Ανασυγκρότηση, ανάπτυξη, οικονομία.

Ανασυγκρότηση, ανάπτυξη, οικονομία.

Του Κωνσταντίνου Αντ. Κρεμμύδα

Η οικονομική κρίση και η οικονομική ένδεια που ακολούθησε στη χώρα μας   έφεραν στην επιφάνεια όλες τις παθογένειες του ελληνικού οικονομικού μοντέλου και κυρίως ανέδειξε τη σαθρότητα των παραγωγικών διαδικασιών με όλες τις ευκολομετάβλητες πολιτικοοικονομικές παραμέτρους που τις επηρέαζαν.

Τη δεδομένη στιγμή υπάρχει μια συγκεκριμένη αποτύπωση της χώρας που χαρακτηρίζεται από:

  • ένα μεγάλο δημόσιο χρέος (315 δισ. ευρώ),
  • από χαμηλό ΑΕΠ (185 δισ. ευρώ),
  • από διαλυμένο παραγωγικό ιστό,
  • από αποπροσανατολισμένο δημόσιο και ιδιωτικό οικονομικό τομέα,
  • από 1.500.000 εκατ. ανέργους ,
  • από 3.500.000 φόρο- και είσφορο- οφειλέτες και
  • από την  παραγωγή οριακών ελλειμμάτων ή οριακών πλεονασμάτων,

μετά από πέντε χρόνια  αιματηρής λιτότητας και εφαρμογής σκληρών προγραμμάτων δημοσιονομικής εξυγίανσης, όταν τη διετία 2008-2009  το έλλειμμα έφτασε  τα 60 δισ. ευρώ, αλλά με σταθερό πλεονέκτημα την γεωγραφική της θέση.

Μέχρι το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα ήταν στην κορυφή της ανάπτυξης ιδίως μετά την είσοδό της στο ευρώ το 2002 (ρυθμούς ανάπτυξης μεγαλύτεροι των χωρών της Ε.Ε, και των ΗΠΑ).

Η  ανάπτυξη αυτή  όμως, προήλθε σχεδόν από την ιδιωτική και δημόσια καταναλωτική δαπάνη,  με την ευγενική χορηγία των διαθέσιμων πιστώσεων χαμηλού κόστους.

Ο υπερδανεισμός του δημοσίου, η υπερκατανάλωση του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα δημιούργησε μεγάλα ελλείμματα στην ανταγωνιστικότητα και στην παραγωγικότητα,  με αποτέλεσμα την δημιουργία ενός μεγάλου  εμπορικού ελλείμματος αφού η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκούσε να καλύψει τη ζήτηση και ταυτόχρονα το χαμηλό ύψος των εγχώριων και ξένων επενδύσεων δεν επαρκούσε για να αυξήσει την παραγωγή για να καλύψει τη ζήτηση.

Το εμπορικό έλλειμμα ήταν διαρκές και μόνιμο και οι όποιες επενδύσεις χρηματοδοτούνταν κυρίως από εγχώρια κεφάλαια , όταν οι άμεσες ξένες επενδύσεις κάλυψαν μόνο το 5%-6% της συνολικής συσσώρευσης κεφαλαίου Έτσι η ελληνική ανάπτυξη στηρίχθηκε σε χαμηλές εγχώριες επενδύσεις και σε υψηλή εγχώρια ζήτηση  που χρηματοδοτήθηκε από το φτηνό δανεισμό και τον υπερχρεωμένο δημόσιο τομέα.

Σύμφωνα με πολλές μελέτες τα βασικά  αναπτυξιακά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας συνίστανται: 1) στη δομή της οικονομίας που αποθαρρύνει τις επενδύσεις και τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας, 2) στην εκτεταμένη παραοικονομία, 3) στη νομική και δικαστική αποθάρρυνση των επενδύσεων, 4) στη  μη  ευελιξία και  κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και 5) στο  δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο  τομέα που είναι μεγάλος και όχι εξαιρετικά αποδοτικός.

Αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σημείο μηδέν ή κρίσιμο όριο. Από εδώ και πέρα  η ελληνική οικονομία πρέπει να αναπτυχθεί και να παράγει πλούτο για να αντιστρέψει όλους τους κακούς οικονομικούς όρους με σκοπό τη σταθερότητα σε μία πορεία που θα οδηγήσει τη χώρα από την ύφεση ή τη μηδενική ανάπτυξη, τον αποπληθωρισμό και τη λιτότητα, σε μία βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και παράλληλα στην ανάπτυξη του βιοτικού επιπέδου του λαού.

Αυτό πρέπει να περάσει μέσα από ένα σχέδιο αναπτυξιακής ανασυγκρότησης συμφωνημένο από όλους, ένα παραγωγικό συμβόλαιο που θα τηρείται στους άξονές του απαρέγκλιτα ασχέτως των κυβερνήσεων που θα εκλέγονται, λαμβάνοντας υπόψη τους παγκόσμιους οικονομικούς και στρατηγικούς συσχετισμούς αλλά αρκετά ισχυρό, ικανό και αυτοτροφοδοτούμενο όμως για να αντιστέκεται στις παραμετρικές μεταβολές των οικονομιών του κεφαλαίου.

Ας  εστιάσουμε όμως συνοπτικά στους τομείς όπου η ανάπτυξη και η εξέλιξή τους θα προσδώσουν στην παραγωγή προστιθέμενη αξία, εισαγωγή  χρήματος και δημιουργία θέσεων εργασίας.

Τα στρατηγικά σημεία της ελληνικής οικονομίας  είναι ο τουρισμός, η ενεργειακή εξάρτηση και η εξέλιξη της χώρας ως ενεργειακός κόμβος με ταυτόχρονη αξιοποίηση του ενεργειακών της πηγών, η μεταποίηση των αγροδιατροφικών προϊόντων, η  γεωργία η οποία πρέπει να μετεξελιχθεί ανάλογα με τις ανάγκες του τόπου, κυρίως τις διατροφικές, λαμβάνοντας υπόψη τον παγκόσμιο ανταγωνισμό αλλά εκμεταλλευόμενοι τις άριστες κλιματικές συνθήκες για την παραγωγή ποιοτικών προϊόντων, η ναυτιλία η οποία απαιτεί ιδιαίτερο χειρισμό και φυσικά το λιανικό εμπόριο, σε όλες τις μορφές , στατικό ή ηλεκτρονικό, που αποτελεί και την ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.

Ταυτόχρονα η χώρα θα πρέπει να αποκτήσει  σταθερό και δίκαιο φορολογικό σύστημα και ταχύτητα στις διαδικασίες ίδρυσης των επιχειρήσεων ώστε να διασφαλίζεται εξ αρχής το αληθές των μοντέλων βιωσιμότητας προκειμένου για την προσέλκυση επενδύσεων, εγχώριων και ξένων, σταθεροποιώντας και ελαχιστοποιώντας το επιχειρηματικό ρίσκο. Το μοντέλο που κυριαρχεί τώρα είναι «ζητάμε όσα μας λείπουν».

Ένα δεύτερο σημείο στο οποίο θα πρέπει να επικεντρωθεί το όλο εγχείρημα είναι η μετεξέλιξη του δημόσιου τομέα σε ένα μικρό, ευέλικτο και αποδοτικό σχήμα απαλλαγμένο από τις παθογένειες του παρελθόντος (πελατειακές σχέσεις, αδιαφάνεια, γραφειοκρατία, συγγενολόι).  Ο δημόσιος τομέας είναι ακόμη μεγάλος  και δαπανηρός  ενώ πάσχει από τον κατακερματισμό και την επικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ οργανισμών και υπουργείων. Ο δημόσιος τομέας θα πρέπει στελεχιακά να γίνει η καλύτερη «επιχείρηση». Αυτό το λέω και το γράφω πάντα.

Ένα τρίτο σημείο στο οποίο θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα είναι η αντιμετώπιση της παραοικονομίας όχι μόνο για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και την αύξηση των δημοσίων εσόδων αλλά για την επέκταση του υγιούς ανταγωνισμού και την εφαρμογή της  ισοτιμίας στο παραγωγικό και αγοραστικό πεδίο. Το πλαστικό χρήμα είναι ένα πρώτο μέτρο , ωστόσο η απόλυτη πάταξη γίνεται με την απευθείας σύνδεση της τιμολόγησης με την δ/νση εσόδων του κράτους αλλά απέχουμε πολύ από αυτό.

Σε όλα τα παραπάνω μπορεί να προσθέσει κανείς μικρότερες ή μεγαλύτερες παρεμβάσεις  (ιδιωτικοποιήσεις, απελευθέρωση επαγγελμάτων, πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων κλπ)  σε πολλούς ακόμη τομείς της οικονομίας δημιουργώντας ένα καλύτερο μακροοικονομικό μέλλον.

Σχόλια

σχόλια