωρίες και όχι στην αληθινή ζωή και στη πραγματικότητα.

Εξάλλου, η ραγδαία είσοδος της επικοινωνίας στη ζωή των σύγχρονων κοινωνιών, η υποχώρηση του «έθνους-κράτους», οι νέες τεχνολογίες, η διαμόρφωση του κόσμου σε μια παγκόσμια βάση (παγκοσμιοποίηση), οι μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών (μετανάστευση), η ανάδυση νέων μεγάλων κρατικών οντοτήτων (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία), επηρέασαν άμεσα και απρόβλεπτα την οικονομία. Οι νέες, λοιπόν, ιστορικές συνθήκες, οδήγησαν το παγκόσμιο σύστημα στην υπέρβαση του κλασικού οικονομικού μοντέλου και στην αντικατάστασή του από ένα άλλο, όπου κυριαρχούν οι «αποδομήσεις» και οι πλήρεις «απελευθερώσεις» των οικονομιών, αντί των «ρυθμίσεων» της «παλιάς» εποχής… Ένα από τα αποτελέσματα των ανατροπών αυτών, είναι και το ότι οι παραδοσιακού τύπου Δημοκρατίες εμφανίζουν σήμερα φαινόμενα αλλοίωσης της λειτουργίας και της οργάνωσής τους, ενώ αποδυναμώνεται η εθνική εξουσία των θεσμικών τους οργάνων (π.χ. Βουλής, κυβέρνησης).

Οι απρόβλεπτες ιστορικές συνθήκες επιφέρουν, επίσης, σοβαρές ανατροπές και στις διάφορες «συλλογικότητες» (πχ στα συνδικάτα, στις ενώσεις, στους συνεταιρισμούς). Το γεγονός αυτό οδηγεί στην οικοδόμηση νέων μορφών κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης οι οποίες συγκροτούν μια καινούργια πραγματικότητα. Χρειάζεται, ωστόσο, μια οριζόντια ομογενοποίηση αυτών των «νέων» δικαιωμάτων, ώστε αυτά, ν’ αποκτήσουν ένα ευρύτερο συλλογικό –και σε παγκόσμια βάση- πλαίσιο. Γιατί οι «συλλογικότητες» αυτές, όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα, μπορούν να δράσουν αποτελεσματικά, μόνον αν έχουν μια παγκόσμια διακτίνωση και βέβαια, εφ’ όσον στηρίζονται σ’ ένα ευρύτερο πολιτικό ή κοινωνικό σχέδιο. Η όποια συνεπώς, «εθνική» λαϊκή κινητοποίηση, χρειάζεται να έχει έναν ευρύτερο παγκόσμιο ορίζοντα, για να καταστεί αποτελεσματική και για να μπορεί να θεμελιώσει προτάσεις αλλαγών. Διαφορετικά, η πολιτική και η οικονομική κατάσταση στον κόσμο, μπορεί ν’ αλλάξει αποκλειστικά με «άνωθεν δράση» (π.χ. τύπου Μπρέτον Γουντς ή με μια παγκόσμια διακυβέρνηση): δηλαδή, κατόπιν συμφωνιών μεταξύ των ισχυρών κρατών.[4] Ο άγονος άλλωστε τοπικισμός (που δεν πιστεύει σε δράσεις που έρχονται και από πάνω) ή ο επικίνδυνος «εθνικισμός» (που μπορεί να οδηγήσει σε βίαιες κοινωνικές εκρήξεις και σε ρήξεις), δεν αποτελούν τη λύση στο σημερινό πρόβλημα. Η συνεκτίμηση όλων των παραπάνω εκδοχών, μάς οδηγεί στο συμπέρασμα, πως είναι ανάγκη η ανάπτυξη μιας «πολυδιάστατης δράσης σ’ όλα τα πεδία πολιτικής παρέμβασης, ξεκινώντας από το στενά τοπικό και φθάνοντας στο παγκόσμιο, χωρίς να ξεχνάμε βέβαια την κλίμακα των εθνών και των ηπείρων».[5]

 

  1. Οι περίοδοι των «παχιών» και των «ισχνών» αγελάδων.

 Οι ανθρώπινες κοινότητες στην ιστορική τους διαδρομή κάνουν κύκλους. Ταλαντεύονται ανάμεσα σε εναλλασσόμενες φάσεις, αντικρουόμενες τις πιο πολλές φορές μεταξύ τους. Ο παράγων «κρίση» παίζει πάντοτε κυρίαρχο ρόλο και πυροδοτεί αλλαγές. Γιατί, αποτελεί τον διακόπτη ο οποίος προκαλεί τη μετάβαση από την μια ιστορική φάση στην επόμενη. Οι σοβαρές κρίσεις είναι πάντοτε νομοτελειακού χαρακτήρα και επωάζονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ώσπου, δηλαδή, να ωριμάσει η κατάλληλη στιγμή της «αλλαγής».

Τον τελευταίο αιώνα έχουμε αρκετές περιπτώσεις, που επιβεβαιώνουν την παραπάνω διαπίστωση. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεγάλη ύφεση του 1929-32, οπότε και κατέρρευσε το χουβεριανό μοντέλο της προσφοράς. Το New Deal του προέδρου Ρούσβελτ, επέβαλε ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για το τραπεζικό σύστημα και για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και για τη κοινωνική ασφάλιση. Η καινούργια διεθνής έκφραση, αποτυπώθηκε αργότερα (μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο), με τη συμφωνία του Μπρέτον Γουντς, η οποία και έβαλε τις βάσεις για την αφετηρία μιας νέας εποχής. Το νέο μοντέλο, που εισάχθηκε τότε, ήταν το «φιλελεύθερο-σοσιαλδημοκρατικό», το οποίο οικοδομούσε ένα περιβάλλον που περιόριζε τα κίνητρα για οποιουδήποτε είδους «οικονομικού εθνικισμού», ενώ φιλελευθεροποιούσε το διεθνές εμπόριο και έθετε τις βάσεις για την Κοινωνική Δημοκρατία. Στην δεκαετία του ’70, εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα μιας νέας κρίσης. Ο σπινθήρας, που την πυροδότησε ήταν τότε η απελευθέρωση του δολαρίου, η άνοδος της τιμής του πετρελαίου και ο στασιμοπληθωρισμός, που επακολούθησε. Η σημερινή, όμως, κρίση έχει βαθύτερα αίτια, τα οποία επωάσθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα.[6] Χαρακτηριστικά, αναφέρουμε εδώ τη δημιουργία καινούργιων μορφών παραγωγικής διαδικασίας, την εμφάνιση της νέας (εικονικής) οικονομίας, τις αυξημένες ανάγκες των λαών για κοινωνική πρόνοια, τη γιγάντωση των κρατών, τις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες για εξοπλισμούς και πολέμους, τις αλλαγές στο τρόπο διαβίωσης των ανθρώπων κλπ. Όλα αυτά τα γεγονότα, συνέβαλαν αποφασιστικά στη σταδιακή ανατροπή του προηγούμενου «σκηνικού» και στη διαμόρφωση της νέας «ιστορικής στιγμής», η οποία σηματοδοτεί το «τέλος εποχής» και την απαρχή του σημερινού κόσμου.

Ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 19ου αιώνα, ο Hegel, υποστήριζε πως η πορεία της Ιστορίας περνάει μέσα από τρεις μεγάλες διαλεκτικές φάσεις: «θέση-αντίθεση-σύνθεση». Η «σύνθεση» αποτελεί τη «νέα θέση» κ.ο.κ. Κατά τη διάρκεια των μεγάλων αυτών περιόδων, ζυμώνεται και τελικά διαμορφώνεται το νέο «ιστορικό γίγνεσθαι», πάντοτε μέσα από ανατροπές και αλλαγές. Στην αυγή του 21ου αιώνα, ολόκληρη η ανθρωπότητα, βιώνει μια τέτοια βαθειά αλλαγή. Μια νέα «ιστορική θέση» δημιουργείται, μετά την «αντίθεση» των δύο μονομάχων του 20ου αιώνα: του «καπιταλισμού» και του «σοσιαλισμού». Βρισκόμαστε συνεπώς στο επίκεντρο, μιας σοβαρής ανατροπής των μέχρι χθες πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών παραδοχών, που  διαπερνά όλους τους λαούς και απαιτεί επιτακτικά ν’ αρχίσουν τα πράγματα από την αρχή.

Οι αλλαγές που συντελούνται κατά τη διάρκεια των μεγάλων χρονικών φάσεων (κατά τον Hegel), συνεπάγονται για τους ανθρώπους και τις κοινωνίες, άλλοτε μεν ευημερία και μεγέθυνση, άλλοτε δε ισχνή οικονομική ανάπτυξη. Στη πρώτη περίπτωση, έχουμε μια συλλογική ευφορία. Το «κοινωνικό πλεόνασμα», προσφέρεται για συλλογικές δράσεις και για πολιτικές αλληλεγγύης. Αντίθετα, στη δεύτερη, το συλλογικό υποχωρεί. Οι άνθρωποι κλείνονται στους εαυτούς τους και εκτιμούν περισσότερο τα ατομικά τους συμφέροντα. Ο καθένας λειτουργεί για τον εαυτό του (ατομικισμός). Συνήθως, στις περιόδους αυτές, το στοιχείο της αλληλεγγύης δοκιμάζεται δραματικά. Το κοινωνικό σώμα κλονίζεται και οι κοινωνίες διχάζονται.

Στη Παλαιά Διαθήκη, οι δύο χρονικές εποχές, της ευημερίας και της μεγέθυνσης αφενός, και της κρίσης και της στέρησης αφ’ ετέρου, προσδιορίζονταν συμβολικά με τις επταετείς περιόδους των «παχιών και ισχνών αγελάδων». Σήμερα η ανθρωπότητα, αφού πέρασε μια μεγάλη περίοδο «παχιών αγελάδων», ζει την εποχή των «ισχνών αγελάδων». Πράγματι, εδώ και μερικά χρόνια, η περίοδος της μεγέθυνσης και της ευημερίας, άρχισε να κλείνει τον κύκλο της. Μαζί της υποχωρούν και οι προηγούμενες κοινωνικές και οικονομικές συλλογικότητες. Η επίδραση της «νέας οικονομίας» (που εφαρμόζεται στο κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες) συνέβαλε αποφασιστικά προς την κατεύθυνση αυτή μ’ αποτέλεσμα ακόμα και οι μεσαίες τάξεις να παρουσιάζονται σήμερα κουρασμένες να στηρίξουν τις φτωχότερες κοινωνικές ομάδες. Ακόμα και το άλλοτε ισχυρό οικογενειακό δίχτυ προστασίας αρχίζει να υποχωρεί.[7] Στην εποχή της μεγέθυνσης, οι άνθρωποι είναι συνήθως, πρόθυμοι να εμπιστευθούν τη στήριξη ενός μέρους της ζωής τους στο «Κράτος». Η ιδέα αυτή τώρα παραχωρεί τη θέση της σε ιδιώτες «θεματοφύλακες». Έτσι, όμως, αποδυναμώνονται οι θεσμοί αλληλεγγύης, που είχαν οικοδομηθεί από το κράτος πρόνοιας, ενώ τα δημόσια διανεμητικά συστήματα δέχονται έντονη πίεση και παρουσιάζονται ότι επιφέρουν χρηματο-οικονομικό βάρος.

Είναι αλήθεια, πως κατά τη προηγούμενη ιστορική περίοδο ο ρόλος του «κράτους» είχε ραγδαία επέκταση. Όχι πάντοτε ορθολογική και επωφελή για τους πολίτες. Οι δημόσιες δαπάνες αύξησαν τα δημοσιονομικά μεγέθη σε υψηλά επίπεδα και υπερχρέωσαν τα κράτη. Μετά μάλιστα τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα μέρος των πολεμικών δαπανών, μεταφέρεται στο «κοινωνικό» κράτος. Αυτό προοδευτικά, επεκτείνει τις δραστηριότητές του και πέραν από την εκπαίδευση, την υγεία και την ασφάλιση, μ’ αποτέλεσμα οι αυξήσεις των δημόσιων δαπανών να δημιουργούν εκρηκτικά δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη. Ο δυτικός κόσμος, βέβαια, τις τελευταίες δεκαετίες έζησε μέσα σε καθεστώς αφθονίας, επάρκειας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αλληλεγγύης και σεβασμού των ανθρώπων και των δικαιωμάτων τους. Ξεπέρασε, μάλιστα, έμπρακτα τις φοβίες των «Μαλθουσιανών» «δημιουργικών καταστροφών» και πρόσφερε ευημερία και οικονομική ανάταση στους λαούς. Τα τελευταία 70 χρόνια στη κυριολεξία απογειώθηκε. Ακολούθησε, ωστόσο, η εποχή των «ισχνών αγελάδων», η οποία κάνει την εμφάνισή της, κυρίως, από την πτώση του τείχους του Βερολίνου και τη παγκοσμιοποίηση. Ιδεολογικός της μανδύας είναι ο «νεοφιλελευθερισμός», ο οποίος από τη 10ετία του ’80 συστηματικά «ροκανίζει» τις αρχές του κράτους πρόνοιας και, τελικά, επιβάλει μιαν ανάστροφη σχέση μεταξύ «Δημόσιου-Ιδιωτικού».

 

  1. Από τους «Λήσταρχους Βαρόνους» στις ανεξέλεγκτες χρηματαγορές και στα golden boys.

Η σημερινή κρίση έχει αρκετές ομοιότητες με την μεγάλη ύφεση του 1929. Την περίοδο εκείνη ο Κέινς[8] προειδοποιούσε, πως «ο κόσμος άργησε να καταλάβει ότι φέτος ζούμε στη σκιά μιας από τις μεγαλύτερες οικονομικές καταστροφές της σύγχρονης ιστορίας. Τώρα όμως, που ο απλός άνθρωπος αντιλήφθηκε τι συμβαίνει, μη γνωρίζοντας το γιατί, είναι γεμάτος φόβο και αρχίζει να αμφιβάλει για το μέλλον. Άραγε, ξυπνάει τώρα από ένα ευχάριστο όνειρο, για ν’ αντιμετωπίσει τη ζοφερή πραγματικότητα; ή βυθίζεται σε ένα εφιάλτη που κάποια στιγμή θα τελειώσει;» Αλήθεια, πόσο επίκαιρα είναι τα λόγια του μεγαλύτερου οικονομολόγου του 20ου αιώνα;

Η μεγάλη οικονομική ύφεση του 1929, συνέπεσε με την ήδη τότε συντελεσθείσα αλλαγή της οικονομικής δραστηριότητας. Η γεωργία, ως βασική παραγωγική λειτουργία μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου, παρουσίασε ως κλάδος, σημαντική συρρίκνωση. Συγχρόνως, οι νέες τεχνολογίες, οδήγησαν σε αύξηση της παραγωγικότητας αυτού του κλάδου, έτσι ώστε λιγότεροι άνθρωποι παρήγαγαν περισσότερα αγροτικά προϊόντα και επέφεραν μια σημαντική επάρκεια τέτοιων αγαθών. Ένα μεγάλο μέρος, όμως, του εργατικού δυναμικού του αγροτικού τομέα, μετακινήθηκε προς τη μεταποίηση. Η μετάβαση αυτή, δημιούργησε προϋποθέσεις φτηνής εργασίας, ενώ αύξησε εκρηκτικά την παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων. Η ζήτηση όμως, δεν ήταν αντίστοιχη. Γιατί η συμπίεση των μισθών και ημερομισθίων δεν παρείχε τη δυνατότητα απορρόφησης της υπερπροσφοράς βιομηχανικών προϊόντων. Όσο και να πάσχισε το τότε χουβεριανό μοντέλο, να τονώσει την προσφορά με φτηνά προϊόντα, η ζήτηση συνέχισε να παραμένει το κύριο πρόβλημα, αφού η πλειονότητα του κόσμου ήταν άνεργοι ή χαμηλοαμοιβόμενοι εργαζόμενοι και συνταξιούχοι. Η οικονομία άρχισε ξανά να «παίρνει μπρος» με την τόνωση της ζήτησης, το New Deal(κεϊνσιανισμός) και στη συνέχεια με τις αυξημένες πολεμικές δαπάνες, λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι, εξασφαλίστηκαν δουλειές στα εργοστάσια και ξεκίνησε εκ νέου η αναθέρμανση της οικονομίας.

Στα χρόνια της δικής μας κρίσης, η αντίστοιχη τάση ήταν η μετακίνηση από τον τομέα της μεταποίησης στις υπηρεσίες. Σ’ αυτή την αλλαγή, συνέβαλαν ιδιαίτερα οι νέες τεχνολογίες, που αύξησαν σημαντικά την προσφορά. Όπως το 1929, έτσι και τώρα, οι νέες τεχνολογίες επέφεραν συμπίεση των ποσοστών της απασχόλησης, ενώ ένα σημαντικά μικρότερο ποσοστό εργαζομένων είναι πλέον σε θέση, να παράξει πολύ περισσότερα αγαθά. Η ανεργία, που επακολούθησε, είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της ζήτησης, δημιουργώντας έτσι προβλήματα στις επιχειρήσεις, οι οποίες παρήγαγαν περισσότερα απ’ όσα μπορούσε ν’ απορροφήσει η αγορά. Το πρόβλημα, σήμερα, γίνεται πολυπλοκότερο, αν συνεκτιμήσει κανείς και τον παράγοντα «παγκοσμιοποίηση», η οποία συντελεί αποφασιστικά στο να κατακλυσθούν οι δυτικές αγορές από πολύ φτηνότερα βιομηχανικά αγαθά από τις αναπτυσσόμενες χώρες, στις οποίες οι τιμές εργασίας βρίσκονται σε εξευτελιστικά χαμηλά επίπεδα.

Στο σημερινό αδιέξοδο συνέβαλαν κατά κύριο λόγο και οι χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες με τις ανεξέλεγκτες τιτλοποιήσεις και τα άυλα προϊόντα, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στη πραγματική οικονομία, ανέτρεψαν κάθε οικονομική ισορροπία, μ’ «αποτέλεσμα να χάσουν τις δουλειές και τα σπίτια τους εκατομμύρια άνθρωποι και να ευνοηθούν λίγοι κροίσοι».[9] Παράλληλα, τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, hedge funds), διαμόρφωσαν ένα εκρηκτικό κερδοσκοπικό πεδίο, το οποίο επέτεινε την ένταση του σημερινού οικονομικού προβλήματος. Οι μονεταριστικές, λοιπόν, πολιτικές λιτότητας που εφαρμόστηκαν το 1929, είχαν ως αποτέλεσμα μια πρωτοφανή ύφεση (λόγω περιορισμού της ζήτησης), η οποία επεκτάθηκε σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Το ίδιο ακριβώς, συνέβη και σήμερα.[10] Εύλογα συνεπώς υπογραμμίζει ο Κρούγκμαν, πως «η πολιτική της λιτότητας είναι ηλιθιότητα. Σήμερα πάσχουμε από ανεπαρκή ζήτηση»,[11] ενώ ο Στίγκλιτς συμπεραίνει, πως οι σημερινές κυβερνήσεις, που υποτάχθηκαν στις αγορές, δεν διδάχθηκαν τίποτα από τις προηγούμενες κρίσεις (ιδίως του 1929).[12]

Καταλυτικό ρόλο στη σημερινή κρίση έπαιξαν και οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες, (αντίστοιχο ρόλο στην κρίση του ’29 είχαν οι καλούμενοι «λήσταρχοι βαρόνοι», οι οποίοι πίεζαν υπέρ της εφαρμογής του «χουβεριανού μοντέλου» της προσφοράς), οι οποίες «πέτυχαν», (μέσω της πολιτικής) να καταργήσουν τους διάφορους κανονισμούς, που περιόριζαν τις εξουσίες τους. Έτσι, αυτές κατέστησαν, ανεξέλεγκτες και οι δανειολήπτες τους χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες.[13] Την ίδια στιγμή, προωθείται η ιδέα, πως για όλη την κατάσταση της οικονομικής κρίσης, ευθύνεται γενικά το μεγάλο κράτος και η πολιτική λειτουργία. Ο μεγαλύτερος, όμως, όγκος των επικίνδυνων δανείων, χορηγήθηκε από ιδιώτες δανειστές (τράπεζες), με τη μεσολάβηση εκείνων των πολιτικών προσώπων, που αποτελούν γραμμικές προεκτάσεις του συστήματος των τραπεζών και γενικότερα του μεγάλου ιδιωτικού κεφαλαίου.

Ευθύνη επίσης για τη σημερινή κατάσταση, έχουν και οι καλούμενοι οίκοι αξιολόγησης, καθώς και οι ρυθμιστικές αρχές, οι οποίες ελέγχονται από τα κατεστημένα συμφέροντα. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (US Security and Exchange Commission- SEC), φερ’ ειπείν, η οποία δημιουργήθηκε για να προστατέψει τους επενδυτές από τους άρπαγες, «έχει εξελιχθεί σε μηχανισμό ο οποίος προστατεύει ακριβώς αυτούς». [14] Ευθύνες, εξάλλου, έχει και η χωρίς όρια και κανόνες παγκοσμιοποίηση, που οδήγησε τα κράτη ανά την υφήλιο, σ’ έναν, μέχρις εσχάτων, απορρυθμιστικό αγώνα δρόμου (regularity take to the bottom). Η φιλοσοφία της περιορισμένης ρυθμιστικής παρέμβασης (light-touch regulation), εκπορεύτηκε από την αντίληψη ότι οι αγορές αυτορυθμίζονται, ενώ οι παρεμβάσεις δημιουργούν προβλήματα στην επιχειρηματικότητα.

Ευθύνες, όμως, έχουν κυρίως οι κυβερνήσεις των κατ’ ιδίων χωρών. Όχι βέβαια, για ό,τι τις κατηγορούν, αλλά γιατί «εγκατέλειψαν τον περιφρουρητικό τους ρόλο»[15]. Έτσι, τα κράτη υιοθέτησαν, εντελώς άκριτα, τις πολυδιαφημισμένες έννοιες της αγοραιοποίησης (marketalization), της τιτλοποίησης και της παγκοσμιοποίησης. Η παρούσα κρίση, τελικά, αποτελεί κατά μεγάλο μέρος, απόρροια της πνευματικής αποτυχίας των οικονομολόγων, των πολιτικών και των ελίτ, να προβλέψουν τη συγκυρία ή να αντιδράσουν σωστά στο διαφαινόμενο πρόβλημα.

 

  1. Η αρχή της κρίσης: Η νεοφιλελεύθερη εισβολή

Χρονικά, οι ανατροπές, που επέφεραν τη σημερινή χρηματοοικονομική κρίση, αρχίζουν με τη «νεοφιλελεύθερη επανάσταση» της δεκαετίας του 1980. Συνεχίστηκαν στη δεκαετία του ’90 με τις «σοσιαλιστικές» κυβερνήσεις του καλούμενου «εκσυγχρονισμού» ή του «τρίτου δρόμου» και απογειώθηκαν μετά το 2000, με την εκτίναξη στα ύψη της εξουσίας των χρηματοπιστωτικών αγορών. Τότε, άλλωστε, εκδηλώθηκε και το «κραχ» του 2008. Τη χρεοκοπία αυτή του παγκόσμιου συστήματος, την παραδέχτηκε δημόσια (Οκτώβριο του 2008) και ο βασικός αρχιτέκτονας αυτής της πολιτικής, ο πρώην πρόεδρος της FED Alan Greenspan. Αναγνώρισε, δηλαδή, και ο ίδιος, πως «η σημερινή κρίση διαψεύδει τον ίδιο τον πυρήνα των φιλελεύθερων θέσεων. Αποδυναμώνει δηλαδή την υποτιθέμενη ικανότητα του ιδιωτικού συμφέροντος να διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των χρηματοοικονομικών διαμεσολαβήσεων»[16].

Σ’ αυτό το τοπίο, γιγαντώθηκε το σημερινό κερδοσκοπικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, με τις αδιαφανείς τιτλοποιήσεις και τις ανεξέλεγκτες και χωρίς αντίκρισμα παροχές δανείων σε ανυποψίαστους ιδιώτες. Κατ’ αυτό τον τρόπο λοιπόν, δημιουργήθηκαν οι περίφημες «φούσκες», των χωρίς έλεγχο φτηνών δανείων, κυρίως για αγορά ακινήτων. Πρακτικά, οι μεγάλες τράπεζες, αύξησαν τις πιστώσεις και υποτίμησαν τους κινδύνους της υπερπροσφοράς χρήματος, με άμεσο αποτέλεσμα, οι επιχειρήσεις αυτές δανεισμού να τριπλασιάσουν μεν το «ενεργητικό» τους την περίοδο 2001-2007, να βρεθούν δε στον αέρα ένα χρόνο αργότερα. Έτσι αρχίζει να διογκώνεται το σημερινό παγκόσμιο οικονομικό «τσουνάμι». Από τον Ιούλιο του 2007, ο Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Ben Bernanke, «εκτιμούσε ότι τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, ανέρχονταν μεταξύ 50 και 100 δις δολαρίων»[17]. Στις αρχές του 2008, η ίδια εκτίμηση τοποθετούνταν στα 400 δις δολάρια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδιδε η Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης, «η παγκόσμια απώλεια πλούτου, ανέρχεται στις αρχές Μαρτίου 2009 σε 50 τρις δολάρια»[18]. Εξάλλου, «από το Σεπτέμβριο του 2007 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2008, εκτιμάται μια απώλεια πλούτου των αμερικανικών νοικοκυριών σε 11,1%. Η αξία της περιουσίας τους μειώθηκε κατά 7.100 δισεκατομμύρια»[19].

Η βαθιά αυτή κρίση, έπληξε κατ’ αρχήν την ισχυρή αμερικανική οικονομία. Διαχύθηκε, όμως, σχεδόν αυτόματα σ’ όλα τα κράτη του πλανήτη, λόγω της παγκοσμιοποίησης, αλλά και της σημερινής σχέσης των χρηματοπιστωτικών οργανισμών (κυρίως των τραπεζών) μεταξύ τους. Ήταν επόμενο λοιπόν, η οικονομική αυτή «πανούκλα», να μετακυληθεί και στην Ευρώπη και να πλήξει καίρια τις πιο ευάλωτες χώρες της, στις οποίες υπάγεται και η Ελλάδα, με τις διαχρονικές της αδυναμίες στην οικονομία, στην πολιτική, στο κράτος και στη κοινωνική της συγκρότηση. Είναι υποβολιμαίος, συνεπώς, αλλά και άδικος, ο συστηματικά εκτοξευόμενος αφορισμός, ότι για τη σημερινή παγκόσμια συστημική κρίση ευθύνεται η κυβέρνηση Καραμανλή (2004-2009). Γιατί οποιαδήποτε Κυβέρνηση και αν είχε η Ελλάδα την περίοδο εκείνη, η κρίση θα ήταν εξίσου σφοδρή (αν όχι περισσότερο) αφού οι αδυναμίες της οικονομία μας (και όχι μόνον) δεν προέκυψαν ξαφνικά το 2004, αλλά αναπτύχθηκαν διαχρονικά.

Στη χώρα μας, βέβαια, το πρόβλημα ήταν πολύ πιο σύνθετο και έχει σχέση και με την ένταξή μας στην Ευρωζώνη. Γιατί, το «Ευρώ», έκανε τους επενδυτές να νιώθουν τόσο ασφαλείς, ώστε να τοποθετούν τα χρήματά τους σε χώρες (όπως η Ελλάδα), που παλαιότερα δεν τις θεωρούσαν απολύτως ασφαλείς. Με το Ευρώ, το κόστος δανεισμού μειώθηκε δραματικά, μ’ αποτέλεσμα να υπάρξουν εκρήξεις σε διάφορες οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες με την «κρίση», μετατράπηκαν σε «φούσκες» και σε υπέρογκα χρέη.[20]Υπεύθυνες εδώ δεν είναι μόνον οι οφειλέτριες χώρες, αλλά και τα «κράτη-δανειστές», τα οποία γνώριζαν την κατάσταση των αδύναμων χωρών του Νότου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εισροές λοιπόν μεγάλων κεφαλαίων, στις λιγότερο πλούσιες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις οδήγησαν αναπόδραστα σε άνοδο των μισθών. «Τη δεκαετία μετά τη δημιουργία του ευρώ, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (δηλαδή τα ημερομίσθια προσαρμοσμένα στην παραγωγικότητα), αυξήθηκαν κατά 35% στη Νότια Ευρώπη, ενώ η αντίστοιχη αύξηση στη Γερμανία ήταν μόνον 9%. Η βιομηχανική παραγωγή του Ευρωπαϊκού Νότου, κατέστη μη ανταγωνιστική, πράγμα, που με τη σειρά το, σήμαινε, ότι οι χώρες που προσέλκυαν τεράστιες εισφορές χρημάτων, άρχισαν να εμφανίζουν τεράστια εμπορικά ελλείμματα».[21]

Είναι αλήθεια, πως η Ελλάδα, όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες του Νότου (π.χ. Πορτογαλία, Ιταλία), επέδειξαν δημοσιονομική ανευθυνότητα και δημιούργησαν, έτσι υψηλό επίπεδο χρέους.[22] Η Ιρλανδία, όμως, και η Ισπανία, διάθεταν δημοσιονομικό πλεόνασμα και χαμηλό χρέος. Πως, λοιπόν, προήλθε σ’ αυτές τις χώρες το πρόβλημα; Και επίσης: πως μέχρι και το 2008, όλες οι χώρες του Νότου της Ευρώπης (Ελλάδα, Ιταλία, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, οι λεγόμενες GIPSI, από τα αρχικά τους), «ως σύνολο, όχι μόνο δεν έδειχναν να επιδίδονται σε σπατάλες, αλλά φαίνονταν να βελτιώνουν τη δημοσιονομική τους θέση, με την πάροδο του χρόνου; Μόνον με το ξέσπασμα της κρίσης ξέφυγε το χρέος. Το ιδιωτικό, άλλωστε, όπως και το δημόσιο χρέος της Ελλάδος (τότε) είναι ελαφρώς χαμηλότερο από των Ηνωμένων Πολιτειών, το ποσοστό του πληθωρισμού είναι το ίδιο με τις ΗΠΑ, χωρίς να έχει ενδείξεις πληθωριστικής έκρηξης και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της είναι χονδρικά ισοσκελισμένο, γεγονός που σημαίνει, ότι δεν χρειάζεται να προσελκύσει κεφάλαια από αλλού».[23] Η κρίση χρέους, λοιπόν, –που αντιμετωπίζει και η χώρα μας –δεν αποτελεί ένα απλό εσωτερικό πρόβλημα της Ελλάδας. Είναι, κατά κύριο λόγο, ένας «τυφώνας», που έπληξε σχεδόν ολόκληρο τον πλανήτη. Άλλωστε, η δημοσιονομική κατάσταση, στην αρχή της κρίσης, ακόμα και των ισχυρών κρατών, υπήρξε προβληματική. Το δημόσιο χρέος του Καναδά, για παράδειγμα, ανέρχονταν σχεδόν στο 85%, το δημόσιο χρέος της Μεγάλης Βρετανίας προσέγγιζε το 100%, της Γαλλίας έφθανε σχεδόν το 85% και της Ελλάδας το 2009, πριν αναλάβει η κυβέρνηση Παπανδρέου, ήταν περίπου 126%. Στην Ιαπωνία, επίσης, το χρέος θα φθάσει στο 250% του ΑΕΠ, ενώ το 2014 –αν δεν έχουν εν τω μεταξύ ληφθεί μέτρα– στην Ιταλία θα ξεπεράσει το 152%, στη Γερμανία το 90%, στη Γαλλία το 96%, στο Ηνωμένο Βασίλειο το 100%, στο Βέλγιο το 110% και στην Ελλάδα θα υπερβεί το 150%[24] (ήδη στις αρχές του 2014 είναι λίγο κάτω του 180%).

Όσον αφορά στο μέσο δημόσιο έλλειμμα της Ευρωζώνης, αυτό από 0,6% του ΑΕΠ, έφτασε το 2010 στο 7%. Η άνοδος αυτή, δεν προήλθε τόσο από την αύξηση δαπανών (οι οποίες από το 1990 μένουν σχεδόν σταθερές αναλογικά με το ΑΕΠ), όσο από τη ραγδαία μείωση των εσόδων. Αυτό σημαίνει, ότι «δεν τα φάγαν οι λαοί», αφού οι δημόσιες δαπάνες είναι σχεδόν στάσιμες επί μια 20ετία. Αντίθετα, το χρέος εκτινάχτηκε στα ύψη εξαιτίας της ελάχιστης είσπραξης εσόδων, που οφείλεται, είτε στη φοροδιαφυγή (κακή λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών), είτε στις μεγάλες φοροαπαλλαγές, κυρίως προς ισχυρές οικονομικές ομάδες. Οφείλεται, δηλαδή, στη λεγόμενη «φορολογική αντί-επανάσταση» των τελευταίων 25 χρόνων, η οποία τροφοδότησε επί μακρόν τη διόγκωση του χρέους.[25] Βασικός στόχος αυτής της «αντί-επανάστασης», είναι η μείωση των φόρων των οικονομικά ισχυρών και των «εχόντων και κατεχόντων». Μια τέτοια πολιτική, όμως, δεν τονώνει την ανάπτυξη, ούτε αυξάνει τα δημόσια έσοδα. Αντίθετα, εκτινάσσει στα ύψη τις κοινωνικές ανισότητες και αυξάνει αρνητικά την κατανομή του πλούτου.

Η αύξηση, επομένως, του δημόσιου χρέους σ’ Ευρώπη και Αμερική –και βέβαια και στη χώρα μας– δεν είναι αποτέλεσμα μιας, δήθεν, επεκτατικής «κεϊνσιανής» πολιτικής: μιας, δηλαδή, «σπάταλης» κοινωνικής πολιτικής, όπως συνήθως αποστροφικά και σκόπιμα, χαρακτηρίζουν τη θεωρία αυτή. Οφείλεται, κυρίως, στην εφαρμογή μιας σκληρής «υπερφιλελεύθερης συνταγής», η οποία, ευνόησε σκανδαλωδώς τα προνομιούχα στρώματα, τα οποία αύξησαν μεν το διαθέσιμο εισόδημά τους, αλλά τελικά, δεν το διοχέτευσαν σε επενδύσεις και στη τόνωση της αγοράς. Αντίθετα, τοποθέτησαν τα κέρδη τους, κυρίως, σε έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, τα οποία αποπληρώνονται με τα χρήματα όλων των πολιτών: μέσα, δηλαδή, από τη συνολική φορολογική επιβάρυνση, τις περικοπές δαπανών και από τις πολιτικές λιτότητας. Έτσι, οι λαϊκές τάξεις –με μηχανισμούς «αντίστροφης ανακατανομής»– πληρώνουν το δημόσιο χρέος και προσφέρουν χρηματικούς πόρους στις εύπορες τάξεις!! Τραγέλαφος…

Τέλος, στα βασικά αίτια της σημερινής δημοσιονομικής αναποτελεσματικότητας, θα προσθέταμε και την απουσία οποιασδήποτε συστηματικής προσπάθειας τόνωσης της ανάπτυξης, μέσα από τις δημόσιες επενδύσεις, (π.χ. για την παιδεία, την υγεία, τις υποδομές κλπ),[26] οι οποίες συμβάλουν κυρίαρχα στην ανάπτυξη. Γιατί αυτές, περιορίζουν βραχυπρόθεσμα το εύρος των υφέσεων, ενώ μακροπρόθεσμα, παρέχουν ισχυρή ώθηση στην οικονομία. Η δραστική, συνεπώς, μείωση των δημοσίων δαπανών –γεγονός που συνέβη και στη χώρα μας κατά την περίοδο των «μνημονίων» με τις συνεχείς περικοπές του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων– είχε ως αποτέλεσμα την εμβάθυνση της ύφεσης και την περαιτέρω επιβάρυνση του δημόσιου χρέους. Το 1929 η κρίση ανακόπηκε με μια γενναία στροφή προς τις δημόσιες επενδύσεις και σε μια επεκτατική (κεϊνσιανή) πολιτική. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και επί τρεις δεκαετίες, ο κόσμος έζησε μια πρωτοφανή περίοδο ευημερίας και ανάπτυξης. Σήμερα, όμως;

[1] Σ.τ.Σ. Ο Φερνάντ Μπροντέλ (Fernand Braudel), στο μνημειώδες έργο του Υλικός Πολιτισμός, οικονομία και καπιταλισμός. XVXVIII αιώνας, μετάφραση Φίλιππος Δρακονταειδής, Αικατερίνη Ασδραχά, τ. Α΄, Μορφωτικό Ινστιτούτο Αγροτικής Τράπεζας, 1998, αναφέρεται στον Πολ Βαλερί (Paul Valery), ο οποίος χαρακτηρίζοντας την κακή κατάσταση των χερσαίων μεταφορών, έλεγε πως «ο Ναπολέων βαδίζει με την ίδια βραδύτητα, με την οποία βαδίζει και ο Ιούλιος Καίσαρ».

[2] Πρβλ. Alain Touraine, Μετά την κρίση. Από την κυριαρχία των αγορών στην αναγέννηση της κοινωνίας, μετάφραση Μαρία Μαλαφέκα, Μεταίχμιο, 2011.

[3] Πρβλ. John Kenneth Galbraith, Τα οικονομικά της αθώας απάτης: η αλήθεια για την εποχή μας, μετάφραση Γιάννης Μελλάς, επιμέλεια Κώστας Μελάς, εκδόσεις Λιβάνη, 2006.

[4] Πρβλ. Francois Morin, Ένας κόσμος χωρίς τη Wall Street, μετάφραση Αριστέα Κομηνέλλη, Μεταίχμιο, 2011.

[5] Πρβλ. Fr. Morin, όπ.π.

[6] Σ.τ.Σ. Η διαφορά της σημερινής κρίσης με εκείνη της δεκαετίας του ’70 συνίσταται στο γεγονός πως η τωρινή δεν αποτελεί μια από τις συχνές διαχρονικές κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής. Γι’ αυτό και «στήνει στον τοίχο» όλες τις οικονομίες του κόσμου. Βασική της προσταγή είναι «νεωτέρισε ή πέθανε ή μείνε στάσιμος». Παρόμοιο παράγγελμα προηγείται, χωρίς αμφιβολία, κάθε μεγάλης εκκίνησης οικονομικής ανάπτυξης (πρβλ. F. Braudel, Υλικός πολιτισμός, οικονομία και καπιταλισμός, όπ.π.) Χρειάζεται ωστόσο, κατά τον Μπροντέλ, ένα «τεχνητό υπόβαθρο» που να αποτελεί το κινούν αίτιο της ιστορίας. Με την έννοια αυτή οι νέες τεχνολογίες σήμερα αποτελούν τον «βασιλιά» που ανατρέπει την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων.

[7] Daniel Cohen, Η ευημερία του κακού. Μια (ανήσυχη) εισαγωγή στην οικονομία, μετάφραση Τάσος Γιαννίτσης, Πόλις, 2010.

[8] Πρβλ. John Maynard Keynes, ΄The Great Slump of 1930΄, The Nation & Athenæum, 20 και 27 Δεκεμβρίου 1930, http://www.gutenberg.ca/ebooks/keynes-slump/keynes-slump-00-h.html.

[9] Πρβλ. άρθρο του Vince Cable, ‘Bring back the guillotine… for bankers’, The Daily Mail, 9 Φεβρουαρίου 2009, επίσης του ιδίου The Storm: The world economic crisis and what it means, Atlantic Books, London, 2009 καθώς και Robert Skidelsky, Keynes, Επιστροφή στη διδασκαλία του, μετάφραση Χρυσούλα Μεντζαλίρα, επιμέλειαΛευτέρης Τσουλφίδης, Κριτική, 2012.

[10] Σ.τ.Σ. Είναι χαρακτηριστικό πως από τον Οκτώβριο του 2012 το ίδιο το ΔΝΤ ομολογεί (στο Πανόραμα της Παγκόσμιας Οικονομίας), πως το δημοσιονομικό πρόγραμμα λιτότητας στην Ελλάδα (και στις άλλες χώρες της Ε.Ε.) δεν βγαίνει. Ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, ένας από τους μεγαλύτερους οικονομολόγους του κόσμου και επικεφαλής του ερευνητικού τμήματος του ΔΝΤ, παραδέχεται (στην 43 σελίδων έκθεσή του, την οποία έδωσε στη δημοσιότητα στις 3 Ιανουαρίου 2013), ότι το ΔΝΤ έκανε λάθος. Το ολέθριο αυτό λάθος, που οδήγησε σε βαθειά ύφεση τις χώρες που εφάρμοσαν το πρόγραμμα, το αναγνώρισε επίσημα και ο εκπρόσωπος τύπου του ΔΝΤ Τζέρι Ράις, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι δεν είχαν συνυπολογίσει την επίπτωση των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής στη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και την πολιτική κρίση που επηρέασε την κατάσταση στην Ελλάδα και καθυστέρησε την υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών. Νωρίτερα, το λάθος το είχε αναγνωρίσει και η Κριστίν Λαγκάρντ. Έτσι απλά λοιπόν. Οι λαοί ταλαιπωρούνται σκληρά και άδικα, επειδή η τρόικα έκανε «λάθος» και οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 2010, είτε δεν κατανόησαν αυτό το λάθος, είτε ήθελαν να ακολουθήσει η χώρα αυτή τη πολιτική.

[11] Σ.τ.Σ. Ο Paul Krugman, στο βιβλίο τουΤέλος στην ύφεση, τώρα!,  μετάφραση Τίνα Θέου, Πόλις, 2012., σελ. 47, υποστηρίζει πως «όταν η οικονομία εξασθενεί, ηFED (Σ.τ.Σ. αναφέρεται στις ΗΠΑ) βάζει μπροστά τα τυπογραφικά πιεστήρια και μέχρι τώρα η μέθοδος έφερνε εντυπωσιακά αποτελέσματα πχ μετά την σοβαρή ύφεση του 1981-82, την οποία η FED κατάφερε να μετατρέψει μέσα σε λίγους μήνες, σε ταχεία ανάκαμψη. Έφερε αποτελέσματα, αν και πιο αργά και διστακτικά, μετά τις υφέσεις του 1990-91 και του 2001». Το ρόλο της FED στην Ευρώπη θα μπορούσε να τον διαδραματίσει η ΕΚΤ (με ευρωομόλογα ή προσφορά χρήματος), αν δεν προσέκρουε στην πεισματική άρνηση της Γερμανίας της Μέρκελ και του Σόιμπλε, η οποία, ως κράτος, λειτουργεί κάτω από τα συμπλέγματα του παρελθόντος (πληθωρισμός της Βαϊμάρης) ή τα «προτεσταντικά» της τιμωρητικά σύνδρομα, τα οποία, ωστόσο επέφεραν ένα κέρδος στη Γερμανία κατά την περίοδο της κρίσης πάνω από 70 δις!! σε βάρος κυρίως των χωρών του Νότου. Και καταλήγει ο Krugman (σελ. 56) πως «αυτό που χρειάζεται τώρα ο πλανήτης είναι να αυξηθούν οι κρατικές δαπάνες, ώστε να βγούμε από την ύφεση». Αυτό βέβαια σημαίνει ορθολογικοποίηση του ρόλου του «κράτους» και επιβολή ρυθμιστικών λειτουργιών στο παγκόσμιο σύστημα.

[12] Πρβλ. Joseph Stiglitz, Ο Θρίαμβος της απληστίας. Η ελεύθερη αγορά και η κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας, μετάφραση Νίκος Ρούσσος, εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2011.

[13] Σ.τ.Σ. Η ισχυροποίηση των Τραπεζών είχε ως αφετηρία την ιδεολογική πολιτική στροφή προς ένα ακραίο υπερφιλελεύθερο σύστημα, το οποίο ξεκίνησε κατά την περίοδο των διακυβερνήσεων του Ronald Reagan και της Thatcher (δεκαετία του ’80). Τότε άρχισε να επιβάλλεται σ’ ολόκληρο τον πλανήτη μια σαρωτική αλλαγή νοοτροπίας, σ’ ό,τι αφορούσε τον κρατικό παρεμβατισμό. Τους κανονισμούς, βέβαια -που διαχώριζαν τις τράπεζες σ’ εκείνες που ασκούσαν εμπορικούς σκοπούς, από τις άλλες που είχαν επενδυτικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες- τους κατάργησε ο Πρόεδρος Κλίντον το 1999, ο οποίος επέφερε και το τελειωτικό χτύπημα στο ρυθμιστικό πλαίσιο που ίσχυε από το 1930!! Έτσι, λοιπόν, ο διαχωρισμός καταθετικού και επενδυτικού τραπεζικού τομέα, που επέβαλε ο νόμος Glass-Steagall, ακυρώθηκε το 1999, μ’ αποτέλεσμα ακόμα και οι «σκιώδεις» τράπεζες ν’ ασκούν τραπεζικές εργασίες. Οι καταθέτες, συνεπώς, έκτοτε βρέθηκαν τελείως απροστάτευτοι στα παιχνίδια κερδοσκόπων ή απατεωνίστικων τραπεζικών ομίλων. Ο πρόεδρος Ομπάμα στις 21 Ιανουαρίου 2010, πρότεινε μια σύγχρονη μορφή του νόμου Glass-Steagall, σύμφωνα με την οποία «οι εμπορικές τράπεζες ν’ απαγορευόταν να διενεργούν χρηματοοικονομικές συναλλαγές προς ιδίον όφελος (property trading), όπως και να έχουν στην κατοχή τους αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου (hedge funds) και εταιρείες ιδιωτικών επενδυτικών συμμετοχών (private equity firms). Περιορισμοί θεσπίστηκαν και ως προς την κατοχή παράγωγων χρηματοοικονομικών μέσων (derivate instruments), ενώ η πρόταση του προέδρου Ομπάμα αφορούσε και τις καταθέσεις στις εμπορικές τράπεζες οι οποίες δεν θα έπρεπε να υπερβαίνουν σε καμία περίπτωση το 10% των καταθέσεων σε εθνικό επίπεδο (Πρβλ. Robert Skidelsky,Keynes: Επιστροφή στη Διδασκαλία του, όπ.π.). Σκοπός της μεταρρύθμισης είναι να μειωθούν οι κίνδυνοι, τους οποίους θα μπορούν ν’ αναλάβουν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, αποτρέποντας έτσι την εξάπλωση των τοξικών ομολόγων και την επιβάρυνση των φορολογούμενων. «Ωστόσο, πίσω από την τραπεζική μεταρρύθμιση βρίσκεται η πιο ριζοσπαστική «αντιμονοπωλιακή» αντίληψη που υπαγορεύει τη μείωση της μονοπωλιακής δύναμης του χρηματοοικονομικού τομέα» (Πρβλ. Paul Volcker,‘How to reform our financial system’, The New York Times, 31 Ιανουαρίου, 2010). Μια τέτοια επιλογή προϋποθέτει, βέβαια, ισχυρή πολιτική βούληση, η οποία θα μπορέσει να κάμψει την εξουσία των ισχυρών και μεγάλων τραπεζών και, έτσι, να επιβάλει σ’ αυτές ελέγχους και ρυθμίσεις. Είναι σαφές, πως οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες του απειλητικού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, μόνον έτσι θα μπορούσαν να είναι διαχειρίσιμοι. Γιατί οι μεν αβέβαιες δραστηριότητες θα πρέπει να ελέγχονται από το κράτος προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, ενώ η ανάληψη κινδύνων θα πρέπει ν’ αφήνεται στην αγορά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, άλλωστε, θα παρέχεται η δυνατότητα στους επιχειρηματίες να αποκομίσουν κέρδη από τους ορθά αναληφθέντες κινδύνους ή να υποστούν τις ζημιές από τις εσφαλμένες επιλογές τους (Πρβλ. Robert Skidelsky, όπ.π.). Ο κανόνας Βόλκερ – που θ’ αποτελέσει μια σοβαρή ασφαλιστική δικλείδα περιορισμού της απληστίας των τραπεζιτών – φαίνεται πως προχωράει προς θέσπιση. Ήδη, δόθηκε το πράσινο φως από την Ομοσπονδιακή Αρχή Ασφάλισης των καταθέσεων (FDIC), από την Federal Reserve και την αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στις ΗΠΑ σύμφωνα με το Dow Jones Newswire (Πρβλ. σχετικό άρθρο στοwww.capital.gr, «ΗΠΑ: Πράσινο φως στον κανόνα Volcker από FED, FDIC και SEC», 10 Δεκεμβρίου 2012, καθώς και «Ο Κανόνας Βόλκερ, τείχος σε πιθανή νέα κρίση στις ΗΠΑ», Τα Νέα, 11 Δεκεμβρίου 2013, και «O ‘Κανόνας Βόλκερ’ βάζει φραγμούς στους άπληστους τραπεζίτες»,  Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 21 Φεβρουαρίου 2010).

[14] Πρβλ. Michael Lewis and David Einhoth, ΄The End of the Financial World as We know It’,, The New York Times, 3 Ιανουαρίου 2009.

[15] Πρβλ. N. Paul Kennedy, ΄Read the Big Four to Know Capital’s Fate΄, The Financial Times, 13 Μαρτίου 2009.

[16] Πρβλ. Philippe Askenazy και Daniel Cohen, Η οικονομική κρίση: αίτια και προοπτικές, μετάφραση Μπάμπης Παπαδημητρίου, Πόλις, 2010, κεφ.1, υποσημείωση 5, όπου παρατίθενται αυτούσιες οι δηλώσεις Γκρίνσπαν.

[17] Πρβλ. Saskia Scholtes, Michael Mackenzie, ‘Subprime Market faces further setbacks’, The Financial Times, July 22, 2007.

[18] Πρβλ. Raphael Minder, Alan Beattie, Plunging Assets have cost global economy $50,000bn, report says’, The Financial Times, 9 Μαρτίου 2009.

[19] Πρβλ. Jean-Marc Lucas, «Menages americains: La grande deprime», BNP Paribas, Conjocture, Μάρτιος 2009.

[20] Σ.τ.Σ. Πολλοί υποστηρίζουν, πως η ένταξή μας στο ευρώ υπήρξε πράξη βιαστική και χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία και σωστό προγραμματισμό. Είναι αξιοσημείωτο, πως ακόμα και ο «πατέρας της Ευρώπης» Ζακ Ντελόρ δηλώνει σήμερα πως η Ελλάδα έπρεπε να μπει στο ευρώ τρία χρόνια αργότερα. Ο πρώην Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (1985-1994) υποστηρίζει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της Κυριακής, 2 Φεβρουαρίου 2014, πως «εάν εναπόκειτο σε εμένα, θα εισηγούμην ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να περιμένει ακόμη 2-3 χρόνια προτού υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα. Επειδή δεν θα αρκούσε μόνο να πληροί, περισσότερο ή λιγότερο, τα νομισματικά κριτήρια για την ένταξής της. Θα έπρεπε επίσης να αναλογιστούμε τι θα όφειλε η Ελλάδα να πράξει επιπλέον στους κόλπους αυτής της Ένωσης, εντός ενός πολύ ισχυρότερου ανταγωνιστικού περιβάλλοντος. Η Ελλάδα θα έπρεπε, λοιπόν, να αρχίσει να ενισχύει την οικονομική της παρουσία σε όρους ανταγωνιστικότητας, προκειμένου να μπορέσει να προβάλει αντίσταση στον έντονο ανταγωνισμό εντός της Ευρωζώνης».  Η τότε κυβέρνηση Σημίτη όμως, στη προσπάθειά της να συνδέσει το όνομά της μ’ ένα κεντρικό εθνικό επίτευγμα, οδήγησε τη χώρα μας στην Ευρωζώνη, χωρίς να συνυπολογίσει και τις μελλοντικές δυσμενείς επιπτώσεις, που πιθανόν να προέκυπταν από την πρόωση ένταξή της σ’ αυτή. Πριν, άλλωστε, από την νομισματική ένωση της Ευρώπης θα έπρεπε να έχει προηγηθεί η οικονομική της ένωση. Επί πλέον στη κυβέρνηση εκείνη, καταλογίζονται ευθύνες και διότι με τη βοήθεια της Goldman Sacks απέκρυψε ένα μεγάλο μέρος του χρέους μας, το οποίο στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη σημερινή περίοδο της κρίσης μ’ αποτέλεσμα αυτό να εμφανίζεται τώρα εξογκωμένο.

[21] Πρβλ. Paul Krugman, Τέλος στην ύφεση, τώρα!, όπ.π.,

[22] Σ.τ.Σ. Αντίθετα προς την άποψη, που επέβαλε στην κοινή γνώμη το ‘‘σύστημα εξουσίας’’ περί δημοσιονομικής ανευθυνότητας της χώρας μας, καταθέτουμε ορισμένα στοιχεία, τα οποία αντικρούουν τους ισχυρισμούς αυτούς. Συγκεκριμένα: το 2006 οι δημόσιες δαπάνες στη χώρα μας ήσαν 45,2% του ΑΕΠ, το 2007 ανέβηκαν στο 47,6%, το 2008 στο 50,6% και το 2009 στο 53,8%. Στα αυξημένα αυτά ποσοστά πρέπει να συνυπολογισθούν οι τόκοι των προ του 2005 οικονομικών χρήσεων, οι οποίες έφταναν το 2006 στο ποσό των 9,2 δις, το 2007 στα 9.79 δις, το 2008 στα 11,2 και το 2009 στα 12,3 δις. Το σύνολο, συνεπώς, των τόκων κατά το διάστημα 2006-2009 έφτανε στο 33,6%. Αντίθετα, η αύξηση των συνολικών δαπανών ήταν 19%. Οι δημόσιες δαπάνες συνεπώς, ασφαλώς και θάπρεπε να τιθασευθούν με την ορθολογικοποίηση του κράτους, χωρίς όμως απολύσεις. Το ελληνικό πρόβλημα ωστόσο, προκλήθηκε από τον μεγάλο δανεισμό με τα υψηλά επιτόκια, στον οποίο προσέφυγε η χώρα για τον εκσυγχρονισμό της, συχνά βέβαια προς κατευθύνσεις, που θα μπορούσε να αποφύγει (πχ. αγορές άχρηστου –όπως αποδείχτηκε- πολεμικού υλικού, το οποίο πλήρωσε η Ελλάδα με υπέρογκα ποσά και που κατέστη η πηγή σκανδάλων και διαφθοράς). Στην πολιτική, ωστόσο, αυτή της εξώθησης της χώρας σε αγορές και προμήθειες, εξοπλιστικού κυρίως, αλλά και άλλου υλικού (πχ. αποικιακού τύπου συμβάσεις με Siemens), υπεύθυνη είναι και η «εναρετολογική» πολιτική των δανειστών μας, οι οποίοι μας παρείχαν πιστώσεις με υψηλότοκα δάνεια, για να πραγματοποιεί η Ελλάδα στη συνέχεια πολυδάπανα «εκσυγχρονιστικά» προγράμματα προμηθειών, που επέβαλαν οι ίδιες οι δανείστριες χώρες!!!

[23] Πρβλ: Paul Krugman, όπ.π.

[24] Πρβλ. Jacques Attali, Παγκόσμια κατάρρευση σε δέκα χρόνια. Δημόσιο χρέος: η τελευταία ευκαιρία, μετάφραση Καλλιόπη Ζούρα, εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2011.

[25] Πρβλ. Philippe Askenazy, Thomas Coutrot, André Orléan, Henri Sterdyniak, Μανιφέστο των ανήσυχων οικονομολόγων. Κρίση και χρέη στην Ευρώπη: 10 μύθοι και 22 μέτρα που προτείνουμε για να βγούμε από το αδιέξοδο, μετάφραση Σώτη Τριανταφύλλου, Πόλις, 2011.

[26] Σ.τ.Σ. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και το 1929

Σχόλια

σχόλια