H EEKT υποστηρίζει ότι έχουν γίνει μεγάλες μειώσεις στις χρεώσεις κινητής

H EEKT υποστηρίζει ότι έχουν γίνει μεγάλες μειώσεις στις χρεώσεις κινητής

Να διαψεύσει τις στατιστικές που δείχνουν ότι η Ελλάδα είναι η πιο ακριβή χώρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση και τη Ζώνη του ΟΟΣΑ, προσπαθεί η βιομηχανία της κινητής τηλεφωνίας στη χώρα μας. Με βασικό όχημα την Ενωση Εταιρειών Κινητής Τηλεφωνίας (ΕΕΚΤ), επιχειρείται η αλλαγή της εικόνας που προκύπτει από τις μελέτες της Κομισιόν και του ΟΟΣΑ, που παρουσιάζουν τα πακέτα της κινητής στην Ελλάδα ως τα πιο ακριβά.

Ο γενικός διευθυντής της ΕΕΚΤ Γιώργος Στεφανόπουλος απορρίπτει τα συμπεράσματα των ερευνών για την κινητή, ενώ παρουσιάζει στοιχεία που δείχνουν μεγάλες μειώσεις των χρεώσεων κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα. Τα στοιχεία προέρχονται από τις ίδιες τις εταιρείες κινητής και παρουσιάζουν τις μέσες χρεώσεις φωνής και δεδομένων την τελευταία επταετία (2010-2017). Η επεξεργασία τους έγινε από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΟΠΑ).

Σύμφωνα με τον κ. Στεφανόπουλο, υπάρχουν τρεις βασικοί παράγοντες που στρεβλώνουν τις χρεώσεις κινητής στην Ελλάδα: 1. Η υψηλή φορολογία. 2. Η αξιοποίηση ξεπερασμένων «καλαθιών» υπηρεσιών κινητής για τις συγκρίσεις. 3. Η μεγάλη απόκλιση μεταξύ ονομαστικών και πραγματικών χρεώσεων.

Οσον αφορά την υψηλή φορολογία, παραδέχεται ότι η Ελλάδα μαζί με την Ουγγαρία έχουν την υψηλότερη φορολογία, που πλησιάζει το 45% του τελικού λογαριασμού. Για τα ξεπερασμένα «καλάθια» υπηρεσιών που αξιοποιούνται στη σύγκριση, η ΕΕΚΤ έχει ζητήσει συνάντηση με τη διοίκηση της ΕΛΣΤΑΤ, προκειμένου να συζητηθεί το θέμα.

Σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της ΕΕΚΤ, ακόμα και η τελευταία αξιολόγηση του δείκτη DESI (Δείκτης Ψηφιακής Οικονομίας) 2018, που παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες από την Κομισιόν, είναι παραπλανητική σε ό,τι αφορά τις χρεώσεις, καθώς παρουσιάζει το κόστος ενός πακέτου μέσης χρήσης στα 48 ευρώ για την Ελλάδα, έναντι 24 ευρώ στην Ε.Ε.

Το συγκεκριμένο πακέτο, αναφέρει ο κ. Στεφανόπουλος, «είναι ακατάλληλο για ουσιαστική σύγκριση, δεδομένου ότι συγκεντρώνει ένα ασήμαντο ποσοστό της συνδρομητικής βάσης των οικιακών πελατών κινητής, ίσως μικρότερο του 1%». Αντίθετα, σημειώνει ότι οι εταιρείες διαθέτουν στην αγορά πολύ πιο ανταγωνιστικές και επωφελείς για τους καταναλωτές προσφορές, και μάλιστα χωρίς να περιλαμβάνονται οι ειδικές εκπτώσεις που δίνονται, ανάλογα με τη χρήση. Ενδεικτικά τονίζει ότι παρέχεται πακέτο συμβολαίου αντίστοιχο με αυτό που αναφέρεται στο DESI 2018 (1GB, 350 λεπτά ομιλίας και 35 SMS), με μεσοσταθμικό κόστος 25,3 ευρώ, δηλαδή απόλυτα συγκρίσιμο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. «Αν αφαιρεθεί η επιβάρυνση φόρου κινητής, που είναι περίπου 2,7 ευρώ», προσθέτει ο κ. Στεφανόπουλος, «η σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι ακόμα πιο ευνοϊκή, 22,6 ευρώ». Τέλος, το στέλεχος της ΕΕΚΤ αναφέρει ότι οι εταιρείες προσφέρουν ακόμα πιο οικονομικά προγράμματα στην ελληνική αγορά, παρά το γεγονός ότι δεν συγκρίνονται στον δείκτη DESI 2018.

Κατά τον κ. Στεφανόπουλο, η αγορά κινητής τηλεφωνίας είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική, παρά τη μεγάλη μείωση εσόδων που έχει υποστεί. «Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η μείωση των χρεώσεων γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η βιομηχανία έχει υποστεί γενναία μείωση εσόδων, περίπου 43% κατά την τελευταία εξαετία», λέει και χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη μείωση ως τη μεγαλύτερη που έχει γίνει ποτέ στην Ε.Ε. Παρά τη μεγάλη κάμψη εσόδων, αναφέρει, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν και να επενδύουν και να μειώνουν τις χρεώσεις τους. «Υπογραμμίζω», σημειώνει, «ότι διανύουμε περίοδο υψηλών επενδύσεων που αφορούν είτε στη σύγκλιση σταθερής και κινητής είτε στον εκσυγχρονισμό των δικτύων και στην εισαγωγή νέων υπηρεσιών, π.χ. παροχής οπτικοακουστικού περιεχομένου. Δεν θα ήταν υπερβολή να αναφέρουμε», καταλήγει, «ότι την πενταετία 2016-2020 θα γίνουν πολύ μεγάλες επενδύσεις που αφορούν στον ψηφιακό μετασχηματισμό ολόκληρης της χώρας».

Οι πάροχοι «έριξαν» τις τιμές το 2017

«Δεν είμαστε η πιο ακριβή χώρα αν δούμε τις πραγματικές τιμές», επισημαίνει ο κ. Στεφανόπουλος από την ΕΕΚΤ, ερωτηθείς για τα συμπεράσματα των μελετών της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ για τις σχετικές χρεώσεις. «Ο Ελληνας καταναλωτής», προσθέτει, «πληρώνει φόρους που ανέρχονται σε 45 σεντ στο ευρώ. Αυτό δεν συμβαίνει πουθενά στην Ευρώπη, και η στρέβλωση αυτή δεν μεταφέρει στο πορτοφόλι των καταναλωτών το σύνολο των μειώσεων που πραγματοποιούν οι πάροχοι. Αν εξαιρέσουμε, επομένως, τη φορολογία, η Ελλάδα μεταφέρεται από τη θέση που εσείς αναφέρεστε, στις θέσεις 12 έως 16 μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. Το δεύτερο στοιχείο που προκαλεί προβληματισμό, και στο οποίο θα επανέλθουμε μέσω θεσμικού διαλόγου, είναι ο τρόπος που γίνεται η δειγματοληψία των χρεώσεων και τα πακέτα στα οποία αυτές αναφέρονται. Τα καλάθια υπηρεσιών, στα οποία βασίζεται η ΕΛΣΤΑΤ για να γίνει η σύγκριση των χρεώσεων, έχουμε την αίσθηση ότι είναι απαρχαιωμένα και ότι πλέον στους χρήστες προσφέρονται πολύ φθηνότερα πακέτα. Συνεπώς, πρέπει να τα ξαναδούμε. Το τρίτο στοιχείο που πρέπει να επανεξεταστεί είναι ότι οι συγκρίσεις που γίνονται αφορούν σε τιμές τιμοκαταλόγου, ενώ οι πραγματικές τιμές περιλαμβάνουν σημαντικές εκπτώσεις για διάφορους λόγους».

Ερωτηθείς αν τα στοιχεία που διαθέτει διαψεύδουν αυτούς τους ισχυρισμούς, σημειώνει ότι είναι αδιάψευστος παράγοντας, παρόλο που, όπως παραδέχεται, δεν έχει αντίστοιχα συγκριτικά για τους παρόχους στην Ενωμένη Ευρώπη. «Τα στοιχεία που δίνουμε πρώτη φορά σήμερα», λέει χαρακτηριστικά, «είναι ό,τι πιο ακριβές και πιο αξιόπιστο υπάρχει. Τα στοιχεία παρουσιάζουν ότι μόνον το 2017 οι πάροχοι κινητής μείωσαν τις χρεώσεις, κατά μέσον όρο, σχεδόν 7% στη φωνή και περίπου 38% στα δεδομένα. Οι μειώσεις αυτές δεν είναι μοναδικές. Εχουν μεσολαβήσει και άλλες τα προηγούμενα έτη. Συνολικά, η μέση χρέωση των υπηρεσιών φωνής στην κινητή τηλεφωνία έχει υποχωρήσει από το 2010 κατά 48% και των δεδομένων κατά 80%. Αυτό διακρίνεται και στο μέσο μηνιαίο έσοδο κινητής στην Ελλάδα, το οποίο μειώθηκε, π.χ., στη Vodafone από 14,7 ευρώ ανά μήνα και ανά συνδρομητή το 2012, σε 8,2 ευρώ το 2016. Σημειώθηκε, έτσι, μείωση του μέσου ποσού είσπραξης κατά 45%».

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια