Ο Κυρ Μήτσος και η Μπέμπα Μπλάνς

Ο Κυρ Μήτσος και η Μπέμπα Μπλάνς

Αρχές δεκαετίες του ’80, πρώτος μου χρόνος στην Αθήνα. Σε μια μικρή οδό κάθετη της Λιοσίων, σε ένα από τα χαμόσπιτα ανάμεσα στα δεκάδες συνεργεία αυτοκινήτων και καταστήματα ανταλλακτικών, το ταβερνάκι του κυρ Μήτσου. Φτωχικό… με σπεσιαλιτέ τους γίγαντες και τα τηγανητά λουκάνικα τα οποία μάλιστα προμηθευόταν από έναν Τρικαλινό. Πελάτες του τα μεσημέρια, απόγευμα σχεδόν δηλαδή, οι μαστοράντζες και οι ιδιοκτήτες των συνεργείων, που με το χύμα κρασί από τα βαρέλια που ήταν γύρω – γύρω στο μαγαζί, έβγαζαν την κούραση της ημέρας, άλλοτε γελώντας και άλλοτε τραγουδώντας αυτά που έπαιζε ένα διπλό φορητό στερεοφωνικό της τότε εποχής, που το είχε αγοράσει από έναν ναυτικό που ξέμεινε και πουλούσε τα πάντα για να ξαναμπαρκάρει…
18- 19 χρονών εμείς, το ανακαλύψαμε τυχαία από έναν φίλο που είχε πάει ο πατέρας του το αυτοκίνητο για σέρβις και καθίσανε…

Από τότε μόλις σουρούπωνε που μας έβρισκες που μας έχανες εκεί… ρετσίνα Μεσογείων, για την οποία δεν σήκωνε κουβέντα ο Μπαρμπα Μήτσος, ακόμη και ξύδι να ήταν έπρεπε να λέμε νέκταρ, γίγαντες, ελιές ξιδάτες και λουκάνικο όταν μας έστελναν κανένα έμβασμα οι γονείς στην «Αγροτική»…

Τα τραπεζάκια ελάχιστα, αλλά πάντα κάπου βολευόμασταν. Στην αρχή φαντάζαμε σαν την μύγα μες το γάλα. Οι μουτζουρωμένες από λάδια και γράσα φόρμες ήταν το επίσημο ένδυμα του καταστήματος, ενώ η μαυρίλα παρά το πλύσιμο, ήταν έντονη στα χέρια όλων τους.

Ο Παντελής, γκαραζιέρης με εξειδίκευση στα Lada, πότε – πότε έφερνε και την κιθάρα, και παρότι τα χέρια του θύμιζαν κουπιά, έπαιζε με απίστευτη μαεστρία Πλακιώτικες καντάδες τις οποίες συνόδευαν οι υπόλοιποι της παρέας. Εκεί ήρθαμε και κολλήσαμε εμείς, καθότι ένας της παρέας έπαιζε λίγο μπουζούκι… Μετά όλα ήταν εύκολα… Μας περίμεναν, με ή χωρίς όργανα. Μέσα στις φόρμες εργασίες, τα δικά μας πλεκτά από τις μάνες μας πουλόβερ… Ανάμεσα στα σακατεμένα από τα κλειδιά χέρια, τα δικά μας που μόνο στυλό ήξεραν να κρατάνε, αν και μεροκάματα κάναμε κι εμείς όταν βρίσκαμε ευκαιρία.

Στη γωνιά, στο βάθος του μαγαζιού, ένα σκονισμένο τζουκ μποξ, θύμιζε άλλες εποχές. Στην αρχή πιστεύαμε πως είναι χαλασμένο, αφού πάνω σε αυτό ήταν τοποθετημένο το στερεοφωνικό του ναυτικού. Η περιέργεια μου όμως δεν με άφηνε σε ησυχία, αφού με ένα ανάλογο τζουκ μποξ στου Μπαλογιάννη στην Καρδίτσα κυριολεκτικά έβγαλα όλη μου την εφηβεία. Βρήκα το κουμπί το πάτησα και αμέσως φώτισε ολόκληρο!!!

Η Πόλυ Πάνου πήρε χρώμα, ο Καζαντζίδης με την Μαρινέλλα «ζωντάνεψαν» και ήταν έτοιμοι μόλις πατήσεις το κουμπί R2 να αρχίσουν το «Τελευταίο βράδυ μου» και το Κ2 «Το τραγούδι της φτωχολογιάς».

Κάθε γράμμα και ένας ύμνος, κάθε αριθμός και μελωδία… μέχρι που πέσαμε πάνω στη Μπέμπα Μπλανς Α5: «Μιας πεντάρας νιάτα» σε μουσική Γιώργου Ζαμπέτα και στίχους Κ. Πρετεντέρη. Αυτό ήταν!!! Το τραγούδι που έκλεινε κάθε μας βραδιά, το τραγούδι που χάραξε εκείνα μας τα χρόνια… όπως τα χάραξε και η φωνή της Μπέμπας Μπλανς, κατά… κόσμον Αγγελική Κωνσταντοπούλου.

Μιας πεντάρας νιάτα… με τα οποία πολλοί από μας πορευτήκαμε…

Χρήστος Κοντός

Σχόλια

σχόλια