Κι όμως γυρίζει

Κι όμως γυρίζει

Δευτέρα μεσημέρι, τα καταφέραμε και σήμερα και έχουμε την πεποίθηση πως ο κόσμος μπορεί να αλλάξει από μας, μικρά βήματα, σαν τα μωρά που κάνουν την πρώτη τους προσπάθεια να περπατήσουν.
Μου είναι αδύνατο να πιστέψω ότι η χώρα αυτή ανήκει σε δυο τρεις οικογένειες πλουσίων, προνομιούχων καλοθρεμμένων γόνων. Άχρηστοι και άδειοι γιοί και κόρες Δεν πίστεψα ποτέ μου σε τζάκια και έδιωξα από κοντά μου όσους τα προσκύνησαν. Τα τζάκια έχουν στα σωθικά τους κούτσουρα, όμορφα κούτσουρα και τα όμορφα κούτσουρα όμορφα καίγονται και μένει μόνο στάχτη.
Η δική μου πατρίδα ανήκει σε όλους μας. Και ο ήλιος και οι θάλασσες μας και κάθε μικρό ακρωτήρι και σπιθαμή γης. Δεν μας ανήκει τίποτα αποκλειστικά και δεν κουβαλάμε τίποτα από το σπίτι μας, ούτε καρέκλες, ούτε θέσεις, ούτε γραφεία και τίτλους. Ρομαντική και τρελή μαζί, πιστεύω στη δύναμη των χεριών μας και στη φλόγα της ψυχής μας.
Ζούμε σε καιρούς βουρλισμένους, που ο Τύπος και η προπαγάνδα και ένα καλοστημένο δίκτυο παραλογισμού πάει να μας καταλύσει τη λογική και τις αρχές που μας κληροδότησαν οι γονείς μας, απλοί άνθρωποι με μπέσα και τσίπα. Και είμαστε και κερατάδες και δαρμένοι από απατεωνες και απατεωνίσκους θλιβερά ανθρωπάκια.
Έχουμε μάθει τα ρήματα »τρώω» και »ξεπλένω» να τα κλίνουμε άπταιστα σε όλους τους χρόνους. Έφαγαν, έφαγαν και διέλυσαν κάθε ίχνος αξιοπρέπειας των απλών ανθρώπων. Και ξέπλυναν όλες τις αμαρτίες τους, ακόμη και των παππούδων τους.
Μαζί τους και κλασικοί μικροαστούληδες, που σκαρφάλωσαν τυχαία σε μια θέση και χωρίς παιδεία, χωρίς αιδώ, χωρίς αξιακό πλέγμα, χωρίς ηθική, αλλά με τρομακτική αυτοπεποίθηση έγιναν »κάποιοι». Και έφτασαν στον ουρανό κατα τη δική τους πίστη, τους τύφλωσε το χρήμα, η εξουσία, η χλιδή, η σάρκα και η ύλη. Και βούλιαζαν στις πανάκριβες καρέκλες τους, αλλά βούλιαξε μαζί τους ένας ολόκληρος λαός.
Αγνώμονες με επιλεκτική μνήμη και σαρδόνια χαμόγελα κάνοντας κυκλάκια από καπνό με τα πανάκριβα πούρα τους. Και από δω η γυναίκα μου, η βιτρίνα μου, από δω το αίσθημά μου, που τυχαίνει »…μόνο εσένα να αγαπάω, αλλά να..η θέση μου…καταλαβαίνεις…».
Και να τα οικόπεδα, να τα σπίτια και τα ντουβάρια και οι μαντρότοιχοι, για να κρύβουν από την πλέμπα τη ζωάρα τους. Ποιος θέλει ασφαλώς αδιάκριτα βλέμματα φτωχών γειτόνων που ζουν στην καλύβα του Μπαρμπα Θωμά και ταϊζουν τα παιδιά τους με ψίχουλα;
Κάποτε όμως γυρίζει ο τροχός και ο φτωχός γελάει. Σου λείπει η αίσθηση του ανίκητου, ε; Και η κουτάλα η μόνιμα σφηνωμένη στον λαιμό σου; Και φθονείς κάτι τυχαίους τύπους »από το πουθενά» που σε έφεραν σε δύσκολη θέση; Ξέρεις.. έρχονται στιγμές που ο φτωχός και εξαθλιωμένος περνάει και με κόκκινο φανάρι και τσίτα τα γκάζια και όποιον πάρει ο Χάρος. Όλα παίζονται στη λεπτή γραμμή του μυαλού και στο »φτάνει πια» και όλη η ζωή ταινία μπροστά από τα μάτια!
Μη θυμώνεις, τελικά δεν είσαι ανίκητος, δεν αξίζεις τίποτα, μόνο περιφρόνηση. Είσαι ένα θλιβερό ανθρωπάκι, που θα σε δείχνω στο παιδί μου και θα του λέω πώς να μη γίνει ποτέ.
Πάω βόλτα, θέλω αέρα και ουρανό επειγόντως!

Σχόλια

σχόλια