Φθινοπωρινή οδύνη…

Φθινοπωρινή οδύνη…

Με την ταινία «Φθινοπωρινή οδύνη», πριν λίγα χρόνια, η Τομρίς Γκιριτλίογλου, σκηνοθέτις από την Τουρκία, έφερε στην επιφάνεια ένα θέμα άγνωστο έως τότε στο ευρύ κοινό της χώρας της, καλυμμένο έντεχνα με το πέπλο της παρασιώπησης: τα θλιβερά γεγονότα του Σεπτέμβρη του 1955, στην Κωνσταντινούπολη. Η ταινία ήταν βασισμένη στο βιβλίο του πολιτικού και λογοτέχνη Γιλμάζ Καρακιογουνλού «Φθινοπωρινός πόνος», τιμημένο με βραβείο μυθιστορήματος  από  την εταιρεία συγγραφέων Τουρκίας.

Η μεταφορά του βιβλίου στην οθόνη γέμισε τις αίθουσες  των κινηματογράφων και πολλοί υποστήριξαν πως τόσο το βιβλίο όσο και η ταινία  ήταν  η δημόσια συγνώμη των διανοουμένων  της Τουρκίας για όσα διαδραματίστηκαν  το διαβόητο εκείνο Σεπτέμβρη του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, με τις φρικαλεότητες του κατευθυνόμενου όχλου προς τις ελληνικές οικογένειες της περίφημης  συνοικίας του Πέρα στο Γαλατά.

Οι περισσότεροι από τους θεατές που παρακολούθησαν την ταινία δήλωσαν πως τούς ήταν άγνωστα τα γεγονότα και πως ντράπηκαν πραγματικά για όσα είδαν να διαδραματίζονται. Ο συγγραφέας του βιβλίου, ο οποίος ήταν 19 ετών, φοιτητής στην Κωνσταντινούπολη, όταν συνέβησαν τα έκτροπα, σε συνέντευξή του στην εβδομαδιαία ελληνική εφημερίδα «Πυρσός»(Κωνσταντινουπόλεως)δήλωσε πως τα γεγονότα τον σημάδεψαν βαθιά. «Είδα με τα ίδια μου τα μάτια τον όχλο που λεηλατούσε. Δεν ήταν δυνατό να το ανεχθώ, αλλά δεν είχα και τη δύναμη να το εμποδίσω».

Από τη μία ήταν η πολιτική των Νεοτούρκων, με βασικό της  χαρακτηριστικό την επιθυμία για  εξόντωση των μη μουσουλμανικών εθνοτικών ομάδων. Από την άλλη ήταν η διάθεση για  μεταφορά του κεφαλαίου από τις μειονότητες, που κατείχαν από την εποχή ακόμη των Οθωμανών την οικονομική ζωή του τόπου, προς την τουρκική πλευρά. Η Ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης ήταν πολυπληθής και ευημερούσα. Οι εξαθλιωμένοι Μουσουλμάνοι κάτοικοι έτρεφαν εχθρικά συναισθήματα προς τους Έλληνες.  Μεγάλο  ρόλο έπαιξε και το Κυπριακό ζήτημα, με τα συμφέροντα των Άγγλων να θέλουν να μετατρέψουν τον αγώνα των Κυπρίων για αυτοδιάθεση(1955)σε ελληνοτουρκική διένεξη, ώστε να μπορούν οι  ίδιοι να παίξουν το ρόλο του διαμεσολαβητή, διατηρώντας την παρουσία τους  στην περιοχή.

Το βράδυ της 5ης προς την 6η Σεπτεμβρίου βόμβα μικρής ισχύος εξερράγη στο τουρκικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη(σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ), χωρίς να προκαλέσει ζημιές. Από τις έρευνες διαπιστώθηκε πως τον εκρηκτικό μηχανισμό είχαν τοποθετήσει δύο ‘Έλληνες μουσουλμάνοι από την Κομοτηνή. Ο τουρκικός τύπος δημοσίευσε αλλοιωμένες φωτογραφίες του κτηρίου, όπου φαίνονταν εκτεταμένες καταστροφές. Η δημοσίευση αυτών των φωτογραφιών ήταν η αφορμή για μια άνευ προηγουμένου  επίθεση κατά του ελληνισμού της Πόλης.

Μεγάλες οργανωμένες  ομάδες εξαγριωμένων Τούρκων, την επομένη, νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου, λεηλάτησαν  όλα τα ελληνικά εμπορικά καταστήματα στο κέντρο της πόλης, κατέστρεψαν ναούς, οικίες, σχολεία, νεκροταφεία, κακοποίησαν και σκότωσαν Έλληνες. Οι πέντε μεγάλοι δρόμοι που οδηγούν στην πλατεία Ταξίμ  γέμισαν ξαφνικά από έναν μαινόμενο όχλο, οπλισμένο με τσεκούρια, φτυάρια, λοστούς και όποιο άλλο αιχμηρό εργαλείο μπορεί να φανταστεί κανείς, έναν όχλο  που φώναζε συνθήματα κατά των Ελλήνων, διατυμπάνιζε ότι η Κύπρος είναι τουρκική  και γκρέμιζε καθετί ελληνικό στο πέρασμά του. Επιθέσεις δέχθηκαν και  Αρμένιοι και Εβραίοι.

Περίπου 100000 άνθρωποι συμμετείχαν στις εγκληματικές αυτές πράξεις την εφιαλτική εκείνη νύχτα. Ξεκίνησαν από τη λεωφόρο του Πέραν, την περίφημη σήμερα Istiklal Caddesi  και προχώρησαν στο Βόσπορο, την ασιατική πλευρά της πόλης, τον Άγιο Στέφανο(σημερινή περιοχή αεροδρομίου),τα νησιά Πρίγκηπο, Χάλκη, ρημάζοντας και λεηλατώντας οτιδήποτε ελληνικό. ‘Έκτροπα σημειώθηκαν  και στο ελληνικό προξενείο στη Σμύρνη. Η τάξη αποκαταστάθηκε μόνον με κήρυξη στρατιωτικού νόμου στην Κωνσταντινούπολη, την Άγκυρα και τη Σμύρνη, αφού όμως η καταστροφή είχε συντελεστεί.

Οι αγανακτισμένοι Τούρκοι πολίτες δεν έδρασαν αυθόρμητα. Τα γεγονότα είχαν σχεδιαστεί με προσοχή  και άκρατη μυστικότητα. Μέρες πριν είχαν στρατολογηθεί άτομα από τη Δυτική Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη τα οποία μεταφέρθηκαν δωρεάν και έναντι αμοιβής 6 δολαρίων(ποσό το οποίο ουδέποτε έλαβαν), με σιδηρόδρομο, ταξί, λεωφορεία ή πλοία. Φορτηγά του δήμου Κωνσταντινούπολης σε επίκαιρα σημεία τους εφοδίασαν με μπιτόνια βενζίνης, ρόπαλα, τσεκούρια, αξίνες, λοστούς , σφυριά, δυναμίτιδα. Τους προσφέρθηκε επίσης τροφή και κατάλυμα. Είχαν φροντίσει εξάλλου εκ των προτέρων  να σημαδευτούν τα ελληνικά κτήρια με κόκκινο σταυρό.

Τα οδυνηρά γεγονότα του Σεπτέμβρη σημάδεψαν τον ελληνισμό της Πόλης. Λίγες επιχειρήσεις κατάφεραν  να ορθοποδήσουν  μετά την καταστροφή. Χιλιάδες  ομογενείς μας  έμειναν άνεργοι ή άστεγοι μέσα σε μια νύχτα. Οι Έλληνες  απώλεσαν  το σπουδαίο οικονομικό και κοινωνικό τους ρόλο στην περιοχή. Η Κωνσταντινούπολη, η πόλη της ομορφιάς και των αισθήσεων, έχασε ένα σημαντικό μέρος της  κουλτούρας  και της  αισθητικής  της. Η  ξακουστή συνοικία του Πέρα, με τα πανέμορφα νεοκλασικά, τις εξαίσιες μυρωδιές και γεύσεις, που απέπνεαν ελληνικό πολιτισμό, είχε χτυπηθεί ανελέητα. Η ελληνική κυβέρνηση απέτυχε να πιέσει την τουρκική πλευρά για παροχή αποζημιώσεων στους πληγέντες. Οι ομογενείς μας(Τούρκοι υπήκοοι)έμειναν αδικαίωτοι.

Ο μουσουλμάνος φοιτητής  που τοποθέτησε τον εκρηκτικό μηχανισμό στο τουρκικό προξενείο, κατά παραγγελίαν(όπως φάνηκε εκ των υστέρων),ήταν γιος εξέχοντος μέλους της τουρκόφωνος μειονότητας στην Κομοτηνή. Μετά από ολιγόμηνη φυλάκιση, διέφυγε στην Τουρκία με τη βοήθεια του Τούρκου προξένου. Εργάστηκε επί πολλά χρόνια στις υπηρεσίες ασφαλείας και πληροφοριών και διορίστηκε νομάρχης σε περιοχή της Καππαδοκίας, ενώ έλαβε ενεργό μέρος στις απελάσεις ομογενών από την Τουρκία το 1964, οι οποίες έδωσαν  και  το τελικό χτύπημα στον ελληνισμό της Τουρκίας.

Πέρυσι, σε χώρο του Τοπχανέ, παράλιας συνοικίας της Κωνσταντινούπολης, λειτούργησε έκθεση, με τίτλο «20 δολάρια, 20 κιλά». Αναφερόταν στις απελάσεις του 1964, όταν οι τελευταίοι εναπομείναντες  Έλληνες στη χώρα εξαναγκάζονταν να φύγουν μέσα σε λίγες ώρες, έχοντας δικαίωμα να πάρουν μαζί τους μόνον πράγματα 20 κιλών και λίρες αξίας 20 δολαρίων. Η έκθεση περιελάμβανε φωνητικές καταγραφές με άτομα που υπέστησαν την απέλαση, βίντεο, φωτογραφίες και αποκόμματα δημοσιευμάτων εφημερίδων της εποχής. Μετά την Κωνσταντινούπολη,  θα περιόδευε στην Άγκυρα και θα κατέληγε στην Αθήνα.   Μια απάνθρωπη εγκληματική πολιτική, άγνωστη στο ευρύ τουρκικό κοινό, ερχόταν και πάλι στο προσκήνιο, να αναμοχλεύσει μνήμες από θηριωδίες σε βάρος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Πόλης για πολλές δεκαετίες.

Μνησιπήμων πόνος…

Λίλια Τσούβα

 

Σχόλια

σχόλια