Πολιτική εκδήλωση στο «Rossonero» για το Μακεδονικό

Πολιτική εκδήλωση στο «Rossonero» για το Μακεδονικό

Πολιτική – εκδήλωση πραγματοποιεί αυτή την Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου ο Αυτοδιαχειριζόμενος Κοινωνικός Χώρος «Rossonero» για το Μακεδονικό.

Κεντρικοί ομιλητές θα είναι οι Τάσος Κωστόπουλος ιστορικός και δημοσιογράφος στην «Εφημερίδα των Συντακτών» και ο Νίκος Νικήσιανης μέλος της Αντιρατσιστικής Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκης.

Η εκδήλωση έχει προγραμματιστεί γα τις 8 μ.μ.

Καμία υποχώρηση στον Εθνικισμό

ΚΑΜΙΑ ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟ

  1. Το όλο ζήτημα που προέκυψε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 σχετικά με το όνομα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας οφειλόταν στην κατηγορηματική άρνηση του ελληνικού κράτους να περιλαμβάνεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο ο όρος «Μακεδονία» στην ονομασία της γειτονικής χώρας. Επρόκειτο για μια εξωφρενική απαίτηση, τόσο από ιστορική όσο και από πολιτική άποψη, την οποία στήριξαν όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα πλην του ΚΚΕ, προπαγάνδισαν με φανατισμό όλα τα συστημικά ΜΜΕ, αγκάλιασε με το ρατσιστικό μίσος που τη διακρίνει απέναντι στον «πλησίον» όταν δεν είναι «δικός μας» η Εκκλησία και υιοθέτησε η μεγάλη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Και η Ελλάδα αποφάσισε μονομερώς ότι δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος, όπως ακριβώς η Τουρκία αποφάσισε ότι δεν υπάρχουν Κούρδοι…
  2. Ο επιθετικός ελληνικός εθνικισμός που αναπτύχθηκε εκείνη την εποχή, παράλληλα με την κατάρρευση του «υπαρκτού», την εμπέδωση της «νέας τάξης πραγμάτων» και τη μαζική είσοδο αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα, αποτέλεσε τον αρνητικότερο παράγοντα όχι μόνο για τις σχέσεις με τη γειτονική χώρα, αλλά και για το εσωτερικό της δικής μας χώρας. Συνέβαλε καθοριστικά στη συσκότιση των κοινωνικών και ταξικών επίδικων που έθετε η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού εκείνη την περίοδο και στην ιδεολογική/πολιτισμική οπισθοδρόμηση μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας.
  3. Στη Δημοκρατία της Μακεδονίας υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει εθνικισμός. Ο εθνικισμός που είναι σύμφυτος με το έθνος-κράτος, την αφήγηση, τους μύθους και το φαντασιακό που συγκροτούν την πολιτική συνοχή και την κοινωνική νομιμοποίησή του, ιδιαίτερα όταν είναι νεοσύστατο, πολυεθνικό και νοιώθει απειλούμενο. Αναμφίβολα, ωστόσο, ο εθνικισμός στη Δημοκρατία της Μακεδονίας εντάθηκε ως αντανάκλαση στον ελληνικό εθνικισμό. Οι ιαχές των εθνικιστικών συλλαλητηρίων στη χώρα μας «η λύση είναι μία, σύνορα με τη Σερβία» είναι πασίγνωστο πως αποτελούσαν έναν από τους σχεδιασμούς της ελληνικής κρατικής πολιτικής και το ελληνικό βέτο στη συμμετοχή της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ φυσιολογικά ευνόησαν την μακεδονική εθνικιστική συσπείρωση με τα φαιδρά συνακόλουθα (αγάλματα, σημαίες, ονομασίες κλπ). Έτσι λοιπόν, παρότι στην αρχή της κρίσης ο Γκλιγκόροφ πρότεινε σύνθετη ονομασία για τη χώρα του, την οποία αρνήθηκε μετά βδελυγμίας η ελληνική κυβέρνηση, τελικά το ζήτημα του ονόματος έμεινε μετέωρο, το εθνικιστικό VMRO ανέλαβε την κυβερνητική εξουσία, η Δημοκρατία της Μακεδονίας αναγνωρίστηκε με το συνταγματικό όνομά της από όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου και απέμεινε το ελληνικό βέτο ως προς τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Και το αλήστου μνήμης εμπάργκο που αποτέλεσε εξαιρετικό θερμοκήπιο για χρυσοφόρα λαθρεμπόρια και μπίζνες για τον ελληνικό αστισμό.
  4. Αρκετοί αρνητές της ονομασίας της γειτονικής χώρας με το συνταγματικό όνομά της, αλλά ακόμα και με σύνθετο, ισχυρίζονται ότι αυτό το κάνουν για να μην εγερθεί από τη Δημοκρατία της Μακεδονίας ζήτημα ύπαρξης μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα. Στην ελληνική Μακεδονία, ιδιαίτερα στη δυτική, υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι που στην καθημερινότητά τους επικοινωνούν στη μακεδονική γλώσσα και αισθάνονται εθνικά Μακεδόνες. Μέχρι τη δεκαετία του ’90 υπήρχαν πολλοί ηλικιωμένοι που μιλούσαν αποκλειστικά μακεδονικά, μια ολοκληρωμένη προφορική και γραπτή γλώσσα με πολλά κοινά στοιχεία με τα βουλγαρικά αλλά ουδεμία σχέση με τα ελληνικά. Αντί, λοιπόν για στρουθοκαμηλισμούς και απαγορεύσεις που οδηγούν σε αθλιότητες όπως εκείνη της απαγόρευσης το 1982 της επιστροφής όσων πολιτικών προσφύγων του εμφυλίου ήταν «αλλογενείς» (δηλαδή Μακεδόνες), -ενώ ταυτόχρονα το ελληνικό κράτος αρνείται να αναγνωρίσει αυτή ακριβώς την «αλλογένεια» στην επικράτειά του-, η Ελλάδα οφείλει να σεβαστεί όλα τα δικαιώματα των εθνικά Μακεδόνων ελλήνων πολιτών που ζουν στο έδαφός της, όπως ακριβώς συμβαίνει με την ελληνική μειονότητα που ζει στη Νότια Αλβανία.
  5. Αυτή την περίοδο, η κυβέρνηση Ζάεφ, υπό τα σκληρά αντιπολιτευτικά πυρά του VMRO, αποφάσισε να συμμετάσχει σε συνομιλίες με την Ελλάδα, υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ, με στόχο το συμβιβασμό σε μια κοινά αποδεκτή σύνθετη ονομασία της γειτονικής χώρας. Προφανώς, τα κίνητρά της, δεν είναι… διεθνιστικά (αποτελεί φιλελεύθερη κυβέρνηση ενός αστικού κράτους), αλλά πολιτικά, σχετιζόμενα κυρίως με τη συνοχή και τη σταθερότητα της χώρας, και οικονομικά, αφορώντα κυρίως εμπορικές συναλλαγές και επιδοτήσεις. Όσοι επικαλούνται ανθελληνικές σκοπιμότητες και «ιμπεριαλιστικούς δάκτυλους» στο συμβιβασμό για το όνομα, «ξεχνούν» ότι η Ελλάδα δυστυχώς αποτελεί τον ισχυρότερο και πιστότερο εταίρο του ΝΑΤΟ στην περιοχή. Για εμάς, η ειρηνική επίλυση, χωρίς ταπεινωτικές ρυθμίσεις και αυταρχικές επιβολές, ενός προβλήματος που συντηρεί και αναζωπυρώνει τον εθνικισμό στις δύο χώρες, συσκοτίζοντας τα πραγματικά προβλήματα των λαών τους, είναι θετική.
  6. Απαιτούμε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, παρ’ όλες τις εθνικιστικές κραυγές του εταίρου της, να μην εγκαταλείψει τις συνομιλίες, υπό την πίεση των εθνικιστικών συλλαλητηρίων και της τηλεοπτικής φαιάς προπαγάνδας, και κυρίως να μην υπονομεύσει, ακυρώνοντάς τες τελικά, θέτοντας ανέφικτους και απαράδεκτους όρους στην άλλη πλευρά (π.χ, αλλαγή του Συντάγματος) ή ζητώντας δηλώσεις πολιτικής υποταγής και εξάρτησης. Ένα ναυάγιο των συνομιλιών θα ισχυροποιήσει πολύ περισσότερο τον εθνικιστικό/ακροδεξιό πόλο και θα επιβαρύνει το γενικό κοινωνικοπολιτικό κλίμα σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την έναρξη της συζήτησης για το συμβιβασμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τεράστιες ευθύνες, με τη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξή του, για τη διάψευση των ελπίδων και τη συνακόλουθη ιδεολογική συντηρητικοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Με αυτή την έννοια, η χειρότερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει είναι, μετά την παράδοσή του στα μνημόνια, να υποταχθεί στον εθνικισμό.
  7. Μας ανησυχεί και ενίοτε μας εξοργίζει η στάση μιας μερίδας κομμάτων και οργανώσεων της Αριστεράς. Γενικόλογες αναφορές στον ιμπεριαλισμό και τους εθνικισμούς χωρίς καμία συγκεκριμένη αναφορά στην «ταμπακέρα», το όνομα του γειτονικού κράτους, πρωτόγονος αντισυριζισμός που μάλλον κολακεύει την κυβερνητική πολιτική παρά την αποδομεί, ποικιλόμορφα κλεισίματα ματιού στον ελληνικό εθνικισμό με αναφορές στα «αλυτρωτισμό», δειλή αποσιώπηση κάθε αναφοράς στους ντόπιους Μακεδόνες στην Ελλάδα και στην επιστροφή των μακεδόνων πολιτικών προσφύγων του εμφυλίου και των οικογενειών τους και -το χειρότερο- «αντιμνημονιακό» ξέπλυμα των εθνικιστικών συλλαλητηρίων…
  8. Είναι γνωστό ότι από τις απαρχές της κυριαρχίας του καπιταλισμού, ο εθνικισμός αποτέλεσε την πιο αποτελεσματική ιδεολογία μέσω της οποίας η κάθε αστική τάξη εξασφάλιζε την ηγεμονία της. Έτσι και σήμερα, η προοπτική να ξεχάσουν οι εργαζόμενοι την κρίση, τις ταξικές αιτίες και τις συνέπειές της μετέχοντας σε «πατριωτικές» κινητοποιήσεις είναι βούτυρο στο ψωμί των ελληνικών ελίτ. Το γεγονός αυτό, μαζί με την προοπτική να κολυμπούν σαν ψάρια στο νερό της περιρρέουσας ατμόσφαιρας τα ναζιστικά καθάρματα, μας είναι και από μόνο του αρκετό για να δηλώνουμε με τον πιο κατηγορηματικό τόνο:

Καμιά υποχώρηση στον Εθνικισμό –  Οι γειτονικοί λαοί δεν είναι εχθροί μας.

 

Σχόλια

σχόλια