4ο Λύκειο Τρικάλων «28η Οκτώβρη 2018 – 78 χρόνια πριν…28η Οκτώβρη 1940»

4ο Λύκειο Τρικάλων «28η Οκτώβρη 2018 – 78 χρόνια πριν…28η Οκτώβρη 1940»

Κάπως έτσι αρχίζουν οι γιορτές στα σχολεία με ανάγνωση του πρακτικού, παράδοση της σημαίας, βράβευση των μαθητών/τριών … αριστεία … βραβεία… χειροκροτήματα… συγχαρητήρια στους μαθητές και τις μαθήτριες διότι οι καρποί της γνώσης πάντα είναι τα καλύτερα εφόδια για τη μετέπειτα πορεία στη ζωή τους. Συνεχίζουν με ποιήματα, κείμενα, τραγούδια …

Φέτος η κ. Ματίνα Κρίτσα με τον κ. Γιώργο Πράσινο έδωσαν τοπικό χρώμα στη γιορτή, ένα ξετύλιγμα της τοπικής Ιστορίας και μείναμε όλοι ενθουσιασμένοι. Η γιορτή ξεκίνησε  με προβολή παλιών φωτογραφιών ως εξής: Το 1940 βρίσκει την περιοχή μας να έχει αμβλύνει τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες, λόγω διανομής του κλήρου, αύξησης της καλλιεργήσιμης γης, εγγειοβελτιωτικών έργων, αστικοποίησης δημιουργία μιας  σπουδαίας αστικής τάξης.

Στα Τρίκαλα λειτουργούσαν εργοστάσια  τσιγάρων, υφαντουργίας, χαλβαδοποιίας, ξυλουργικής, παγοποιίας, μύλοι, ιδιωτική εταιρία  παραγωγής ρεύματος, εργοστάσιο Σταματόπουλου. Η πόλη με τους οικισμούς αριθμούσε 22.852 κατοίκους, ενώ ο νομός Τρικάλων 110.184 κατοίκους. Με την έναρξη του πολέμου δημιουργήθηκαν σε όλες τις συνοικίες της πόλης, καταφύγια και στις κεντρικές πλατείες, οδούς καταφύγια για αντιαεροπορική  προστασία.

Ο τορπιλισμός του καταδρομικού «Έλλη», τον Δεκαπενταύγουστο 1940, στο λιμάνι της Τήνου, το ιταλικό τελεσίγραφο και το ΟΧΙ του Ιωάννη  Μεταξά, η αναφορά του Γιώργου  Σεφέρη στο ημερολόγιο του «Η αυγή που είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό ήταν άλλη αυγή, άγνωστη» βρίσκει  την  πόλη μας και όλη την Ελλάδα μέσα σε ένα κλίμα ενθουσιασμού, τους φαντάρους να φεύγουν για τον πόλεμο «να χορεύουν και να τραγουδούν με συνοδεία βιολιτζήδων στο καφενείο Ένωση». Διαβάζει ο Χρήστος μαρτυρία  Χαράλαμπου  Ντάφου: «Στις 28 Οκτωβρίου, όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος, εγώ ήμουνα στο χωριό μου τα Βανακούλια (Κρύα Βρύση),ετοιμαζόμουν να κάνω χωράφι, όταν με φωνάζουν από το σπίτι «Μάσε  τ΄ άλογα κι έλα αγλήγορα ».

Πάω. Μου λένε «Έχουμε πόλεμο». Ήμουνα κληρωτός του 1937, είκοσι τεσσάρων χρονών. Την άλλη σηκώνομαι και έρχομαι στα Τρίκαλα, παρουσιάζομαι στο στρατό. Με στέλνουν στην εκκλησία, την Αγιά  Φανερωμένη να ντυθώ. Ντύνομαι. Ήταν ένας  αξιωματικός Γιωτάκης. Τον ήξερα.«Που θέλεις να σε στείλω;» μου λέει.«Στην πρώτη γραμμή.» του λέω. Με είχε πιάσει η τρέλα. Φώναζε ο κόσμος ,χόρευε, τραγουδούσε. Τα ζήτω έδιναν και έπαιρναν. Αυτός δε μ΄ έστειλε στην πρώτη  γραμμή .Μ΄ έστειλε στη Λάρισα. Εκεί γινόταν η διαλογή. Εμένα μ΄ έριξαν στα αρτοποιεία. Με αυτοκίνητο μας πήγαν στη Βέροια. Εκεί είδα τους πρώτους Ιταλούς αιχμαλώτους».

Την ίδια ημέρα πρώτος νεκρός ήταν ο στρατιώτης Βασίλειος Τσιαβαλιάρης από την Πιαλεία Τρικάλων και ο Ελευθέριος Ντάσκας, έφεδρος υπολοχαγός από τον Πλάτανο  Τρικάλων. Η σειρήνα ήχησε για πρώτη φορά, από το ρολόι της πόλης μας, στις 2 Νοεμβρίου χωρίς θύματα ευτυχώς. Η νίκη στις 22 Νοεμβρίου στην Κορυτσά  συγκεντρώνει πλήθη κόσμου στην κεντρική πλατεία μας. Η κατάληψη του Αργυρόκαστρου στις 8 Δεκεμβρίου κάνει τους Τρικαλινούς να καληνυχτίζονται  με την ευχή «Και στα Τίρανα.. και στη Ρώμη».

Η είσοδος στη Χιμάρα στις 22 του ίδιου μήνα προκαλεί νέους πανηγυρισμούς με την ορχήστρα της Ε.Ο.Ν (Εθνική  Οργάνωση Νέων) και  του στρατού να ψάλλουν τα κάλαντα. Ο λαός διακωμωδεί τους Ιταλούς, με στιχάκια, όπως «τι θέλεις βρε μακαρονά /και κάνεις εκστρατεία/μήπως μας πέρασες και μας για την Αβησσυνία». Στην Αθήνα οι επιθεωρήσεις διακωμωδούν τις ήττες των Ιταλών  με σατυρικές παρλάτες και κωμικά τραγούδια.

Τραγούδι από τη χορωδία: «Παιδιά της Ελλάδος».

Όμως στο μέτωπο οι πολεμικές επιχειρήσεις λόγω του δύσκολου χειμώνα και του δύσβατου εδάφους οδηγούνται σε τέλμα. Τον Ιανουάριου του 1941 η Κλεισούρα στρατηγικής σημασίας πέρασμα καταλαμβάνεται από τους Έλληνες. Ο Χίτλερ αμφισβητώντας τις ικανότητες του Μουσολίνι, επιτίθεται στις 9 Απριλίου μέσω Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας. Η συμβολή του 5ου Συντάγματος πεζικού από τα Τρίκαλα και την Καρδίτσα (ένας νομός τότε) με διοικητή, τον Βολιώτη Δημήτριο Κασλά στο ύψωμα 731, την ίδια μέρα, χαρακτηρίστηκε σαν νέες Θερμοπύλες, με αποτέλεσμα το θάνατο 50 τουλάχιστον  συμπολιτών μας και τον τραυματισμό πολλών.

Ο λογοτέχνης, ακαδημαϊκός Άγγελος Τερζάκης, φαντάρος, στην πρώτη γραμμή του μετώπου αποτυπώνει στο γραπτό του την εικόνα. Διαβάζει ο Σταύρος: «Ξημερώνει η 10η Μαρτίου 1941, ημέρα Δευτέρα, και το πυροβολικό του Καβαλέρο, του Ιταλού Στρατάρχη ξαναρχίζει από την Τρεμπεσίνα, με πείσμα διπλό, γιατί η πρώτη μέρα χάθηκε κι αυτό είναι άσχημο για μίαν επίθεση, που πρέπει να πετύχει στις πρώτες ώρες της. Το κανονίδι τώρα απλώνεται ανατολικά, στο 731.Είναι τέτοιο που μόνο με τους θρυλικούς βομβαρδισμούς του Βερντέν, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μπορεί να παραβληθεί. Τ’ ακούει και ζαρώνει περίτρομη η ψυχή του ανθρώπου.

Τα ελληνικά πυρά της έκοψαν την ορμή, ως που το μεσημέρι οι Ιταλοί ενισχυμένοι με νέες  δυνάμεις, ξανάρχισαν, όμως, το πεζικό κατόρθωσε με μόνο τα δικά του μέσα να σπάσει το πρώτο κύμα του εχθρού. Στις 6 τ’ απόγεμα οι Ιταλοί άνοιγαν μεγάλη φωτιά κατά του731. Χίμηξαν ύστερα με ταυτόχρονη προσπάθεια να το υπερκεράσουν από τη δημοσιά. Ήταν η έβδομη επίθεσή τους για το 731. Το ύψωμα έμπαινε πια, ζωσμένο με φλόγες στο θρύλο».

Όμως το μέτωπο σπάει. Ο στρατηγός Παπάγος ως επικεφαλής του Ελληνικού  στρατού, σε συνάντηση με τους Βρετανούς είχε ζητήσει την βοήθειά τους και αυτοί στέλνουν την δύναμη W, υπό τον Βρετανό στρατηγό Ουίλσον, αποτελούμενη από Βρετανούς, Νεοζηλανδούς, Αυστραλούς, Παλαιστίνιους και Κύπριους. Αυτή κάνει την εμφάνισή της στα Τρίκαλα στις 13 Απριλίου. Την Μεγάλη Τρίτη 15 Απριλίου του 1941 χτύπησε η σειρήνα και ο ουρανός γέμισε από γερμανικά αεροπλάνα που βομβάρδισαν την πόλη και το μικρό αεροδρόμιο της Βασιλικής προκαλώντας μεγάλες ζημιές και 2 νεκρούς αεροπόρους.

Η πόλη ερημώνει, με τους κατοίκους να φεύγουν περνώντας τα απαραίτητα. Καταστροφή. Οι νεκροί είναι πάνω 50, πολλά κτήρια κατεστραμμένα και λεηλατημένα. Η δύναμη W αποχωρεί πλήττοντας το οδικό δίκτυο, τις γέφυρες, με ολοσχερή καταστροφή αυτών, του Αγίου Κων/νου και της Μαρούγκαινας, για να δυσχεράνει την προέλαση των Γερμανών. Το Μεγάλο Σάββατο 19 Απριλίου οι Γερμανοί  εισέρχονται στην Πόλη, επιτάσσουν το κτήριο της Αγροτικής Τράπεζας στην Ασκληπιού, κυκλοφορούν τα μάρκα κατοχής σαν δεύτερο νόμισμα, παράλληλα με την δραχμή, χωρίς αντίκρισμα στην Γερμανία, επιτάσσουν κρατικές αποθήκες, αρπάζοντας τον πλούτο της χώρας μας και φεύγουν μετά από  δύο μήνες. Διαβάζει η Βαλέρια μαρτυρία  Μαρίας Κοντοκώστα.

«Είμαι από οικογένεια πολυτέκνων. Στο σπίτι ήμασταν τέσσερα  αγόρια  και πέντε κορίτσια. Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος το 41, οι γονείς μου έφυγαν από την πόλη. Ο πατέρας μου είχε μια γουμάρα και γύριζε στα χωριά και πουλούσε ξύδι για να ζήσουμε ,γιατί ήμασταν έντεκα άτομα στο σπίτι. Πήγαμε σ΄ένα χωριό που τόλεγαν τότε Τόσκες (Πρίνος).Μέναμε  μαζί με πολλές άλλες οικογένειες  που είχαν και αυτές φύγει από την πόλη  σε μία εκκλησία. Εγώ ήμουνα μικρή δεν τα θυμάμαι.

Περνούσαμε πολύ  δύσκολα, κάθε τόσο ερχόταν αεροπλάνα και βομβάρδιζαν. Η μάνα μου επειδή είχε πολλά παιδιά και ήταν πείνα και κατοχή, με πέταξε σ΄ένα χαντάκι. Αβάπτιστη  εγώ. Έρχεται το βράδυ ο αδελφός μου ο μεγάλος, ρωτάει την μάνα μας «Πού το έχεις το μωρό;», «A», λέει αυτή,» «το πέταξα, γιατί ερχόταν  αεροπλάνα και το είχα τυλιγμένο σ΄ ένα κόκκινο χαλάκι, άμα μας έβλεπαν θα μας σκότωναν.»Σηκώνεται αυτός, δεκαεφτά χρονών παιδί ήταν, παίρνει την γουμάρα.

«Πού ακριβώς το πέταξες;» Του είπε. Έρχεται, ψάχνει και με βρίσκει. Επειδή ήμουνα παγωμένη και είχα μείνει έξω στο κρύο επτά ώρες, βρίσκει στο δρόμο μια προβατίνα, την κουρεύει και με βάζει μέσα στο μαλλί για να ζεσταθώ. Με φέρνει στην εκκλησία και όταν με βλέπει ή μάνα μου, του λέει:« Δεν  τα΄  άφηνες εκεί που ήταν να το πάρει κάνας χριστιανός να σωθεί ; Έχουμε τόσα παιδιά, με τι θα τα ταΐσουμε. Όταν μεγάλωσα και το μαθα και το κοπανούσα με έλεγε «μανάρι μ΄ τι να κάναμε  είχαμε πολλά παιδιά».

Η πώληση κινητής περιουσία ήταν  επίσης ένας  τρόπος  εξεύρεσης χρημάτων, καθώς και η ανταλλαγή είδους με είδος. Η μαύρη  αγορά  ανθούσε  κάτω  από τα μάτια της αστυνομίας. Στην τρικαλινή ύπαιθρο  η εξεύρεση ειδών διατροφής ήταν σχετικά  πιο εύκολη  από τα ορεινά του νομού. Η μπομπότα, το καλαμποκάλευρο, είχε γίνει τιμή μονάδος για ανταλλαγή τροφίμων. Κοπέλες  ζαλικωμένες, σαν άλλες Ηπειρώτισσες  και οικογενειάρχες  κουβαλούσαν με μύριους κίνδυνους, μπομπότα, λάδι,  δαδί, τροφές για τα ζώα τους για να επιβιώσουν.

Τραγούδι από τη χορωδία «Ηπειρώτισσες».

Η εφημερίδα Αναγέννηση στο φύλλο της 10ης Φεβρουαρίου του 1942 αναφέρει   ότι, στα συσσίτια  σιτίζονταν 9.050 Τρικαλινοί άποροι, υπερβολικός αριθμός καθώς ήταν περίπου 8.500 οι κάτοικοι. Όμως μετά από συντονισμένη προσπάθεια διεθνών φιλανθρωπικών οργανώσεων, τον Ερυθρό  Σταυρό, την κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής,  διοχετεύτηκαν χιλιάδες τόνοι τροφίμων και  ρουχισμού από την Τουρκία στο λιμάνι του Βόλου.

Ένα χρόνο μετά τον βομβαρδισμό της πόλης παρέμεναν τα προβλήματα καθαριότητας και η Ιταλική διοίκηση αναγκάστηκε να κινητοποίηση τους  στρατιώτες της για αυτό. Η ληστρική επιδρομή στον τοπικό πλούτο συνεχιζόταν με παρακράτηση του 10% από την παραγωγή. Στα απομακρυσμένα χωριά αυτό, δεν ήταν εφικτό λόγω τεχνικών δυσκολιών, ενώ στα κοντινά, γινόταν εκτεταμένο πλιάτσικο.

Το καλοκαίρι του 1942 η ιταλική μπάντα ΠΙΝΕΡΟΛΟ έδινε ένα ευχάριστο τόνο με τις εμφανίσεις της στην κεντρική πλατεία πάντα έχοντας στο ρεπερτόριο της το mama , που εξέφραζε την αγάπη για την μητέρα. Τον Νοέμβριο του 1942, ξημερώνοντας η 26η, ενώνονται όλες οι αντιστασιακές  δυνάμεις της Ελλάδος, μαζί με τις Βρετανικές για την επιχείρηση στο Γοργοπόταμο. Η σιδηροδρομική επικοινωνία με την νότια Ελλάδα αποκόπτεται και συγχρόνως οι δυνάμεις του άξονα Γερμανίας -Ιταλίας χάνουν τον ανεφοδιασμό τους για έξι εβδομάδες.

Παράλληλα η αντίσταση άρχισε να ανδρώνεται στη Δυτική Θεσσαλία. Η πρώτη έφοδος  ανταρτών έγινε με παρέλαση στην Καλαμπάκα προκαλώντας ενθουσιασμό στους κατοίκους της και κινητοποίηση των Ιταλικών δυνάμεων. Το 1943 το φάσμα της  πείνας δείχνει να έχει ξεθωριάσει. Τον Φεβρουάριο η ιταλική φρουρά της Καλαμπάκας διατάζει τις γύρω κοινότητες να την εφοδιάσουν με τρόφιμα.

Ο Πρόεδρος της κοινότητας Οξύνειας αρνείται τον εφοδιασμό με την αιτιολογία ότι δεν το επιτρέπουν οι αντάρτες. Οι δύσκολες συνθήκες ζωής των Χασιωτών τους έκαναν δύσπιστους την κρατική  εξουσία. Έτσι Νίκος Ζαράλης συντοπίτης τους αντάρτης, παλιός λήσταρχος, έγινε ο αρχηγός τους. Στις 9 Φεβρουαρίου οι Ιταλοί προχωρούν σε λεηλασίες και βιασμούς φθάνοντας στην Οξύνεια. Δύο μέρες αργότερα εγκαταλείπουν το χωριό. Οι αντάρτες σε καλοστημένη παγίδα σκοτώνουν 161 Ιταλούς και συλλαμβάνουν 186 αιχμαλώτους.

Τέσσερεις μέρες μετά, στην εβδομαδιαία αγορά συλλαμβάνονται 15 αγρότες, από την περιοχή της Καλαμπάκας οι περισσότεροι και εκτελούνται στο νεκροταφείο. Ήταν οι πρώτες εκτελέσεις τρικαλινών, πού οδήγησαν στο βουνό όσους ήταν αναμεμειγμένοι σε αντάρτικες οργανώσεις.

Τραγούδι από τη χορωδία «Δυο παιδιά από το βραχώρι.»

Ένα μήνα αργότερα, επιβάλλεται απαγόρευση κυκλοφορίας, εκτός της πόλης με αναρτήσεις, στην τοπικές εφημερίδες  Θάρρος και Αναγέννηση. Στις 27 Φεβρουάριου  του 1943,η κηδεία του ποιητή Κωστή Παλαμά μετατρέπετε σε αυθόρμητο ξέσπασμα εθνικής ανάτασης. Παράλληλα οι  Ιταλοί λαμβάνουν μέτρα προφύλαξης των στρατιωτικών τους δυνάμεων και μετακινούν τους κρατούμενους των φυλακών, λόγω της απομονωμένης θέσης της, στην Λάρισα.

Στις 25 Μαρτίου ή το Πάσχα του 1943 στα Τρίκαλα στην  ανατολική  πλευρά του Φρουρίου υψώνεται η ελληνική σημαία, από τον έφηβο λουστράκο της κεντρικής πλατείας, Βασίλη Κουβέλα, κάτοικο της συνοικίας της Αγίας Μαρίνας ,που συλλαμβάνεται και απαγχονίζεται αργότερα. Το σχολικό έτος που έληξε τον Μάιο ήταν ομαλότερο στο μεγαλύτερο διάστημα από τις προηγούμενες χρονιές. Όμως μόλις 200 από τους 1000 μαθητές παρακολούθησαν επαρκώς το σχολείο καθώς, είτε εργάσθηκαν συνεισφέροντας στην οικογένεια, είτε εντάχθηκαν στις αντάρτικες ομάδες.

Με την πίεση των Γερμανών και των αντάρτικων ομάδων, οι Ιταλικές δυνάμεις, εγκλωβισμένες στα στρατόπεδα Τρικάλων, Ιωαννίνων στις 7 Ιουνίου1943 προσπαθούν να παραβιάσουν τα στενά της Πόρτας (Πύλης). Όμως οι αντάρτες, ανατινάσσουν την μοναδική γέφυρα  του Πορταικού,  στα στενά του Κόζιακα, αποκλείοντας τη διέλευση στον ορεινό όγκο  και οι Ιταλοί δεν μπορούν να διεισδύσουν. Αναγκάζονται να επιστρέψουν καίγοντας   στο πέρασμά τους την Πόρτα, το Μουζάκι, το Ντούσικο με απώλειες 200-700 άτομα χωρίς να παραδεχτούν την ήττα τους, ενώ  οι αντάρτες έχασαν 50 άνδρες.

Τον Ιούλιο του 43 στην Καστανιά υπογράφεται η συνεργασία ΕΛΛΑΣ-Άγγλων και ανασυσταίνεται η 1η μεραρχία του Ελληνικού Στρατού και 3.000 στρατιώτες νέοι προστίθενται στους αντάρτες, με το πρόσχημα του αλωνισμού. Η μεγάλη δύναμη των ανθρώπων που βγήκαν στο βουνό, είχε σαν αποτέλεσμα να χάσουν οι Ιταλοί  το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας.

Τραγούδι από τη χορωδία «Λεβέντης»

Παράλληλα οι Γερμανοί, με σκοπό να ελέγξουν τις οδικές αρτηρίες Καλαμπάκας – Ιωαννίνων-Καστοριάς, στέλνουν την επίλεκτη μεραρχία Εντελβαίς, με Διοικητή τον Λούντβιχ Κύμπλερ ,να αναλάβει δράση .Τον Σεπτέμβριο η ανατροπή του Μουσολίνι έχει σαν αποτέλεσμα την παράδοση της μεραρχίας Πινερόλο στις 11 Σεπτέμβριου στην Πόρτα σε συνεννόηση μεταξύ του ΕΛΛΑΣ  – ΕΔΕΣ – Άγγλων (Μάγιερς). Μετά 27 μήνες κατοχής οι Ιταλοί εγκαταλείπουν την πόλη και για τρεις μέρες τα Τρίκαλα είναι ελεύθερα.

Η Γερμανική κατοχή ξεκινά με την εγκατάσταση τους στο ξενοδοχείο Πανελλήνιο και με πενιχρά συσσίτια. Η Ήπειρος και η Θεσσαλία με το αναπτυγμένο  αντάρτικο σκληραίνουν την στάση των Γερμανών με σφαγές αμάχων στον τοπικό πληθυσμό, στο Κομμένο της Άρτας, στους Λιγγιάδες και την Μουσιοτίτσα Ιωαννίνων. Η Καλαμπάκα ,η Βασιλική, το Μουργκάνι  το Μουζάκι ,η Πόρτα, Πορτί γίνονται βάσεις εξόρμησης για τους Γερμανούς, με σκοπό να ελέγξουν την περιοχή.

Η Σωτηρία απαγγέλει «Μάνα και γιός» του Νικηφόρου Βρεττάκου.

Το ίδιο διάστημα οι κατακτητές ιδρύουν την Εθνική Ένωση Ελλάδος, τριεψηλίτες, με Έλληνες πρόθυμους να βοηθήσουν το έργο τους. Τον Ιανουάριο  1944 αρχίζουν τα μαθήματα στα σχολεία Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και τα  συσσίτια .Όμως οι μαθητές των Γυμνασίων, που είχαν υποχρεωθεί να παρακολουθήσουν ιδιωτικά φροντιστήρια, με καθηγητές Γυμνασίων, που χορηγούσαν βεβαιώσεις παρακολούθησης, αντέδρασαν γιατί αδυνατούσαν να καταβάλουν τα χρήματα, λόγω φτώχειας.

Έτσι συγκεντρώθηκαν αυθόρμητα στην Νομαρχία στην γωνία Κανούτα και Βύρωνος, και την κατέλαβαν. Αποτέλεσμα  αυτής της κίνησης ήταν, να συλλάβουν μαθητές με τους γονείς τους να μεταφερθούν στη Λάρι-σα, πού αφέθηκαν ελεύθεροι μετά από λίγες μέρες.

Στις 25 Μαρτίου 1944 οι Γερμανοί αποκλείουν την Εβραϊκή κοινότητα, παραβιάζουν τις πόρτες των σπιτιών  και τους συλλαμβάνουν στον ύπνο. Από τα 150 άτομα  που υπήρχαν συλλαμβάνονται τα 139. Όμως οι απώλειες θα ήταν μεγαλύτερες αν, από τους 520 Εβραίους της πόλης, οι 400 δεν είχαν διαφύγει στο βουνό και είχαν βοηθηθεί από τους Έλληνες. Οδηγούνται στη Λάρισα και κατόπιν στο Άουσβιτς. Θα επιστρέψουν επτά.

Η Γεωργία διαβάζει μαρτυρία της Κλαίρης Μπαντόλα-Ευθυμίου: «Έβλεπα από το παράθυρο του σπιτιού μου τους Γερμανούς στρατιώτες να σπρώχνουν τους Εβραίους πάνω στα καμιόνια. Δύο καμιόνια ήταν μπροστά από το υποκατάστημα της Άλφα Τράπεζας σήμερα, απέναντι από το κατάστημα Θεοδοσόπουλου. Πολλοί πατεράδες κράταγαν τα μικρότερα παιδιά στην αγκαλιά τους.

Έζησα πολλά περιστατικά στη διάρκεια της κατοχής. Η έκφραση των προσώπων όμως εκείνων των συνανθρώπων μας είναι μια εικόνα που δεν θα ξεχάσω ποτέ». Στις 18 Απριλίου 1944 απαγχονίζονται στους φανοστάτες της Ασκληπιού τριψηλίτες μετά από επίθεση σε τριεψηλίτες, με αποτέλεσμα την σύλληψη τους από τους Γερμανούς. Ακολουθεί στις 26 του μήνα, ο απαγχονισμός στο Μεγαλοχώρι 4 νεαρών σαν αντίποινα για τον φόνο τριών Γερμανών. Οι κατακτητές αναγκάζουν τους παραγωγούς, να παίρνουν άδειες διακίνησης, για κάθε αγαθό που διακινούσαν, υπό τον φόβο των ανταρτών.

Τραγούδι από τη χορωδία «Μικρός στρατιώτης»

Στις 28 Μαΐου, η πόλη μας μετονομάζεται σε Τρίκκη, με πανηγυρικές εκδηλώσεις και γιορτή στον κινηματογράφο REX, Δήμος ΤΡΙΚΚΑΙΩΝ σήμερα. Η σοδειά αυτής της χρονιάς ήταν σημαντική για Έλληνες και Γερμανούς, με αποτέλεσμα να καταγράψουν τις 70 αλωνιστικές μηχανές που υπήρχαν, κατορθώνοντας να συλλέξουν, μεγάλο μέρος της παραγωγής, στον κάμπο. Αντίθετα στα ορεινά, θερίζοντας νύχτα με δρεπάνια, κατόρθωσαν μεγάλο μέρος της παραγωγής, να πάει στους παραγωγούς. Το καλοκαίρι του 1944  οι συλλήψεις-εκτοπίσεις στην Γερμανία, Τρικαλινών ήταν καθημερινές μόνο με μία καταγγελία.

Η πιο συνταρακτική ήταν 17 μαθητών, στην αυλή του Γυμνάσιου, το πρωί και η μεταφορά τους στα κρατητήρια, στην γωνία Λαρίσης και Αβέρωφ, με τους περισσότερους να μεταφέρονται στην Γερμανία. Παράλληλα από τον Ιούλιο  μέχρι τον Οκτώβριο του 1944, στην Τύρνα λειτουργεί Δημοτικό Σχολείο και Παιδαγωγικό Φροντιστήριο με την Ρόζα Ιμβριώτη, για τα σχολεία των ανταρτών, για επιμόρφωση δασκάλων. Στις 8 Αυγούστου δολοφονείται ο 11χρονος Γιαννάκης Χατζηγιάννης, Αρμένιος στην καταγωγή, κάτοικος της συνοικίας των προσφυγικών, σαλταδόρος, δηλαδή αυτός που έκλεβε από οχήματα των Γερμανών κατακτητών, γιατί έκλεψε ένα γερμανικό όπλο και μια ζώνη.

Τον Σεπτέμβριο του 1944 καίγεται το κέντρο Αρζεντίνα, μετά την τοποθέτηση  εκρηκτικού μηχανισμού, στην οδό Αμαλίας, που ήταν σημείο αναφοράς διασκέδασης για τους Γερμανούς  αξιωματικούς και  τους  Έλληνες συνεργάτες τους. Στις 22 Σεπτεμβρίου στην Βασιλική πυρπολούν 100 σπίτια. Από τους 165 συλληφθέντες  αφήνουν τα 120 γυναικόπαιδα  και εκτελούν τους άνδρες στη Καλαμπάκα. Αξίζει  να αναφέρουμε, ότι στα αποκλεισμένα Τρίκαλα, σύμφωνα με δημόσια παραδοχή του  γερμανού διοικητή, κυκλοφορούν χαρτονομίσματα με δυσθεώρητα ποσά.

Ο Χρήστος διαβάζει μαρτυρία Κώστα Χατζηγάκη: «Ήταν τελευταίες μέρες της Γερμανικής κατοχής. Ένα βράδυ ο μεγαλύτερος  αδελφός του φίλου μου Χρυσόστομου, ο Σπύρος Μουτσικόπουλος, που έμενε πίσω από το σπίτι μας, έριξε μια φωτοβολίδα ως σύνθημα αρχής επιθέσεως, που είδαν οι Γερμανοί του κλιμακίου του Φρουρίου και την επόμενη το πρωί, δύο τετράγωνα μπλοκαρίσθηκαν και όλοι οι άνδρες, συγκεντρωθήκαμε στην πλατεία Δεσποτικού.

Εμένα και άλλους τρείς μας ξεχώρισαν και με την συνοδεία ενός χωροφύλακα και ενός Γερμανού μεταφέραμε στο νοσοκομείο με το φορείο τον Μηνά Μουχτάρη, που είχε πυροβοληθεί  την ώρα του μπλόκου και πέθανε από ακατάσχετη αιμορραγία.Κατά την επιστροφή μας, είδαμε από μακριά στην πλατεία όλους να  βρίσκονται με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από το σβέρκο. Αυτό δεν μου προμήνυε τίποτε καλό. Λέω στον χωροφύλακα τον Ζέρβα, τον οποίο εγνώριζα: «Βρέ Ζέρβα ,αυτοί θα μας σκοτώσουν. Τι λες, να το σκάσω;» «Όχι » μου λέει «Αυτός ο Γερμανός έχει αυτόματο και θα σε θερίσει. Εγώ βέβαια, θα ρίχνω στον αέρα. Άσε να δούμε.»

Στο πέτρινο σπίτι του Σταμουλάκη (Πελέκη) απέναντι από το Δεσποτικό ήταν στημένα τα πολυβόλα και δίπλα πιο πέρα ο Γερμανός ταγματάρχης Διοικητής του Φρουρίου. Με διαταγή του, παίρνουν θέση μπροστά στα πολυβόλα, οι στρατιώτες. Ο Διοικητής σηκώνει το ραβδί του, για να δώσει το σύνθημα της εκτελέσεως κατεβάζοντας το. Αυτά ήταν τα κρίσιμα δευτερόλεπτα. Εκατόν είκοσι περίπου άτομα, γλυτώσαμε από τον τουφεκισμό, τελευταία στιγμή.

Ήταν όλοι στημένοι ακριβώς δίπλα στον πλάτανο, έτοιμοι να ακούσουμε το κροτάλισμα των πολυβόλων, όταν δύο τρία μέτρα δεξιά μας σταματά ένα γερμανικό αυτοκίνητο, από το οποίο κατέβηκε ο διοικητής της πόλεως, συνταγματάρχης Φρέλιχ, ο οποίος έκπληκτος βλέπει το σκηνικό. Όπως μάθαμε αργότερα, την πρωτοβουλία  του τουφεκισμού την είχε πάρει  ο ταγματάρχης. Με το ραβδί του ο Φρέλιχ διατάσσει να σηκωθούν όλοι όρθιοι, «οι παρ ολίγον εκτελεσταί μας», καλεί κοντά του τον ταγματάρχη, τον οποίο επιπλήττει αυστηρά. Διατάσσει να κρατηθούν δέκα και οι άλλοι να απολυθούν. Μέσα στους δέκα είμαστε και εμείς που βρεθήκαμε μπροστά. Τελικά δεν μας τουφέκισαν.

Όλα αυτά ήταν προοίμια, της απελευθέρωσης της πόλης μας, στις 18-10-1944, 6 μέρες μετά την Αθήνα. Οι κατακτητές φεύγοντας ανατινάσσουν τις αποθήκες πυρομαχικών, στη ΣΜΥ και η πόλη συγκλονίζεται από την έκρηξη. Τον Σεπτέμβριο του 1944 στη Καζέρτα της Ιταλίας, υπογράφεται η συμφωνία, σύμφωνα με την οποία, όλες οι ανταρτικές δυνάμεις που δρούσαν στην Ελλάδα θα υπάγονταν στις διαταγές της ελληνικής κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, η οποία στη συνέχεια θα τις έθετε υπό τις διαταγές του στρατηγού Άγγλου  Ρόναλντ Σκόμπυ.

Τα Δεκεμβριανά, το 1944 ήταν αποτέλεσμα των διαφωνιών που υπήρχαν, από το 1943. Αν και τον Φεβρουάριο του 1945, υπογράφετε η συμφωνία της Βάρκιζας για αφοπλισμό του ΕΑΜ, ο εμφύλιος συνεχίστηκε μέχρι το 1949 με νεκρούς, με πρόσφυγες, με ερημωμένα χωριά, με αδελφοκτόνες διαμάχες. Σήμερα στην πόλη μας υπάρχει μόνο το μνημείο των εκτελεσθέντων Επονιτών στην πλατεία Ρήγα Φεραίου.

Ευχαριστούμε παιδιά, ευχαριστούμε Ματίνα και Γιώργο μας κάνατε υπερήφανους για τον τόπο μας. Η γιορτή τέλειωσε με την ευχή να μην ξανασυμβεί πόλεμος, αλλά ενωμένο το ελληνικό έθνος να προχωρά ειρηνικά προς τη δόξα !!!

Σχόλια

σχόλια