Οι Απόκριες και το έθιμο του μπουρανί στο Ζάρκο

Οι Απόκριες και το έθιμο του μπουρανί στο Ζάρκο

 

(ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΕΡΟΣ ΑΡΘΡΟΥ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2017)

Της Τσιοτινού Αθανασίας

 ΑΠΟΚΡΙΕΣ

            Οι Απόκριες εκτός από το θρησκευτικό τους περιεχόμενο, αποκτούσαν και εξακολουθούν να αποκτούν ακόμη και σήμερα εορταστικό-πανηγυρικό περιεχόμενο με τη μορφή πολιτιστικών εκδηλώσεων σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Η συνήθεια της μεταμφίεσης αντρών και γυναικών σε συνδυασμό με τα γλεντοκόπια είχαν την αρχή τους κατά πάσα πιθανότητα στην αρχαιότητα.

Την Κυριακή της Τυρινής, το πρωί, μόλις τέλειωνε η εκκλησία, πήγαιναν στη νύφη τα δώρα πάνω σε δίσκο ο οποίος ήταν σκεπασμένος με καρέ και συνήθιζαν να λένε τη φράση «κίνησαν τα δώρα». Τα δώρα ήταν συνήθως παντόφλες «παραγγελίσιες[1]» λούστρινες, ρόμπα, κάλτσες, μαντίλα, πουκαμισάκι μπουρντό, δηλαδή μπορντό, φούστα υφαντή με ρίγα σε χρώμα μπορντό και κίτρινο και πιστιμάλι[2] κεντημένο με γλώσσες[3] και λουλούδια. Η μαντίλα είχε γύρω-γύρω πούλιες[4]. Οι πεθερές έβαζαν στο δίσκο χρήματα και ρύζι για να ριζώσουν τα ζευγάρια. Επίσης πήγαιναν στη νύφη και χαλβά κουκουσίσιο[5], δηλαδή χαλβά φτιαγμένο με καρύδια. Η μάνα της νύφης και η ίδια η νύφη έδινε στη γειτονιά χαλβά από το γαμπρό.

Το απόγευμα της Κυριακής, μετά τον εσπερινό της συγχώρεσης, οι γυναίκες, οι νύφες και οι ελεύθερες κοπέλες πηγαίνανε στην Τρανή την βρύση, που είναι έξω από το χωριό και χορεύανε μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Μετά όλοι πήγαιναν στα σπίτια τους για την Αποκριά. Οι αρραβωνιασμένοι πήγαιναν επισκέψεις, σχεδόν σε όλα τα γνωστά σπίτια καθώς και στους μεγαλύτερους συγγενείς για τα «Χρόνια πολλά». Αυτοί τους κερνούσαν χαλβά σουσαμίσιο (με σουσάμι),  μπιρμπιλίσιο[6] και μεζέδες με κρασί. Επίσης πήγαιναν στο σπίτι του νονού για να του φιλήσουν το χέρι, για μετάνοια και συγχώρεση. Ο νονός τους έδινε χρήματα. Σήμερα αυτό το έθιμο δεν τηρείται. Τα παιδιά μετά το καθιερωμένο προσκύνημα και χειροφίλημα στον παππού και στη γιαγιά έπαιζαν το έθιμο της χάσκας. Ο παππούς μάζευε όλα τα παιδιά τριγύρω από το τραπέζι και τότε άρχιζε το παιχνίδι. Ο παππούς έδενε στον «μπλάστι»[7], ένα σκοινί μήκους 30 εκατοστών περίπου, ένα κομμάτι χαλβά και ξεκινούσε πρώτα από το μικρότερο παιδί μέχρι και το μεγαλύτερο. Το κομμάτι με τον χαλβά τον κουνούσε ο παππούς πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά. Τα παιδιά με το στόμα ανοιχτό έπρεπε να το πιάσουν με την πρώτη φορά.

Μόλις άνοιγε το Τριώδιο και έρχονταν οι μέρες της Αποκριάς, σε κάθε γειτονιά, στο σταυροδρόμι, κάθε σαββατοκύριακο, άναβαν μεγάλη φωτιά με διάφορα ξύλα, όπως πουρνάρια, που τα είχαν μαζέψει μέρες πριν. Γύρω από τη φωτιά χόρευαν και τραγουδούσαν αποκριάτικα τραγούδια, μέχρι τα χαράματα. Οι φωτιές στην Τουρκοκρατία είχαν άλλο χαρακτήρα, γιατί πίσω από την αμφίεση κατέβαιναν στα χωριά οι κλέφτες και οι αρματολοί. Οι κάτοικοι του Ζάρκου σέβονταν τις παραδόσεις και δεν δούλευαν, όπως έλεγαν τα τρία καλά Σάββατα, της Τυρινής, της Κρεατινής και των Αγίων Θεοδώρων.[8] Τα ψυχοσάββατα έφτιαχναν το μέρασμα[9], το οποίο το κάνουν ακόμη και σήμερα. Οι γυναίκες έφτιαχναν πίτες και σιτάρι βρασμένο για «σχώργιο»[10] και το μοίραζαν στη γειτονιά. Την εβδομάδα της Τυρινής οι νοικοκυρές έκαναν τις φημισμένες Ζαρκινές πίτες (τυρόπιτες, σπανακόπιτες, γαλατόπιτες) και γλυκά (παντεσπάνι). Τα φύλλα τα άνοιγαν με τον πλάστη και τα έβαζαν μέσα στο σινί[11]. Μετά άναβαν τη γάστρα να ψήσουν τις πίτες. Οι τσέλιγκες το είχαν ως έθιμο τις Απόκριες να δίνουν γάλα και τυρί στους κατοίκους του χωριού για να αβγατίσει το βιος τους. Το γάλα το έδιναν μέσα στο μπακρατσούλι, δηλαδή στο μικρό μπακράτσι[12]. Οι νοικοκυρές όταν το γύριζαν πίσω έβαζαν μέσα νερό για να μην το γυρίσουν άδειο. Την εβδομάδα της Τυρινής οι μάνες δεν άφηναν τα παιδιά τους να λουστούν γιατί έλεγαν ότι «τινάζουν τα δερμάτια», δηλαδή πίστευαν ότι πέφτουν τα μαλλιά των παιδιών αν λουστούν. Στα δερμάτια, τα οποία ήταν συνήθως φτιαγμένα από δέρμα κατσίκας, φύλαγαν το τυρί.

 ΜΠΟΥΡΑΝΙ

Σε όλη την Ελλάδα γιόρταζαν και εξακολουθούν να γιορτάζουν, ακόμη και σήμερα, την Καθαρή Δευτέρα με φαγοπότι, τραγούδια και χορούς. Αυτούς που μεταμορφώνονται τους ονομάζουν μασκαράδες. Αυτό το έθιμο της μεταμφίεσης έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα, στα Ελευσίνια Μυστήρια και στις γιορτές προς τιμή του Θεού Διονύσου. Στο Ζάρκο την Καθαρή Δευτέρα είχαν το έθιμο του Μπουρανί[13] το οποίο δυστυχώς σήμερα έχει εγκαταλειφθεί. Η χρονολογία που άρχισε αυτή η καθαροδευτεριάτικη γιορτή του Μπουρανί είναι άγνωστη. Έλκει βέβαια και αυτή η γιορτή την καταγωγή της από τα Διονύσια και τους Σάτυρους και τις μεταμφιέσεις που γίνονταν κατά τη διάρκεια αυτών των γιορτών. Ίσως και το Μπουρανί να έχει σχέση με τον Κυκεώνα[14] των Ελευσινίων Μυστηρίων.

Το Μπουρανί στο Ζάρκο το ξεκινούσαν το βράδυ της Μεγάλης Αποκριάς. Άναβαν φωτιά στην πλατεία του χωριού και σε ένα καζάνι έβαζαν μέσα διάφορα λαχανικά (τσουκνίδες, λάπατα, σπανάκια, μολόχες κ.α), τα οποία είχαν κλέψει τα παιδιά νωρίτερα από τα σπίτια του χωριού. Μέσα στο καζάνι, εκτός από χόρτα, έβαζαν νερό, λάδι και αλεύρι για να φτιάξουν το Μπουρανί. Γύρω από το καζάνι στηνόταν χορός με διάφορα αποκριάτικα τραγούδια. Ο διερχόμενος από το μέρος αυτό έπρεπε απαραίτητα να φάει από αυτό το φαγητό ειδάλλως υποχρεωνόταν να κεράσει σε όλους κρασί και να πιει και ο ίδιος. Αν δεν έπινε κρασί τότε του μουτζούρωναν το πρόσωπο με μαύρη μπογιά και του έκαναν μαύρους σταυρούς.

Την Καθαρή Δευτέρα το πρωί αγόρια διαφόρων ηλικιών που συμμετείχαν στο Μπουρανί έβαφαν τα πρόσωπά τους με μαύρη μπογιά και σταυρούς και γυρνούσαν στις γειτονιές τραγουδώντας άσεμνα τετράστιχα με αισχρόλογα και κάνοντας άσεμνες χειρονομίες και άσχημες εκφράσεις σε όποιον άνθρωπο, μικρό ή μεγάλο, άντρα ή γυναίκα, έβρισκαν μπροστά τους. Επιτρέπόταν να τα πουν χωρίς εκείνοι να αντιδράσουν. Στη συνέχεια, έπειτα από την αισχρολογία, τοποθετούσαν πάνω σε μια σκάλα κάποιον που παρίστανε το νεκρό, τον στόλιζαν με λουλούδια και τον γύριζαν πρώτα στην πλατεία και μετά σε όλο το χωριό. Μετά τον πήγαιναν στο νεκροταφείο, τον έκλαιγαν, χτυπούσαν την καμπάνα και τον έθαβαν συμβολικά. Έπειτα γλεντούσαν μέχρι αργά το βράδυ. Αυτό το έθιμο συμβολίζει το τέλος του χειμώνα και την αρχή της Άνοιξης, τη γονιμότητα και τη βλάστηση.

Την Καθαρή Δευτέρα οι γυναίκες έπλεναν τα ρούχα της οικογένειας, όλα τα ταψιά και τις κατσαρόλες για να μπουν «καθαροί» στη Σαρακοστή και στην νηστεία.

[1] . Τις παντόφλες τις έκαναν παραγγελία στα Τρίκαλα ή στη Λάρισα, γι’ αυτό τις αποκαλούσαν «παραγγελίσιες».

[2] . Η ποδιά που έβαζαν οι γυναίκες για να μην λερώνονται όταν έκαναν τις δουλειές του σπιτιού.

[3] . Στο τελείωμα της ποδιάς έφτιαχναν στρογγυλάδες, ημικύκλια που τα ονόμαζαν γλώσσες.

[4] . Στολίδια, συνήθως μικρές χάντρες.

[5] . Τις καρύδες τις ονόμαζαν κοκώσες, γι’ αυτό και ο χαλβάς ονομαζόταν κουκουσίσιος.

[6] . Έτσι ονόμαζαν το χαλβά με στραγάλια.

[7] . Έτσι οι Ζαρκινοί ονόμαζαν τον πλάστη με τον οποίο άνοιγαν φύλλα για να κάνουν πίτες.

[8] . Οι Ζαρκινοί έλεγαν χαρακτηριστικά τα παρακάτω λόγια: «Ανάθεμα ποιος  δούλευε τα τρία καλά Σαββάτα, της Τυρινής, της Κρεατινής και των Αγίων Θεοδώρων».

[9] . Μοίρασμα. Από το ρήμα μοιράζω.

[10] . Συγχώριο, δηλαδή συγχώρεση των ψυχών που είχαν πεθάνει.

[11] . Μεγάλο ταψί.

[12]  Τούρκικη λέξη που σημαίνει μικρό δοχείο.

[13] . Τούρκικη λέξη που σημαίνει λαχανόρυζο και σπανακόρυζο.

[14]. Ο Κυκεώνας ήταν ένα αρχαίο ελληνικό ποτό φτιαγμένο κυρίως από νερό, χοντραλεσμένο κριθάρι (πτισάνη) και βότανα (κυρίως γλήχωνα, βότανο παρόμοιο με την μέντα). Αναφέρεται ότι χρησιμοποιούνταν επίσης και μυρωδικά όπως το κύμινο. Χρησιμοποιούνταν στο αποκορύφωμα των Ελευσίνιων Μυστηρίων για να σπάσει την ιερή αποχή από το φαγητό και το πιοτό, αλλά ήταν επίσης ένα αγαπημένο ποτό των Ελλήνων αγροτών. Ο Κυκεώνας αναφέρεται στα ομηρικά κείμενα. Η Ιλιάδα τον περιγράφει ως αποτελούμενο από κριθάρι, νερό, βότανα, και τριμμένο τυρί αιγών (XI, 638-641). Στην Οδύσσεια, η Κίρκη προσθέτει κάποιο μέλι και χύνει το μαγικό φίλτρο της σε αυτόν (Χ, 234). Στον ομηρικό ύμνο η θεά Δήμητρα αρνείται το κόκκινο κρασί αλλά δέχεται τον καμένο Κυκεώνα από νερό και κριθάρι.

ΤΣΙΟΤΙΝΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΑ

ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ-ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΟΣ

Σχόλια

σχόλια