Οταν Ληθαίος αγριεύει… δεν ξεχνά… (φωτογραφίες – ιστορικό)

Οταν Ληθαίος αγριεύει… δεν ξεχνά… (φωτογραφίες – ιστορικό)

Έναν άλλο ποταμό, είδαν σήμερα όσοι περπάτησαν δίπλα στον Ληθαίο: Αγριο, θυμωμένο, ορμητικό, λες και μανιασμένα ήθελε να βγει από τα στενά όρια των λίγων μέτρων γης που του έχουν δώσει, για πάνω από έναν αιώνα τώρα, να διατρέχει την πόλη.

Βγήκε από την σκαμμένη κοίτη που κυλάει ήσυχα όλον τον υπόλοιπο καιρό, προσφέροντας ηρεμία στους επισκέπτες και λήθη από τις σκέψεις που βασανίζουν το μυαλό τους.

Λήθη… και σε όσα ο ίδιος είχε κάνει πριν τον «φυλακίσουν» για το μεγάλο του «έγκλημα» το 1907… Τότε που άφησε πίσω του αδιευκρίνιστο αριθμό θυμάτων (ο επίσημος κατάλογος των καταμετρημένων αναφέρει περί τους 100-150, αλλά λαμβάνοντας υπόψην τις λίστες των αγνοουμένων και εξαφανισθέντων, τα θύματα ενδεχομένως ξεπερνούν τους 400! –ορισμένοι κάνουν λόγο για 600!!), χιλιάδες άστεγους (1200-2000 οικίες κατέρρευσαν ολοσχερώς μέσα στην πόλη), πλήθος νεκρών ζώων και ολοσχερή καταστροφή της γεωργικής & κτηνοτροφικής παραγωγής των χωριών στις όχθες του ποταμού (Σπαθάδες, Βασιλική, Μικρό Κεφαλόβρυσο, Μεγάλο Κεφαλόβρυσο, Ράξα, Σωτήρα, Περδικοράχη, Ρίζωμα, Πατουλιά, Γλύνος, Νομή, Λόγγος, κ.α.).

Μόνο που οι άνθρωποι δεν… ξεχνούν…

ληθαιος

«Ιούνιος 1907 :Ημέρα Δευτέρα 4 του μηνός, ημέρα παζαριού για τα Τρίκαλα, ζεστή καλοκαιριάτικη ημέρα, ουρανός καθαρός. Κατά τις 5 το απόγευμα μαύρα σύννεφα σκέπασαν την πόλιν, σκοτείνιασε ο ουρανός και φωτιζότανε από τις συνεχείς αστραπές.

Οι Τρικαλινοί και ιδίως οι χωρικοί χάρηκαν, περίμεναν να βρέξει. Για να σωθούν τα σπαρτά που κινδύνευαν.

 Προ 15 μάλιστα ημερών είχαν κάνει λιτανεία διά βροχήν.Η χαρά των όμως ύστερα από μισή ώρα, μετεβλήθη σε αγωνία και φόβον. Αυτή δεν ήτο βροχή, αυτή ήταν κατακλυσμός. Μέσα σε λίγες μέρες ξέσπασαν 12 φοβερές καταιγίδες, πρωτοφανείς.

Στις 10.30 μ.μ. μετά την τελευταία μπόρα, ακούστηκε μια δυνατή βοή από τα δυτικά, από την συνοικία Τρικκαίουγλου. Ένα θεόρατο κύμα κατέβαινε προς την πόλιν με ορμήν, παρεσύρον ό,τι έβρισκε εμπρός του.

Το ποτάμι ο Ληθαίος ξεχείλισε και το νερό άρχισε να απλώνεται στην πόλιν και πρώτα στις παρόχθιες συνοικίες (Τρικκαίγλου-Άγιος Νικόλαος-Βουλγάρικα- Άγιος Κωνσταντίνος).Στις 11.30΄ο ουρανός ξαστέρωσε και το φεγγάρι σαν ειρωνεία φώτιζε την πολιτεία που κατεστραφότανε σιγά-σιγά……»

 Έτσι αρχίζει την περιγραφή της μεγάλης καταστροφής των Τρικάλων ο Δημ. Τρ. Παπαζήσης σ΄ένα ιστορικό του χρονογράφημα του. Και συνεχίζει λίγο παρακάτω :

 «Η Τρίτη 5 Ιουνίου φανέρωσε το μέγεθος της καταστροφής…. Συντόμως διεπιστώθη ότι η θεομηνία ήτο τοπική,είχε την αρχή της στα Χάσια,όπου είναι αι πηγαί του Ληθαίου και αι καταρακτώδεις βροχαί έπεσαν κατά μήκος της λεκάνης του ποταμού, διότι εβεβαιώθη ότι εις την Λαζαρίνα,22 χιλιόμετρα απέχουσαν των Τρικάλων,δεν έπεσεν σταλαγματιά βροχής.

 Την επόμενην ημέραν,Τετάρτην,τα νερά υπεχώρησαν αλλ΄ η όψις της πόλεως είναι αγνώριστος, παχύτατον στρώμα λάσπης καλύπτει τα πάντα.Οι κάτοικοι ανασκάπτουν την λάσπην και με τα χέρια των ακόμη,αναζητώντας προ παντός προσφιλή των πρόσωπα,αλλά και έπιπλα,ρούχα και πράγματα παντός είδους.

Από παντού εζητείτο βοήθεια,από την πόλιν,από τα γύρω χωριά,χωρίς όμως να είναι εύκολος η παροχή της την πρώτην ημέραν,ευκολωτέρα ήτο η διαπίστωσις των τεραστίων υλικών ζημιών,τα ανθρώπινα θύματα ήτο αδύνατον να υπολογιστούν με την λάσπην,η οποία εκάλυπτε εις αρκετόν πάχος την πόλιν.

 Όλαι αι γέφυραι αι συνδέουσαι την πόλιν παρεσύρθυσαν, πλην της κεντρικής σιδηράς. Ήτις υπέστη ζημίας, αλλ΄ αντέστη εις την ορμήν του ύδατος, και διευκόλυνε την επικοινωνίαν της πόλεως.

 Η αναγνώρισις των θυμάτων είναι δύσκολος, η ταφή των ενεργείται υπό φρικιαστικάς συνθήκας και συνεχίζεται επί πολλάς ημέρας.Η πείνα αρχίζει να μαστίζει την πόλιν,δυο μόνον αρτοποιεία εργάζονται,οι κάτοικοι περιέρχονται την πόλιν φωνάζοντες ψωμί,ψωμί.Χιλιάδες ψυχές είναι στοιβαγμένες εις εκκλησίες,σχολεία,Δημόσια και ιδιωτικά καταστήματα.

Αι αρχαί συνεχίζουν τας εκκλήσεις,διενεργούν έρανον μεταξύ των πλουσίων,ο οποίος όμως δυστυχώς δεν απέδωσεν παρά 13.000 δρχ.Απευθύνονται προς τον πρωθυπουργόν και τον υπουργόν των εσωτερικών,αλλά αυτοί περί άλλα τυρβάζουν. Που να πονέσουν για τα Τρίκαλα»

Από ότι φαίνεται εγκατάλειψη των Τρικάλων από τις κυβερνητικές φροντίδες έχει παράδοση στα Τρίκαλα και δεν είναι τωρινό φαινόμενο.Αλλά ας αφήσουμε το χρονικογράφο να συνεχίσει την περιγραφή του:

«Μετά την στέγην και το ψωμί το πλέον αναγκαίον ήτο η συγκομιδή των πτωμάτων των ζώων των κατακειμένων εις τους δρόμους,τα χάνια,τα χωράφια,διότι η ζέστη του Ιουνίου τα αποσυνέθετε και η δυσοσμία ήταν φρικτή,συνεχώς κάρα διασχίζουν την πόλιν αποκομίζονται πτώματα ζώων.

 Ο λαός ζητεί να τους επισκεφτεί ο Βασιλεύς,ελπίζων από αυτόν βοήθειαν, αφού η κυβέρνησις τους εγκατέλειψε χωρίς ούτε ένας υπουργός να τους επισκεφθεί.Αι αρχαί,οι κάτοικοι όλοι εργάζονται διά να διορθώσουν τα αδιόρθωτα.Την 9ην του μηνός πλήθος κατοίκων μετέβη και κατέστρεψεν την Δέσιν του Μύλου Καραμαλή..».

 Να λοιπόν που αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά ότι μόνο με δυναμικές παρεμβάσεις λύνονται τα προβλήματα.Η πολιτεία φαίνεται ότι περισσότερο τρόμαξε από την καταστροφή του Μύλου Καραμαλή παρά από την καταστροφή των Τρικάλων.Η κατακραυγή,η αγανάκτηση κάθε μέρα μεγάλωνε και σε λίγες μέρες μια νέα πλημμύρα θα ξέσπαγε και θα παρέσερνε στο διάβα της αυτή τη φορά κάθε κυβερνητική και δημόσια υπηρεσία στη πόλη και το νομό.Μπροστά σ΄αυτή την νέα μπόρα που ήταν έτοιμη να ξεσπάσει με απρόβλεπτες συνέπειες για την έκρυθμη λειτουργία μιας πολιτείας το ελληνικό κράτος εδέησε να παρουσιαστεί γιατί κατά τον χρονικογράφο Δημ. Τρ. Παπαζήση :

 «Επι τέλους την 10ην του μηνός,δηλαδή μετά μία εβδομάδα σχεδόν,έρχεται ο υπουργός των εσωτερικών Καλογερόπουλος,όστις καταλύει εις το ξενοδοχείον Πετρούπολις

« Τα χωρία Κόπραινα,Κουβέλτσι,Βοϊβόντα,Σπαθάδες κατεστράφησαν εντελώς.Τα δε Μεγάλο και μικρό Μέρτσι,Ράξα,Σωτήρα,Σκλάταινα,Πατουλιά,Γλύνους,Κουρμπαλή,Νομή,Λόγγος,Αχμέτ Αγά,Τουρναβοί,Σελίμογλου,Κατίδι,Αγία Μονή έπαθον σοβαράς ζημιάς..

 Το γίνηκε εκείνο το βράδυ δε δύναται να περιγραφή.Από παντού ακούγονταν φωνές απελπισίας, κινδύνου,«Βοήθεια πνηγόμαστε»,άλλοι άφηναν τα σπίτια των και προσέρχονταν σε γειτονικά ασφαλέστερα σπίτια για να σωθούν,που μερικά από αυτά παρέσυραν στο θάνατο τους ζητήσαντες την προστασίαν των, όπως συνέβη εις το σπίτι του παπά-Παπαχρήστου στο Τρικκαίουγλου,στο οποίο επνίγησαν καταπλακωθείσαι 42 ψυχές…».Δημ. Τρ. Παπαζήσης.

Η Καταστροφή των Τρικάλων γίνεται πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες των Αθηνών για πολλές μέρες.Η καταστροφή και οι ζημιές είναι τόσο μεγάλες και ερανικές επιτροπές από πολλές πόλεις στέργουν προς βοήθεια της Πόλης.Ο συμπολίτης δικηγόρος Σωτήρης Περγαντής αυτόπτης μάρτυς της πλημμύρας σε χρονογράφημα του γράφει μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Τότε άρχισε να πέφτει μια πυκνή και βαριά από χοντρές σταγόνες βροχή,που νόμιζες ότι ξαφνικά άνοιξαν οι καταρράκτες του ουρανού και για να προφυλακτώ έτρεξα και τρύπωσα κάτω από τα τσίγκινα στέγαστρα του καφενείου «Η Ενωσις».Εκεί περίμενα να περάσει η μπόρα, όπως πίστευα. Αλλά η ώρα περνούσε και η βροχή γινότανε καταιγίδα με αποτέλεσμα όλοι οι δρόμοι να μεταβληθούν σε ορμητικούς χείμαρρους.Προπαντός η οδός Ηπείρου,που κατηφόριζε από το φρούριο.Τότε,όχι μονάχα εγώ,ο μικρός μαθητάκος του Ελληνικού Σχολείου,αλλά και άλλοι μεγαλύτεροι μου μαθηταί που είχαμε μαζευτεί στα υπόστεγα αρχίσαμε να ανησυχούμε ότι δε θα φτάναμε στα σπίτια μας και αρχίσαμε να κλαψουρίζουμε.Τότε,για καλή μου τύχη,βρέθηκε κοντά μου ένας λεβένταρος κουτσομυλιώτης,φίλος του πατέρα μου,που μ΄άρπαξε κάτω από τη μασχάλη του και με πέρασε στο αντικρινό πεζοδρόμιο.Απ΄εκεί και με τη συντροφιά των μεγάλων έφτασα βουτώντας μες στα νερά,μουσκίδι,στην οδό Διάκου,όπου τότε ήταν το σπίτι μου.

 Και συνεχίζει ο Σωτήρης Περγαντής : «Τα πάντα μου έδιναν την εντύπωση μιας νύχτας κολάσεως,όπως την περιέγραψαν οι παλιοί ιεροκήρυκες.Σ΄αυτή την ψυχική ακαταστασία έπαιζαν το ρόλο τους και οι διάφορες ανέλεγκτες και τραγικές πληροφορίες που παίρνανε οι μεγαλύτεροι από τους τρεχάτους καβαλαραίους αστυνομικούς.Όπως,ότι το νερό σκέπασε ακόμα και τα σιδερένια κάγκελα της κεντρικής γέφυρας.Όπως και πραγματικά τα σκέπασε.Όπως,ότι τα σπίτια πέφτουν το ένα μετά το άλλο και παρασύρουν στο θάνατο και τους ανθρώπους και τα ζώα,που βρίσκονταν μέσα. Όπως πράγματι έγινε.Όλες αυτές οι πληροφορίες, με την τελευταία,ότι τα νερά όλο και ανεβαίνουν προς Αγία Επίσκεψη,μεγάλωσαν τόσο πολύ το φόβο, όχι μονάχα τον δικό μου,αλλά και της γειτονιάς μου,ώστε όλοι μαζί,προς σωτηρίαν μας,ξεκινήσαμε για τον Προφήτη Ηλία.

 Και εκεί πάνω να βλέπουμε τίποτε,αλλά να ακούμε τις φοβισμένες φωνές των παρασυρμένων πνιγμένων από τα νερά ανθρώπων και ζώων,ξημερώσαμε.Οπότε κατά τα – παρ΄ολίγον να γράψω γλυκοχάραμα- χαράματα αντικρίσαμε κάτι το απίστευτο και αφάνταστο και αληθινό.Όλη η πόλη μας και οι συνοικισμοί της,εκτός από το Βαρούσι,ήταν βουτηγμένοι μέσα σε μια απέραντη χωρίς όρια λίμνη,όπου δεν ξεχώριζες τίποτε,ούτε και αυτά τα ποτάμια,που τους περιτριγύριζαν.Απ΄αυτή τη λίμνη έφταναν στ΄αυτιά μας εναγώνιες ανθρώπινες φωνές,που μας καλούσαν σε βοήθεια,που όμως,δυστυχώς,δεν μπορούσαμε να τους την δώσουμε.Αλλ΄απ΄εκεί βλέπαμε ακόμα ανθρώπους ανεβασμένους στις στέγες των σπιτιών και στα δέντρα και άλλους να κατηφορίζουν πνιγμένοι από τα νερά.

Ακόμα και φορτωμένα ζώα και κάρα να κατηφορίζουν παρασυρμένα απ΄τα νερά.Τόση ήταν η δύναμη των πλημμυρισμένων νερών και τόσο πολύ υποφέραμε και αγωνιούσαμε από το μακάβριο αυτό θέαμα,ώστε πολλές φορές κλείναμε τα μάτια μας και βουλώναμε τ΄αυτιά μας,για να μην ακούμε τις απελπισμένες επιθανάτιες φωνές.Ήταν τέτοιο το θέαμα,ώστε μονάχα μια πέννα,σαν του Δάντη,μπορούσε να ζωντανέψει τέτοιες εικόνες.

Κατά το μεσημέρι άρχισαν επιτέλους να υποχωρούν τα νερά, οπότε αποφασίσαμε να αφήσουμε το κατάφυγιόν μας και να πάμε να δούμε τις καταστροφές.Αλλά τι να δούμε!Τους ανθρώπους,που κλαίγανε και ξεθάβανε τους δικούς των!Τους ανθρώπους,που κλαίγανε τα σπίτια τους με τα υπάρχοντά των»….!

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Βασίλη Πάνου «1907 Η πλημμύρα του Ληθαίου»

Χρήστος Κοντός

Σχόλια

σχόλια