Η δημοσιογραφία στα Τρίκαλα μέσα από τα μάτια του ΘΥΜΙΟΥ ΛΩΛΗ

Η δημοσιογραφία στα Τρίκαλα μέσα από τα μάτια του ΘΥΜΙΟΥ ΛΩΛΗ

Η αρχική σκέψη να γίνει «ζωντανά» αυτή η συνέντευξη απορρίφθηκε αμέσως, γιατί θα χρειαζόταν ώρες κουβέντας, δεκάδες ερωτήσεις, όπως και αρκετές σελίδες (στην έντυπη έκδοση) να δημοσιευτεί, πράγμα αδύνατο ακόμη και για μια εβδομαδιαία εφημερίδα όπως ο «Ενεργός Πολίτης». Έτσι κατέφυγα στην πεπατημένη των γραπτών ερωτήσεων… μόνο που οι απαντήσεις από έναν συνάδελφο όπως ο Θύμιος Λώλης ήταν μια έκπληξη!!!

Ένα αφήγημα, μια ιστορία που ξεκινά το 1953 και έχει δρόμο ακόμη μπροστά της, όπως ο πολυγραφότατος Θύμιος Λώλης και που δύσκολα τολμά κανείς να παρεμβληθεί. Ετσι αποφάσισα να παραθέσω ξεχωριστά τις ερωτήσεις… που τελικά αποτέλεσαν απλά ένα μπούσουλα που ανασκάλισε τη μνήμη του μεγάλου Τρικαλινού δημοσιογράφου, στον οποίο οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ για την τιμή που μου έκανε, παραχωρώντας μου αυτή τη συνέντευξη.

Συνέντευξη στον ΧΡΗΣΤΟ ΚΟΝΤΟ

  1. Κ . Λώλη πότε ξεκινήσατε τη δημοσιογραφία; Κάνω αυτή την… απλοϊκή ερώτηση, για να αντιληφθούν οι αναγνώστες για ποιες εποχές μιλάμε και πόσα άλλαξαν τα πράγματα από τότε.
  2. Ελάχιστοι γνωρίζουν πως σπουδάζατε Νομική, αλλά τελικά σας κέρδισε η Δημοσιογραφία. Σήμερα θα παίρνατε την ίδια απόφαση;
  3. Τι είναι η δημοσιογραφία για σας; Υπάρχει σύγκριση του τότε με το σήμερα;
  4. Είδατε την πόλη να αλλάζει, να μεταμορφώνεται, να παρελαύνουν οι πολιτικοί ο ένας μετά τον άλλο… παρόλα αυτά οι δημοσιογράφοι έμειναν οι ίδιοι για να τους κρίνουν. Ποιες ήταν οι σχέσεις μαζί τους, γιατί σήμερα ο χώρος μας κατηγορείται για διαπλοκή;
  5. Πόσες διαφορετικές μορφές έκδοσης εφημερίδων ζήσατε;
  6. Τα «Τρικαλινά Νέα» ήταν η πρώτη συνεργατική εφημερίδα στα Τρίκαλα;
  7. Σε ποιες εφημερίδες εργαστήκατε;
  8. Κάνοντας μια αναδρομή θα δει κανείς πως οι εφημερίδες ήταν σχεδόν όλες στα χέρια δημοσιογράφων, μέχρι που πέρασαν στα χέρια επιχειρηματιών. Πόσο ρόλο έπαιξε αυτό στο επάγγελμά μας;
  9. Από το χαρτί… στον υπολογιστή, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Οι εφημερίδες μπορεί να έχουν μέλλον;
  10. Με την λογοκρισία στα χρόνια της χούντας τι γινόταν;
  11. Γράψατε 14 βιβλία, όσα και τα εγγόνια σας όπως χαρακτηριστικά μου είπατε. Τα θεωρείτε μεγαλύτερο επίτευγμα από την έκδοση μιας εφημερίδας;
  12. Τα Τρίκαλα για όσους δεν τον γνωρίζουν, έχουν μια ισχυρή παράδοση στον Τύπο. Που κατά τη γνώμη σας οφείλεται αυτό;
  13. Αν σας ζητούσα να ξεχωρίσετε ένα γεγονός που έμεινε χαραγμένο στη μνήμη σας, ποιο θα ήταν αυτό;
  14. Ποιον Τρικαλινό δημοσιογράφο θα θεωρούσατε δάσκαλό σας;

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Αγαπητέ Χρήστο.

Θα ήταν φανερά υποκριτικό να πω  ότι, πραγματικά δεν θα το ήθελα, αλλά ομολογώ πως λίγο –πολύ με αιφνιδίασε η επιστροφή σε μια παλιά πρότασή σου να ανατραπεί αυτό που ανάμεσα στα όσα έκανα στα πλαίσια της  πολύχρονης παρουσίας και δραστηριότητας ως επαγγελματίας δημοσιογράφος, παίρνοντας συνεντεύξεις  από επώνυμα πρόσωπα, της τοπικής ιδιαίτερα επικαιρότητας, να δώσω δηλαδή εγώ συνέντευξη για την τόσο αξιόλογη εφημερίδα σου, τον  «Ενεργό Πολίτη», που κάθε Δευτέρα, από χρόνια τώρα κρατούν στα χέρια τους οι Τρικαλινοί, σχολιάζοντας και προβληματιζόμενοι μαζί σου, γύρω από τα δρώμενα, σε τοπικό, πανελλαδικό και παγκόσμιο επίπεδο .Τελικά, χωρίς να νιώθω  κάποιος σπουδαίος ή ξεχωριστός, σκέφτηκα ότι ,αξίζει  ύστερα από 65 χρόνια δημοσιογραφίας  να παραβαίνει κανένας την οποιαδήποτε εσωστρέφεια και τους ενδοιασμούς του, προκειμένου ν΄ απαντήσει στο κυρίαρχο ερώτημά σου-ερώτημα και πολλών άλλων  πολιτών –αν δηλαδή  η δημοσιογραφία σήμερα, έχει σχέση με εκείνη που πρίν  μερικές δεκαετίες  αποκαλούσαν τέταρτη – άτυπη – εξουσία ή και ένα όπλο πίεσης πρός  την κατεύθυνση διόρθωσης «κακώς κειμένων» και απόδοσης  δικαιοσύνης, με την δύναμη της δημοσιότητας, που όλοι σέβονται  και άλλοι φοβούνται. Προσωπική μου πίστη είναι πως, ναι, η δημοσιογραφία μπορεί να άλλαξε  μορφή και μέσα έκφρασης από την εποχή της εφημερίδας του τοίχου μέχρι τα σημερινά  «σάιτς». Ασφαλώς και οι  δημοσιογράφοι δεν είναι ίδιοι, από τότε που γύριζαν  όλη την μέρα στους δρόμους  με το μπλοκάκι και το μολύβι, για να καταγράψουν την επικαιρότητα, ούτε εκείνοι που λοιδορήθηκαν κάποτε σάν  «αλήτες – ρουφιάνοι» και τώρα συλλήβδην κι’ άκριτα όλοι ως όργανα διαπλοκής με την πολιτική και οικονομική εξουσία  και την διαφθορά  του κοινωνικού παρασκηνίου αυτού του τόπου, όμως σε τοπικό  επίπεδο -εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, που εντοπίστηκαν και  καταδικάστηκαν- οι Τρικαλινοί δημοσιογράφοι έμειναν  μακριά από τα φαινόμενα αυτά. Και για λόγους  σεβασμού  προς το λειτούργημά τους, όπως εξακολουθεί να θεωρείται και να το βλέπει η κοινωνία, αλλά και απ΄ την ιδιαίτερη μορφή  που πήρε η  έκδοση των πρώτων τοπικών εφημερίδων, να βρίσκονται στα χέρια  Συντακτών, ή συνεργατικής δημοσιογράφων και τυπογράφων και μόνο τελευταία υποτονικά και  σε επιχειρηματικό επίπεδο. Κοντολογής  οι εφημερίδες  στα Τρίκαλα, είναι καρπός κι΄ έκφραση ευγενούς φιλοδοξίας  κάποιων για  προσφορά, κι΄ όχι με στόχο  το επιχειρηματικό κέρδος.  Και η δημοσιογραφία ήταν και εξακολουθεί να παραμένει ο κυριότερος  μοχλός πίεσης, με όπλο την δημοσιότητα, που όλοι  την φοβούνται, για την διόρθωση των «κακώς κειμένων» και  το τελευταίο καταφύγιο  προστασίας  του  πολίτη  απ΄ τις αυθαιρεσίες της  εξουσίας. Προμετωπίδα τους ο Θούριος του Ρήγα Φεραίου  «σωστά λογάται, όποιος ελεύθερα λογάται».

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ  ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ   

Δεν  νομίζω  πως η προσωπική επαγγελματική μου ζωή ενδιαφέρει  τους αναγνώστες σου  -για να απαντήσω  σε άλλο ερώτημά σου.  Και αν τελικά προχωρώ  στην  καταγραφή της, το κάνω επειδή αξίζει να γίνει μιά αναφορά σε όλους τους συναδέλφους μου, που παρέλαβαν το βαρύ φορτίο μιάς παράδοσης 137 περίπου χρόνων, μετά την απελευθέρωση της πόλης  μας από την Τουρκοκρατία και την συνεχίζουν ,ώστε τα Τρίκαλα  να είναι  ιστορικά, η πρώτη Θεσσαλική πόλη που απόκτησε εφημερίδα («Φάρος του Ολύμπου» 1881), αλλά και μία θάλεγα  εφημεριδομάνα, που ενώ δεν μπορεί να θρέψει, ιδιαίτερα σήμερα, τα πολλά

παιδιά της, λόγω  πενιχρών οικονομικών, εξακολουθεί  ασταμάτητα  να γεννοβολάει. Τέλος και για  να αποτυπώσω  την δύσκολη και κάτω από αντίξοες συνθήκες  σταδιοδρομία στο επάγγελμα, πολλών συνοδοιπόρων συναδέλφων της  γενιάς  μου και σημερινών.

ΑΠΟ ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΣΕ ΥΠΟΓΕΙΑ

Μπορώ να πώ λοιπόν, αφού μου το ζητάς, πως η δημοσιογραφική μου ζωή, υπήρξε μία ταλαιπωρημένη ιστορία, που ούτε την ονειρεύτηκα σαν νέος αλλά και ούτε την επεδίωξα.

Ήλθε όμως συμπτωματικά κι΄ έδεσε με την αγάπη μου πρός την  κοινωνική δικαιοσύνη. Έτσι  όταν αναγκάστηκα να διακόψω  τις  σπουδές μου στην Νομική  Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αγκιστρώθηκα στην ιδέα πως και η δημοσιογραφία, είναι  ένα βήμα, απ ΄το οποίο μπορεί κανένας  και  χωρίς  πτυχίο να υπηρετήσει  το  κοινό  περί  δικαίου  αίσθημα. Αυτό ακριβώς υπήρξε και  το άλλοθι  που με κράτησε  για πάντα αιχμάλωτο  της τυπογραφικής  μελάνης και του αντιμονίου των  τυπογραφείων. Αρχίζοντας το 1953, μετά την αποφοίτησή μου από το Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων της οδού Χαριλάου Τρικούπη -από το υπόγειο γραφείο και τυπογραφείο της εφημερίδας  «Ελευθέρα  Γνώμη» των αείμνηστων Χρ. Μπακάλη και Κωνσταν. Κωνσταντινίδη και στην συνέχεια σε άλλα δύο υπόγεια της οδού  Ασκληπιού, εκείνο του αείμνηστου γιατρού και βουλευτή  Αριστοτέλη Αντωνίου και απέναντι του Γιώργου Τσαγκούλη, μέχρι το 1972 που ανεβήκαμε στο ισόγειο  της πολυκατοικίας Κώτση, στον ίδιο πάντα δρόμο .

Η μόνη …παρηγοριά μου ότι, και πολλοί, αν  όχι όλοι οι συνάδελφοι …σέρνονταν τότε από υπόγειο  σε υπόγειο κι΄ επειδή οι ιδιοκτήτες ισόγειων απέφευγαν τις  μισθώσεις  σε εφημερίδες  και  τυπογραφεία και γιατί τα ενοίκια ήταν  ακριβά. Όμως μου δίνεται η ευκαιρία να ομολογήσω, πως από το υπόγειο της 25ης Μαρτίου  ξεκίνησε και η καλή μου τύχη, να γνωρίσω και τελικά να συμπορευτώ επί μισό και πλέον αιώνα με την τυπογράφο Στέλλα, που όπως και οι γυναίκες-τυπογράφοι άλλων συναδέλφων μου, γνωρίζοντας την ιδιομορφία  του επαγγέλματός μας, με τα ξενύχτια, τη δουλειά Κυριακές και αργίες, σήκωσε το βάρος μιάς, πολύτεκνης μάλιστα, οικογένειας.

Η παρουσία μου στην δημοσιογραφία συμπορεύεται με τις  ραγδαίες  αλλαγές  και προόδους στην  τέχνη της  τυπογραφίας , απ΄ την  εποχή του Γουετεμβέργιου με τα μολυβένια στοιχεία, την λινοτυπία με το λιωμένο μέταλλο και τις μήτρες, την φωτοσύνθεση και τώρα με τους ηλεκτρονικούς  υπολογιστές, που η όλη διαδικασία σύνταξης και έκδοσης μιάς εφημερίδας  έχει απλοποιηθεί.

ΚΑΙ ΤΑ ΘΕΤΙΚΑ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ

Η  δημοσιογραφία, μπορεί  να είναι ένα  «ανάποδο»,ως προς τις συνθήκες  άσκησης και το ωράριο επάγγελμα, εξακολουθεί όμως  να φαντάζει  και σαν  μία γλυκόηχη  και ελκυστική  Σειρήνα στα αυτιά όσων φιλοδοξούν να ξεφύγουν  απ ΄ τον κλοιό του βιοποριστικού επαγγέλματος. Καί προσφέρει πολλές συγκινήσεις. ’Οταν ο δημοσιογράφος  γίνεται πρώτος αποδέκτης  κάποιων  γεγονότων την ώρα που οι άλλοι ακολουθούν την ρουτίνα μιάς εμπεδωμένης καθημερινότητας. Όπως και  την προσωπική μου έκπληξη ,όταν το βράδυ της 4ης Οκτωβρίου 1955, μάθαινα με τηλεφώνημα του ανταποκριτή μας στην Αθήνα και δημοσίευα το

πρω΄ί΄ , κατ΄αποκλειστικότητα  στην  «Ελευθέρα Γνώμη»  που εργαζόμουν  νυκτερινός Συντάκτης, την είδηση  θανάτου  του στρατάρχη και πρωθυπουργού της  χώρας  Αλέξανδρου Παπάγου.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ  ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Έχει λοιπόν και την αίγλη του το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Να διεισδύεις και να γνωρίζεις, από πρώτο χέρι καλά την κοινωνία όπου ζείς. Όπως και ευκαιρίες γραπτής ή άλλης  παρέμβασης. Μία παράμετρο της  δημοσιογραφίας, που θα επιχειρήσω  να επιβεβαιώσω  μέσα από ένα απλό γεγονός. Πρίν από πολύ καιρό, είχα διαβάσει  για  περιστατικό με την νεαρή  συναδέλφου Νικολέττα Μούκα, που κλήθηκε ως  δημοσιογράφος και βρέθηκε να παρακολουθεί  την  απειλή  κάποιου  κοριτσιού  να  πηδήσει από  μπαλκόνι και τελικά, συζητώντας μαζί του, το έπεισε να μην προχωρήσει στο απενοημένο διάβημά του. Αυτό  το περιστατικό μου θύμισε και μια δική μου μικρή παρέμβαση σωτηρίας, όχι  κάποιου υποψήφιου αυτόχειρα, αλλά ενός έτοιμου να καταρρεύσει οικονομικά, επιχειρηματία.

Γυρίζω στην  δεκαετία το ΄60, όταν νεαρός  τότε δημοσιογράφος, με όρεξη  για δουλειά κι΄ αναζητώντας κάτι το διαφορετικό και ενδιαφέρον ,πήρα μιά μέρα το  λεωφορείο της γραμμής και πήγα στο Νεοχώρι, όπου είχα μάθει ότι λειτουργούσε ένα μικρό εργοστάσιο συντοπίτη μετανάστη, που επανήλθε απ΄ τη Γερμανια και έφτιαχνε πάσης φύσεως βούρτσες από τρίχες ουράς αλόγων (οδοντόβουρτσες, βούρτσες  χτενίσματος και  καθαριότητας, σφουγγαρίσματος και παπουτσιών και άλλες). Ο ιδιοκτήτης του Γιώργος Θεοχάρης με ενημέρωσε για την λειτουργία του εργοστασίου με αρκετούς εργαζομένους, μου  αποκάλυψε όμως ότι βρίσκονταν στα πρόθυρα  αναστολής  λειτουργίας, από έλλειψη κεφαλαίου κίνησης, καθώς η Αγροτική Τράπεζα δεν ενέκρινε την αίτησή του για χορήγηση ενός δανείου. Την άλλη ημέρα στα «Τρικαλινά Νέα» έγραψα ένα μεγάλο ρεπορτάζ, με τον λίγο  σκωπτικό τίτλο «Ένα εργοστάσιο τρίχας κινδυνεύει να κλείσει», καυτηριάζοντας έντονα την αρνητική στάση της Τράπεζας  να χορηγήσει το δάνειο. Ύστερα από μερικές ημέρες, ενώ καθόμουνα στο γραφείο μου ,στο οίκημα Κώτση, βλέπω να μπαίνει περιχαρής ο Θεοχάρης και να μου αρπάζει το χέρι για να το φιλήσει.

-Τι συμβαίνει, τον ρωτάω  ξαφνιασμένος  με την κίνησή του.

-Αμάν αδελφέ μου  μ΄ έσωσες. Μετά το δημοσίευμά σου, με κάλεσε ο Διευθυντής της ΑΤΕ και μού δωσε το δάνειο.

Ο Γιώργος Θεοχάρης ορθοπόδησε οικονομικά, ανέπτυξε μία αξιοζήλευτη δραστηριότητα και οι συγχωριανοί του  τον τίμησαν, εκλέγοντάς  τον και πρόεδρο  της Κοινότητας και της τοπικής ποδοσφαιρικής  ομάδας.

ΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ ΔΥΟ ΗΡΩΩΝ

Με ρωτάς αν  κάτι απ’ τη δημοσιογραφική μου δραστηριότητα, μένει περισσότερο χαραγμένο στη μνήμη  μου. Αλήθεια τί θα μπορούσε να είναι άλλο, από την αποκατάσταση και  απόδοση, έστω και καθυστερημένα, ύστερα από 64 χρόνια άγνοιας  και σκόπιμης σιωπής, της οφειλόμενης τιμής σε δυο μικρούς ήρωες των Τρικάλων, τον 16χρονο λουστράκο της κεντρικής πλατείας Βασίλη Κουβέλα, που κρεμάστηκε από τους φασίστες κατακτητές επειδή ανήμερα της  επετείου της  25ης Μαρτίου ,άπλωσε μιά μεγάλη Ελληνική σημαία, στην ανατολική πλευρά του Ιταλοκρατούμενου το 1943  Φρουρίου μας και τον 11χρονο Γιαννάκη Χατζηγιάννη, το ξυπόλυτο  προσφυγόπουλο του Συνοικισμού, που σκότωσαν απάνθρωπα δυό φασίστες, τον  Αύγουστο του 1943, γιατί πήγαινε μια κουβέρτα στον μεγαλύτερο αδελφό του Μιχάλη, που ήταν ένοπλος αντάρτης στην Πηνειάδα. Δυό αναθηματικές πλάκες, η μία στο κη πάριο κάτω απ’ τον Άγιο Δημήτριο στο Βαρούσι και η άλλη στην πλατεία του Προσφυγικού Συνοικισμού, μαρτυρούν τώρα για τα καθυστερημένα αποκαλυπτήρια δύο συγκλονιστικών γεγονότων της κατοχής.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Τα ότι έγραψα βιβλία, ισάριθμα με τα 14 σήμερα εγγόνια μου, δεν πρέπει να μεγαλοποιείται αφού όλοι σχεδόν οι δημοσιογράφοι περνούν συνήθως από την δημοσιογραφία, στην βιβλιογραφία, που φαντάζουν σαν δίδυμες αδελφές. Μικρή δική  μου ικανοποίηση είναι ότι η πολύχρονη έρευνα για την συγγραφή αυτών των πονημάτων, απέδωσε μια ευρύτατη και ίσως μοναδική ανθρωπογραφία Τρικαλινών (γιατρών ,δικηγόρων, φαρμακοποιών, γεωπόνων, κτηνιάτρων, αρχόντων και ταπεινών, γνωστών κι΄ άγνωστων) χρήσιμη ίσως στους  μελλοντικούς μελετητές του δημογραφικού των  Τρικάλων.

Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ…ΣΤΟΝ  ΓΥΨΟ

Όσο για την άσκηση της δημοσιογραφίας κατά την επτάχρονη δικτατορία του 1967,λίγο πολύ είναι γνωστό  ότι ,από τις  τέσσερες τοπικές καθημερινές εφημερίδες που κυκλοφορούσαν  τότε, με απόφαση του στρατιωτικού διοικητή Μεράρχου Πανδή, έκλεισαν επί δέκα μέρες τα «Τρικαλινά Νέα» και η «Ελευθέρα Γνώμη» που εξέδιδε τότε ο Περικλής Βασιλός  με τον αδελφό του Ναπολέοντα, ενώ κυκλοφορούσαν η  «Αναγέννησις» και «Η Έρευνα». Με παρέμβαση  του Μητροπολίτη Διονυσίου , για να μην πεινάσουν τριάντα περίπου Τρικαλινές οικογένειες, οι  δύο αντικαθεστωτικές εφημερίδες ξανακυκλοφόρησαν, κάτω

από αυστηρή όμως λογοκρισία, αρχικά από  Στρατιωτικούς(Ταγματάρχης  Κοραής)και στην συνέχεια από εξουσιοδοτημένη από την Χούντα μικτής επιτροπής Δημοσίων υπαλλήλων και δασκάλων, που έκαναν κάθε βράδυ  έλεγχο ένός πρώτου φύλλου  των εφημερίδων, που προσκομίζονταν  στο Τμήμα Ασφαλείας (οίκημα  Θεοδοσοπούλου στην οδό  Ασκληπιού, όπου πρίν το Γυμνάσιο Θηλέων και τώρα βιβλιοπωλείο Τσιοπελάκου δίπλα απ΄ τά καταστήματα  Καλκαντάρα) και αφού έμπαινε η εγκριτική υπογραφή ,συνεχίζονταν η εκτύπωση όλων των φύλλων. Εκείνο που έμεινε χαραγμένο στην μνήμη μου,είναι το καθημερινό σχεδόν  πρωινό  τηλεφώνημα  του διευθυντή  του Α2 της Μεραρχίας  κάποιου ονόματι Ράγιου που είχε μεταβληθεί σε …εφιάλτη για τον Διευθυντή της εφημερίδας Κορδαλή, δεν είδα σήμερα κανένα σχόλιο για την Εθνοσωτήρια Επανάσταση.

-Καλά κύριε ταγματάρχα, θα επανορθώσουμε αύριο…

Ενώ  καθημερινά μας έρχονταν στοίβες από σχόλια υπέρ της Επαναστάσεως.

Και τέλος και κλασσική η ερώτηση  ποιόν θεωρώ δάσκαλό μου στην δημοσιογραφία, η απάντησή μου ήταν αυθόρμητη. Είχα την τύχη και την καλή  συγκυρία, όταν κατέβηκα τίς σκάλες της «Ελευθέρας Γνώμης», στα γραφελια της οδού 25ης Μαρτίου να συναντήσω τον Αλέκο Κορδαλή, ένα δημοσιογράφο εργασιομανή, απόφοιτο του παλιού Σχολαρχείου, με άριστες γνώσεις γραμματικής και συντακτικού, ζωντανό αρχείο της πρόσφατης ιστορίας – κι΄ ιδιαίτερα της εθνικής  μας αντίστασης, με ενεργό συμμετοχή σ΄ αυτήν, με πολλές γνωριμίες ανθρώπων, που άνοιγαν διάπλατα τις πόρτες της πληροφόρησης, στοιχείο σημαντικό για  ένα δημοσιογράφο. Όμως δεν μπορώ να παραβλέψω  και την συνεργασία μου με τον αείμνηστο  Αποστόλη Μπακοβασίλη, πατέρα του σημερινού συναδέλφου Σωτήρη Μπακοβασίλη, που θεωρώ ότι με μύησε γρήγορα και σωστά στο ελεύθερο ρεπορτάζ, καθώς γυρίζαμε καθημερινά όλη την πόλη και από δημόσια  υπηρεσία σε  υπηρεσία (όπως  την Νομαρχία, τον Δήμο, Αστυνομία , Διεύθυνση Γεωργίας) για την συγκέντρωση πληροφοριών, κάτι που συνεχίστηκε και μετά τον πρόωρο και τραγικό θάνατό του, που συγκλόνισε τα Τρίκαλα, με τον  συνάδελφο και διαχρονικά φίλο Κώστα Παπαδογεώργο, ενώ με την ευκαιρία αυτή να αναφέρω και πλειάδα άλλων  καλών δημοσιογράφων, που  συνεργάστηκα μαζί τους ,με πρώτους και καλύτερους τους συνεργάτες μου στην έκδοση των «Τρικαλινών Νέων» Τάκη Σαμπανίκο και Κώστα Μπράβο και άλλους συναδέλφους που δούλεψαν για λίγο ή περισσότερο στην  ίδια εφημερίδα, τον Λάζαρο Τσουμένη, τον Βασίλη  Αλεξίου, τον Σωτήρη  Κύρμπα, τον Κώστα  Αναστασίου, τον  Θανάση Μιχαλάκη, την Μαρία Μπαλαμπέκου και άλλους που έγραψαν η γράφουν την δική τους θετική ιστορία στον χώρο της τοπικής δημοσιογραφίας, όπως ο Βασίλης Σαργιώτης, ο Νίκος Πεταράκης, ο Στέφανος Βουτσελάς, ο Λάζαρος Μάμαλης, ο Θανάσης Βλάχος, ο Πάνος Γιδόπυλος, ο Άρης Κόντας, η Ελένη Χολέβα, η Δήμητρα Γεωργίου, η Ευαγγελία Κάκια, η  Ευαγγελία  Σωτηρίου και από άλλο μέσο  και πόστο ο Κώστας Αργυρούσης, ο Γιώργος Παπαγεωργόπουλος και άλλοι που άς με συγχωρέσουν, αν μού δια-  φεύγουν αυτή την στιγμή τα ονόματά τους.

Ο Θύμιος Λώλης (στα αριστερά) τον καιρό που κάλυπτε (εκτός των άλλων) και το αθλητικό ρεπορτάζ. Μαζί του ο Κατσανούλης (στη συνέχεια εργάστηκε για πολλά χρόνια στη Λάρισα) και ο Κώστας Παπαδογιώργος που επίσης κάλυπταν τον τότε αγώνα του Α.Ο. Τρίκαλα με τον Ηρακλή Θεσσαλονίκης στις 27 Ιουνίου 1965 για το πρωτάθλημα της Α’ Εθνικής. Εντυπωσιάζει η εφευρετικότητα των ρεπόρτερ που με τα αυτοσχέδια «χωνιά» με το χαρτί των εφημερίδων τους προστατεύονταν (όσο ήταν δυνατόν) από το λιοπύρι. Ας παραδειγματιστούν οι νεότεροι αθλητικογράφοι από τις τότε συνθήκες και ας μην… γκρινιάζουν όταν τους τυχαίνει κάποια αναποδιά. Η φωτογραφία και το σχόλιο ανήκουν στον συνάδελφο Σωτήρη Κύρμπα

ΜΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΚΙ΄ ΕΝΑΣ   «ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ»

Πάρα πολύ μεγάλο ρόλο στην  καθιέρωση δημοσιογραφίας  υψηλών  απαιτήσεων, διεδραμάτησαν  οι εκδότες των δύο ιστορικών εφημερίδων «Αναγέννησις» Ιωάννης  Θεοδωρόπουλος και «Θάρρος» Λεωνίδας Κλειδωνόπουλος, ιδιαίτερα  εκείνος  που θεωρείται αξεπέραστος αρθρογράφος, ενώ ξεχωριστή αναφορά στην τριάδα  Λάμπρος Κατσιάμπας, Λάκης Κυριακός και  Απόστολος  Μπακοβασίλης που ανέλαβαν την διεύθυνση της εφημερίδας «Έρευνα» και την  διατήρησαν μέχρι πρόσφατα, όπως και σ΄ ένα  «Πατριάρχη» τον Θόδωρο Δημόπουλο, που όμως μετά την πυρπόληση του  «Θάρρους» τον Αύγουστο του 1948, μεταδημότευσε στον Βόλο, όπου ανέλαβε Αρχισυντάκτης, μέχρι την  συνταξιοδότησή του.

ΚΑΙ  ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Και για φεδρύνω λίγο τα άπομνημονεύματα, στα οποία με παρέσυρες, θα επιτρέψεις να πώ πως, αν και δεν πιστεύω στην αριθμοσοφία, η διαδομή στον χώρο του τοπικού Τύπου, με έπεισε ότι κάποιοι αριθμοί, μπερδεύονται συμπτωματικά  στη ζωή μας, όπως και στην δική μου. Όταν δηλαδή γεννήθηκα, με τρείς «κορφές» μαλλιών στο κεφάλι που δυσκόλευαν αφάνταστα να κάνω την «πόλκα», μερικοί  μάντεψαν ότι θα ήμουν τυχερός και θα πάρω τρείς γυναίκες. Επαληθεύτηκαν εν μέρει, αλλά αρνητικά, γιατί ενώ παρέμεινα μονογαμικός, κατέβαινα σε τρία υπόγεια εργάστηκα σε τρείς εφημερίδες («Ελευθέρα Γνώμη», «Τρικαλι-

να Νέα» και «Δημοκρατικόν  Φώς», έχω  τρείς κόρες –κι΄γιό- και άλλα πολλά ήσσονος  σημασίας ,που δεν ενδιαφέρει να αναφερθούν.

 

Σχόλια

σχόλια