Τα νέα μέτρα οδηγούν την οικονομία σε ύφεση

Τα νέα μέτρα οδηγούν την οικονομία σε ύφεση

Προκειμένου να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο του μνημονίου συνεννόησης που υπέγραψε με τους Ευρωπαίους πιστωτές της, η ελληνική κυβέρνηση συμφώνησε σε νέο πακέτο μέτρων δημοσιονομικής λιτότητας, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων αυξήσεων στους φόρους ακινήτων και εισοδημάτων αλλά και περαιτέρω μειώσεων σε συντάξεις και προνοιακές παροχές. Νέα έρευνα του Ινστιτούτου Levy καταλήγει στο συμπέρασμα πως αυτά τα νέα μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας θα οδηγήσουν την οικονομία σε ύφεση. Εκτός εάν ενισχυθούν άλλες παράμετροι από την πλευρά της ζήτησης έτσι ώστε να αντισταθμιστούν οι επιπτώσεις στην παραγωγή και την απασχόληση από τα νέα μέτρα λιτότητας.

«Αναμένουμε πως οι οικονομικές συνθήκες θα επιδεινωθούν μόλις γίνουν αισθητά τα μέτρα», γράφει ο πρόεδρος Δημήτρης Παπαδημητρίου του Levy μαζί με τον Μιχάλη Νικηφόρου και τον Τζενάρο Ζέζα στην έκθεσή τους με τίτλο «Ελλάδα: Γλιτώνοντας από την ύφεση».

«Εάν δεν γίνουν διορθωτικές ενέργειες για να αντισταθμιστούν οι επιπτώσεις από τα νέα μέτρα, τότε η οικονομία αναμένεται να διανύσει ένα ακόμη έτος με βαθιά ύφεση και πολύ μετριοπαθείς ρυθμούς ανάπτυξης να παρουσιάζονται το 2017». Οι επικεφαλής της έρευνας θεωρούν πως είναι πια μύθος η επιτυχία του σχεδίου της δημοσιονομικής λιτότητας και των μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα.

Θεωρητικά, η εφαρμογή του σχεδίου θα μετέτρεπε το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σε αρκετά μεγάλο πλεόνασμα και έτσι θα αντισταθμίζονταν οι επιπτώσεις στην οικονομία. «Εχει αποτύχει η στρατηγική της τρόικας –που απέβλεπε στην επανεκκίνηση της οικονομίας από την αύξηση των καθαρών εξαγωγών– λόγω εν μέρει της χαμηλής επίδρασης που είχε η υποχώρηση των μισθών στις τιμές αλλά και η δύσκολη προσαρμογή του εμπορίου σε σχέση με τις τιμές», γράφουν οι επιστήμονες του Ινστιτούτου.

Επιπροσθέτως, ένα μεγάλο μέρος των υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα δεν έχει καταβληθεί διότι η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να υλοποιήσει στόχους για την αποπληρωμή του χρέους. Ως αποτέλεσμα αναχαιτίζονται οι ρυθμοί ανάπτυξης και η δημιουργία θέσεων εργασίας. «Δεδομένης της συσσώρευσης αυτών των καθυστερούμενων οφειλών, τα νέα δάνεια από την τρόικα που ανέρχονται στα 10 δισ. ευρώ ανά έτος μόλις που αρκούν για τη μετακύλιση του υφιστάμενου χρέους που πλησιάζει στη λήξη του. Για να μειωθεί το ύψος του υφιστάμενου χρέους, η πολιτική της δημοσιονομικής λιτότητας θα πρέπει να οδηγήσει σε πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης όχι απλώς σε πρωτογενές πλεόνασμα», σημειώνουν οι επιστήμονες του Ινστιτούτου.

«Ομως, η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής θα ήταν καταστροφική σε μια χώρα που ήδη πλήττεται από φτώχεια και ανεργία. Απαιτείται ελάφρυνση χρέους, δηλαδή κάτι παραπάνω από αναδιάρθρωση χρέους».

Στο βασικό σενάριο των Παπαδημητρίου, Νικηφόρου και Ζέζα εκτιμάται πως, εάν η κυβέρνηση καταφέρει να προχωρήσει στις αυξήσεις φόρων και στις μειώσεις των συντάξεων που υπαγορεύει το μνημόνιο συνεννόησης, το πραγματικό ΑΕΠ θα συρρικνωθεί ξανά κατά 0,7% το 2016, θα αυξηθεί κατά μόνον 0,2% το 2017 και κατά 1,4% το 2018. Σε ένα άλλο σενάριο, η ελληνική κυβέρνηση εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις προς τον ιδιωτικό τομέα της χώρας και επεκτείνει τις δημόσιες επενδύσεις κατά 2 δισ. ευρώ το 2017 και κατά 4 δισ. ευρώ το 2018. Η οικονομία επανέρχεται σε ζωηρούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2017, αλλά η ανάκαμψη δεν είναι αρκετά ισχυρή για να επιτευχθεί αξιόλογη ενίσχυση της απασχόλησης. Στο τελευταίο σενάριο, η κυβέρνηση ακολουθεί μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική μέσα από την καθιέρωση ενός συμπληρωματικού δημοσιονομικού νομίσματος, του Geuro, αποτρέποντας την πτώση του κατώτατων μισθών και συντάξεων, αλλά και προχωρώντας στη χρηματοδότηση προγραμμάτων απασχόλησης. Με το τελευταίο σενάριο, η ανάπτυξη ενισχύεται κατά 5,2% το 2017 και κατά 3,7% το 2018. «Διατηρούμε την πεποίθηση ότι δεν θα υπάρξει βελτίωση στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας παρά τις εξαγγελίες της κυβέρνησης», σημειώνει η επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου.

*Ο κ. Darren Sullivan συνεργάζεται με το Ινστιτούτο Οικονομικών Levy στο κολέγιο Bard.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια