Στα χαρτιά δύο νόμοι για ταχύτερη αδειοδότηση των επιχειρήσεων

Στα χαρτιά δύο νόμοι για ταχύτερη αδειοδότηση των επιχειρήσεων

Από τον καιρό της ψήφισης των μνημονίων η χώρα επιχειρεί να φτιάξει ένα πλαίσιο αδειοδότησης επιχειρήσεων, φιλικό προς τους ενδιαφερόμενους επενδυτές.

Παρά όμως τις προσπάθειες και την άοκνη συνδρομή πολλών φορέων του εξωτερικού (ΟΟΣΑ, Κομισιόν κ.λπ.), η χώρα στερείται ενός αποτελεσματικού αδειοδοτικού πλαισίου.

Συγκεκριμένα, έπειτα από τρεις (μακράς διαρκείας) κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ, και ισάριθμα νομοσχέδια που ψήφισαν, τελικά η αδειοδότηση της λειτουργίας των επιχειρήσεων παραμένει μια δύσκολη υπόθεση. Στην πράξη, όπως αναφέρουν οι ειδικοί στη νομοθεσία, το αδειοδοτικό καθεστώς των επιχειρήσεων, είναι εκείνο που ίσχυε προ του 2011 και πιθανόν ακόμη πιο παλιά.

Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, το 2014, και υπό την πίεση της τρόικας για τη διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα, η κυβέρνηση της Ν.Δ. ψηφίζει τον ν. 4262/2014. Ο νόμος αυτός, γνωστός και ως νόμος Χατζηδάκη, φιλελευθεροποιούσε το καθεστώς αδειοδότησης της λειτουργίας μιας επιχείρησης, επιτρέποντας για πρώτη φορά το καθεστώς γνωστοποίησης και το πλαίσιο «αυτοσυμμόρφωσης (self-compliance)». Λίγες δραστηριότητες, εκείνες με μεγάλη όχληση και υψηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, π.χ. εξορύξεις, ηλεκτρονικές επικοινωνίες, κατασκευές κ.λπ., προαπαιτούσαν την έκδοση άδειας λειτουργίας.

Στην πράξη, η στόχευση του νόμου Χατζηδάκη ήταν η ελληνική επιχειρηματικότητα να ενταχθεί σε τρεις μεγάλες κατηγορίες. Εκείνη της χαμηλής όχλησης, της μεσαίας και της υψηλής όχλησης. Αδεια για τη λειτουργία μιας επιχείρησης απαιτείτο μόνον για τις επιχειρήσεις υψηλής όχλησης. Για τις υπόλοιπες είτε δεν χρειαζόταν αδειοδότηση (επιχειρήσεις χαμηλής όχλησης) είτε αρκούσε η γνωστοποίηση της λειτουργίας (επιχειρήσεις μεσαίας όχλησης). Οι επιχειρήσεις, ωστόσο, ανεξαρτήτως όχλησης, αναλάμβαναν το έργο της «αυτοσυμμόρφωσης», καθώς σε κάθε έλεγχο θα έπρεπε να ήταν σύννομες. Επίσης, εκεί όπου οι απαιτήσεις ήταν υψηλές (κυρίως επιχειρήσεις μεσαίας όχλησης) η «αυτοσυμμόρφωση» μπορούσε να επιτευχθεί με τη συνδρομή ιδιωτικών φορέων, πιστοποιημένων όμως από το ελληνικό Δημόσιο.

Η κυβέρνηση της Ν.Δ., ωστόσο, άργησε να κάνει πράξη τον νόμο. Κυρίως άργησε να ορίσει τους κλάδους της οικονομίας που εμπίπτουν σε κάθε μία από τις τρεις προαναφερόμενες κατηγορίες. Αν και ο νόμος περιελάμβανε περίπου 400 κατηγορίες οικονομικών δραστηριοτήτων που έπρεπε να ταξινομηθούν ανάλογα με το καθεστώς λειτουργίας τους, μέχρι το τέλος του 2014, μόνον ένα υπουργείο, το επισπεύδον του ψηφισθέντος νόμου, είχε ολοκληρώσει το έργο. Συγκεκριμένα, η ΚΥΑ (ΦΕΚ Β΄ 3181/27.11.2014) που ήρθε προς το τέλος του έτους, όριζε 103 κατηγορίες, από ένα σύνολο 229 του τομέα της μεταποίησης, που μπορούσαν να λειτουργήσουν ελεύθερα χωρίς καμία άλλη ενέργεια. Ηταν, όμως, το πρώτο βήμα.

Στον πάγο…

Η αλλαγή κυβέρνησης, ωστόσο, στις αρχές του 2015, σταμάτησε τη διαδικασία αυτή. Μάλιστα, το καλοκαίρι του 2016, και μετά τη μνημονιακή στροφή της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, άρχισε να συζητείται στους κόλπους της κυβέρνησης ένας νέος νόμος, που θα κάνει ακόμη «πιο φιλικό» το αδειοδοτικό πλαίσιο. Το νέο αυτό πλαίσιο παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 2016 από την τότε υφυπουργό Οικονομίας & Ανάπτυξης Θεοδώρα Τζάκρη, κατηγορώντας μάλιστα τον νόμο Χατζηδάκη, ως «άδειο πουκάμισο».

Ο νόμος Τζάκρη ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους και καταργούσε καθ’ ολοκληρίαν τον νόμο Χατζηδάκη. Παρόλο που αποδεχόταν ώς ένα βαθμό τoν εκ των υστέρων (ex-post) έλεγχο της επιχείρησης που εισήγαγε ο νόμος Χατζηδάκη, συνιστούσε ένα βήμα πίσω, αφού έβαζε ξανά ως υποχρεωτική τη γνωστοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας.

Η επιστροφή του κράτους στην επιχειρηματικότητα

 Ο νόμος Τζάκρη (4442/2016) με τίτλο «Νέο θεσμικό πλαίσιο για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και άλλες διατάξεις» ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 2016. Οριζε δύο κατηγορίες οικονομικών δραστηριοτήτων: α) Υπαγόμενες σε «διαδικασία γνωστοποίησης». β) Υπαγόμενες σε «διαδικασία έγκρισης». Καταργούσε έτσι την ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα που οριζόταν στον νόμο Χατζηδάκη, ειδικά για τις επιχειρήσεις χαμηλής όχλησης.

Παράλληλα, στον νόμο οριζόταν (αρ. 5) ότι κάθε υπουργός θα προωθούσε τη σύνταξη και την υπογραφή Προεδρικών Διαταγμάτων (Π.Δ.) βάσει των οποίων θα κατηγοριοποιούνταν οι οικονομικές δραστηριότητες, ανάλογα με το καθεστώς γνωστοποίησης ή εγκριτικής άδειας. Το περιθώριο που δίνει ο νόμος για τη σύνταξη των Π.Δ. δεν έχει παρέλθει (31/12/2018), αλλά μέχρι στιγμής, σχεδόν 16 μήνες μετά, δεν έχει υπογραφεί κανένα από αυτά.

Ως συνέπεια, όλες οι επιχειρήσεις που ενδεχομένως θέλουν να ευεργετηθούν από τον νέο νόμο δεν μπορούν. Στην πράξη, μετά την ψήφιση δύο νόμων «απλούστευσης του πλαισίου αδειοδότησης των οικονομικών δραστηριοτήτων» στη χώρα μας, όλες ανεξαιρέτως οι επιχειρήσεις όχι μόνον δεν έχουν ευεργετηθεί, αλλά, αν θέλουν να είναι απολύτως σύννομες, θα πρέπει να εκδίδουν άδειες. Πρέπει δηλαδή να ελέγχονται εκ των προτέρων (ex-ante) από το κράτος για τις δραστηριότητές τους.

Για τον κλάδο της μεταποίησης, για τον οποίον είχε νομοθετηθεί για πρώτη φορά η ελεύθερη δραστηριοποίηση, όπως αναφέρουν καλά ενημερωμένες πηγές, η νόμιμη λειτουργία των επιχειρήσεων εξασφαλίζεται μόνον από την υπαγωγή τους στις διατάξεις του νόμου 3892/2011.

Αφορμή για όλα τα παραπάνω, πρέπει να αναφέρουμε, αποτέλεσε η αποκρατικοποίηση της ΕΕΣΣΤΥ. Η τελευταία παραλίγο να πωληθεί χωρίς άδειας λειτουργίας. Η προσωρινή (τριετής) άδεια λειτουργίας της επιχείρησης έληξε τον Ιούλιο του 2017. Πιο πριν, η δραστηριότητά της είχε υπαχθεί στον νόμο Χατζηδάκη ως ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα και εκεί είχε ξεχαστεί. Κάποιος το εντόπισε και τώρα το υπουργείο Υποδομών καλείται μέσω του νομοσχεδίου για τα ταξί να διορθώσει την κατάσταση, παρατείνοντας για άλλα δύο χρόνια την προσωρινή άδεια λειτουργίας της επιχείρησης.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια