Όχι φίλε μου μην τους ακούς, μην πας εκεί μέσα…

Όχι φίλε μου μην τους ακούς, μην πας εκεί μέσα…

Μα τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ, τι θέλει όλος αυτό ο κόσμος; Και γιατί φέρανε και τον φίλο μου, γιατί τον ξύπνησαν τόσο πρωί και τον έντυσαν. Τον άκουγα από το παράθυρο να λέει: «Μαμά θέλω να κοιμηθώ κι άλλο, δεν μου αρέσει το σχολείο σου λέω, εγώ να παίζω με τον Πέτρο, τον Γιάννη και τα άλλα παιδιά στην παιδική χαρά θέλω. Και τον Ρόκυ τον σκύλο μου, που θα τον αφήσω; Ολη μέρα μαζί είμαστε».

Και γιατί έχουν τόσα κάγκελα και μάντρα, πως θα τρυπώνω εγώ μέσα; Κι αυτός πάλι που πήγα να μπω και με έδιωξε, ποιος είναι; Με ποιο δικαίωμα με χωρίζει από τον φίλο μου;

«Θα μάθεις πολλά γράμματα, θα μάθεις πως είναι ο κόσμος πέρα από δω» του είπε η μαμά του. Γιατί τι έχει ο κόσμος μας; Δεν παίζουμε, δεν γελάμε, δεν γυρνάμε στη γειτονιά με τα άλλα παιδιά; Τι παραπάνω έχει ο άλλος κόσμος; Τι θέλουν να γίνει σαν τους μεγάλους που ξέχασαν να γελάνε και όλο ξεφυσάνε; Που οι λέξεις τους πλέον είναι λεφτά και πως αν δεν έχουν αυτά δεν θα έχουν να φάνε; Εγώ πως βρίσκω στη γειτονιά.

Όχι φίλε μου μην τους ακούς, μην πας εκεί μέσα. Εκεί κάτι κάνουν σε όλα τα παιδιά και ξεχνάνε να είναι παιδιά. Πως είναι δυνατόν να σε μαθαίνουν για τον κόσμο πέρα από δω, μέσα σε κάγκελα; Και ο υπόλοιπος κόσμος κάγκελα και λεφτά, αυτά τα απαίσια χαρτιά που δεν τρώγονται, είναι;

Θα σε περιμένω φίλε, εύχομαι να μην σε κάνουν σαν και αυτούς…

Σχόλια

σχόλια