Κύπρος «η θαλασσοφίλητη», μια ματωμένη γη…

Κύπρος «η θαλασσοφίλητη», μια ματωμένη γη…

 

«Τα ψωμάκια μόλις είχαν βγει από το φούρνο. Η γιαγιά τα άπλωσε στον πάγκο της κουζίνας. Φρεσκοφουρνισμένα, αχνιστά, μυρωδάτα… Γέμισε η κουζίνα μυρωδιές!

-Αφήστε τα να κρυώσουν, είπε.

Κι εγώ και ο αδελφός μου, υπακούσαμε στη θέλησή της…

Τότε ήταν που μπήκε στο σπίτι ο πατέρας, ανήσυχος πολύ. «Ετοιμαστείτε, φώναξε. Φεύγουμε. Οι Τούρκοι φτάνουν, σκοτώνουν, βιάζουν…

Η  γιαγιά κοντοστάθηκε… Κοίταξε τον πάγκο… Τι να πρωτοπάρει…

Τίποτα δεν πήραμε. Μόνον λίγες κουβέρτες για την ώρα της ανάγκης…

Μπήκαμε στο αμάξι και φύγαμε. Θα επιστρέψουμε  να τα πάρουμε, είπε η γιαγιά…

Δεν επιστρέψαμε ποτέ. Τα ψωμάκια περίμεναν εκεί, στον πάγκο της κουζίνας…

Κατασκηνώσαμε στο δάσος. Τα αεροπλάνα πετούσαν συνεχώς πάνω από το κεφάλι μας. Νομίζαμε… πως δεν μας έβλεπαν.

Μείναμε στο δάσος κάμποσες μέρες. Ύστερα μας μετέφεραν σε έναν πρόχειρο προσφυγικό οικισμό. Εφτά χρονών κορίτσι ήμουν τότε. Θυμάμαι ακόμη  πώς στηνόμασταν στη σειρά για να περάσει κάποιος με τον κουβά να μας ρίξει νερό να λουστούμε. Η μητέρα μου δεν άντεξε. Πήρε μια μέρα το μαχαίρι και έκοψε τα μακριά μαύρα της μαλλιά. Τα πέταξε στον τενεκέ με τα σκουπίδια. Πώς να τα διατηρεί καθαρά… Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το βλέμμα της… Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα γνωρίζοντας πως ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο στην πατρίδα μας, την Αμμόχωστο.

Μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ταλαιπωρίας και οδύνης, μάς παραχώρησαν επιτέλους το σπίτι ενός τούρκου για να μένουμε. Θα ήταν από δω και πέρα το σπίτι μας. Το δικό μας, στην κατεχόμενη πλέον περιοχή, το είχε πάρει κατά τον ίδιο τρόπο μια τουρκική οικογένεια.

Τίποτε δεν υπήρχε μέσα στο σπίτι. Άδεια δωμάτια… Εκείνοι είχαν προλάβει. Τα είχαν πάρει όλα. Το μόνο που είχαν αφήσει ήταν μια τεράστια ξύλινη βιβλιοθήκη, επιτοίχια, γεμάτη βιβλία…

Ο πατέρας μου αναγκάστηκε να κάψει τα βιβλία το χειμώνα για να ζεσταθούμε… Και να φτιάξει έπιπλα με το ξύλο της βιβλιοθήκης… Κάναμε και μεις τα ανοσιουργήματά μας… Έπρεπε να ζήσουμε…

Στο νέο τόπο άρχισε δειλά δειλά να δουλεύει πατέρας. Η μητέρα μου, που ως τότε ήταν αρχόντισσα και δε δούλευε, έπιασε το βελονάκι και άρχισε να κεντά ποιήματα με τα χέρια της. Βρήκε ένα μαγαζί με τουριστικά είδη και τα προμήθευε… Επιβιώσαμε… Φτιαχτήκαμε ξανά… Στη νέα πόλη  γνώρισα και τον άντρα μου. Είχε δει να σκοτώνουν μπρος στα μάτια του μέλος της οικογένειάς του στην εισβολή… Μας ένωνε ο ίδιος πόνος…

Όταν μετά από χρόνια δόθηκε η δυνατότητα για λίγες ώρες να επισκεφτούμε τα σπίτια μας στα κατεχόμενα, πήγαμε με τον άντρα μου. Ήθελα πολύ να δω το σπίτι μας.

Ο νέος  ιδιοκτήτης του ήταν βαρύς και λιγομίλητος. Μας άφησε μόνο να μπούμε και να βγούμε, μια ματιά… Του ζήτησα να μου ανοίξει το πατάρι του σπιτιού μας. Η μητέρα είχε κρύψει εκεί τη σχολική μου τσάντα. Την ήθελα για αναμνηστικό. Μόλις είχα επιστρέψει από το σχολείο εκείνη την αποφράδα μέρα… Δε δέχθηκε.

Βγήκα στον κήπο και έκλαιγα. Δεν άντεξα… Βλέποντάς με να κλαίω, πήγε μέσα και μου έφερε μια φωτογραφία.

«Η μητέρα σου είναι;» με ρώτησε. «Ναι», είπα εγώ και μου έδωσε τη φωτογραφία.

Δεν ήταν η μητέρα μου στη φωτογραφία. Ήταν η θεία μου. Όμως την πήρα. Τουλάχιστον είχαμε μια φωτογραφία από την εποχή εκείνη. Δε μας είχε μείνει  τίποτα… Σαν να μη ζήσαμε»…

Μιλά η ποιήτρια και συγγραφέας Α.Κ, κυπριοπούλα, από τα κατεχόμενα… Είχα τη χαρά να τη γνωρίσω και να συνδεθώ μαζί της με μια φιλία ζεστή και όμορφη, από αυτές που ευφραίνουν την ψυχή και κάνουν τον άνθρωπο καλύτερο.

Για τις μέρες της πικρής μνήμης, της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο (20 Ιουλίου του 1974), αξίζει να αναφέρουμε και τους αφοπλιστικούς στίχους του τουρκοκύπριου ποιητή Gurgench Korkmazel που είχε την παρρησία(και δεν είναι ο μόνος τουρκοκύπριος) στο ποίημά του «Η κατάρα της λεηλασίας» να γράψει:

Λεηλατήσαμε τα καταστήματά τους

Χαλάσαμε τ’ αγάλματά τους.

Λογχίσαμε τα γουρούνια τους και τα κάψαμε

μαζί με τις φωτογραφίες των παιδικών τους χρόνων.

Μολώσαμε τα χαντάκια τους.

Ισοπεδώσαμε με μπουλντόζες τους τάφους τους

και χτίσαμε πάνω τους γήπεδα ποδοσφαίρου.

Κατεδαφίσαμε πλίθινους τοίχους γεμάτους με τις μνήμες τους.

Κόψαμε τα δέντρα τους. Σκοτώσαμε ακόμα και τις σκιές τους.

Νομίσαμε πως δεν θα επιστρέψουν ποτέ.

Και γύρισαν κρατώντας στα χέρια τους

το κλειδί της πόρτας μας…

«Νησί πικρό, νησί γλυκό, νησί τυραγνισμένο», γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στο εξαιρετικό ποίημά του «Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο», από το Καρλόβασι τότε της Σάμου.

«Κουράγιο μικροκόρη μας, που μας εγίνεις μάνα,

ύμνος και θρήνος της ζωής κι ανάστασης καμπάνα»…

Ο φρικτός Ιούλης του 1974… 4000 νεκροί, 1619 αγνοούμενοι. Περισσότεροι από 200.000 κάτοικοι εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους και έγιναν πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους την πατρίδα…

Γιατί το  νερό της μνήμης πρέπει να κυλά στις φλέβες μας…

Για να μην ξεχνάμε…

Λίλια Τσούβα

Φιλόλογος

 

 

Σχόλια

σχόλια