Ρηχή και ασταθής η ανάκαμψη μετά την έξοδο από τα μνημόνια

Ρηχή και ασταθής η ανάκαμψη μετά την έξοδο από τα μνημόνια

Η ανάκαμψη, έπειτα από μια δεκαετή κρίση, με απώλειες της τάξης του 25% στο ΑΕΠ, δεν έχει τα χαρακτηριστικά που θα απομάκρυναν τη χώρα οριστικά από τη ζώνη κινδύνου. Είναι ασθενέστερη απ’ ό,τι αναμενόταν, με βάση τη θεωρία του «ελατηρίου» και επιπλέον είναι «ρηχή», καθώς δείχνει να βασίζεται κυρίως στην άνθηση του τουρισμού και όχι σ’ ένα ευρύτερο φάσμα δραστηριοτήτων.

Τις παραπάνω επισημάνσεις διατυπώνουν, μεταξύ, άλλων οικονομικοί αναλυτές στους οποίους απευθύνθηκε η «Κ», με αφορμή τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων του β΄ τριμήνου για το ΑΕΠ, που έδειξαν ρυθμό ανάπτυξης 1,8% σε σύγκριση με το 2,5% του α΄ τριμήνου.

Ενας ρυθμός 2%, όπως είναι αυτός που προβλέπεται πλέον για το σύνολο του 2018, είναι σίγουρα απογοητευτικός για μια χώρα που πέρασε τόσο βαθιά κρίση και βιάζεται να ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Σημειώνεται ότι η Ευρωζώνη συνολικά το 2017 είχε ρυθμό ανάπτυξης 2,4% και οι άλλες πρώην μνημονιακές Κύπρος 3,9%, Πορτογαλία 2,7% και Ιρλανδία 7,2%. Αλλωστε και για την Ελλάδα οι αρχικές προβλέψεις για τους ρυθμούς ανάπτυξης με τους οποίους θα έβγαινε απ’το μνημόνιο ήταν πολύ πιο αισιόδοξες και αναθεωρήθηκαν στη συνέχεια. Το φθινόπωρο του 2016 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβλεπε ρυθμό ανάπτυξης 2,7% για το 2017 και 3,1% για το 2018. Τελικά, το 2017 ο ρυθμός περιορίστηκε στο μισό περίπου (1,4%) και για φέτος εκτιμάται πλέον στο 2%.

Οσο για το μέλλον, αν πιστέψουμε το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα της κυβέρνησης, που συμφωνήθηκε με τους θεσμούς, τα επόμενα χρόνια ο ρυθμός ανάπτυξης θα ανέβει ελαφρώς στο 2,4% το 2019, στο 2,3% το 2020, στο 2,1% το 2021 και στο 1,8% το 2022. Kατά το ΔΝΤ, ο ρυθμός θα είναι 2,4% το 2019, 2,2% το 2020, 1,6% το 2021 και 1,2% το 2022. Δεν είναι σπουδαίες προβλέψεις, ενώ υπάρχει κίνδυνος η πραγματικότητα να αποδειχθεί χειρότερη. Ο καθηγητής Πετράκης προβλέπει 10 χρόνια περίοδο θεραπείας των πληγών της κρίσης.

Ως σημαντικότερη προτεραιότητα προκύπτει, αναμφίβολα, αυτή τη στιγμή η τόνωση των επενδύσεων. Αυτή με τη σειρά της, όμως, προϋποθέτει συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, φορολογικές ελαφρύνσεις και γενικότερα σταθερότητα και αποχή από τις «κακές συνήθειες» του παρελθόντος. Διαφορετικά, καραδοκεί όχι μόνο η μακροχρόνια μιζέρια, αλλά και η σκληρή τιμωρία των αγορών, που έστειλαν τις προηγούμενες μέρες τις προειδοποιήσεις τους, ανεβάζοντας τα επιτόκια δανεισμού στα ύψη.

Τάσος Αναστασάτος: Επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Eurobank και πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών 

Η διατηρήσιμη ανάπτυξη απαιτεί επενδύσεις

Ο προβληματισμός για τον δυναμισμό και τη διατηρησιμότητα του ρυθμού ανάπτυξης εδράζεται στη σύνθεσή του. Η ανάκαμψη του 2018 βασίστηκε έως τώρα μονομερώς στη βελτίωση των εξαγωγών και τη συγκράτηση των εισαγωγών, ενώ οι επενδύσεις παραμένουν σε αρνητικό έδαφος.

Εφόσον η οικονομία έχει ανακτήσει τις απώλειες ανταγωνιστικότητας τιμών κι έχει εκλείψει το ενδεχόμενο του Grexit, το ζητούμενο θα έπρεπε να είναι συνεχιζόμενοι διψήφιοι ρυθμοί ανόδου των επενδύσεων για πολλά έτη και όχι αδύναμες αυξήσεις εναλλασσόμενες με μειώσεις. Παρότι η υστέρηση των επενδύσεων το τελευταίο εξάμηνο αφορά κυρίως τις μειωμένες αγορές πλοίων, η γενική τάση δεν είναι ικανοποιητική. Επιπλέον, οι μειωμένες αγορές πλοίων συντελούν και στη συγκράτηση των εισαγωγών.

Δεδομένου ότι παραγωγή και κατανάλωση βασίζονται υπερβολικά σε εισαγόμενες εισροές, οι εισαγωγές αναμένεται να αναζωπυρωθούν τα επόμενα τρίμηνα. Για να συνεχίζουν να αυξάνονται και οι εξαγωγές, απαιτείται αύξηση της παραγωγικής ικανότητας των εξαγωγικών τομέων μέσω επενδύσεων. Οσο συνεχίζεται η αποεπένδυση, μειώνονται ο λόγος κεφαλαίου προς εργασία και η παραγωγικότητα, δεν δημιουργούνται ποιοτικές θέσεις εργασίας και τα εισοδήματα δεν θα αυξάνονται με διατηρήσιμο τρόπο.

Οι κύριοι λόγοι για την αδυναμία των επενδύσεων είναι η υψηλή επιβάρυνση από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές και οι αμφιβολίες των αγορών για τη συνέχιση των φιλοαναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων και της μακροικονομικής σταθερότητας. Πολιτικές οι οποίες δίνουν στις αγορές σήμα αναστροφής μεταρρυθμίσεων επιδρούν αρνητικά στις επενδύσεις, ακόμα κι αν δεν παράγουν δημοσιονομικές υπερβάσεις.

Οι επενδυτές προσδοκούν σταθερότητα στο θεσμικό πλαίσιο και αντιμετώπιση των εναπομεινασών δυσλειτουργιών στο επενδυτικό περιβάλλον. Εμπροσθοβαρείς πολιτικές οι οποίες θα έδιναν τέτοιο σήμα στις αγορές, θα μπορούσαν να αποδώσουν σημαντικά αποτελέσματα.

Παναγιώτης Πετράκης: Καθηγητής ΕΚΠΑ

Τα δημόσια έργα, θυσία στον βωμό των πλεονασμάτων

Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της ελληνικής οικονομίας για το β΄ τρίμηνο επιβεβαιώνει ότι το 2018 αναμένουμε να κινηθεί μεταξύ 1,7% και 2%.

Κύριοι παράγοντες που ωθούν τη σχετικά καλή επίδοση του ΑΕΠ είναι οι εξαγωγές ακολουθούμενες από την ασθενή ιδιωτική κατανάλωση, ενώ οι επενδύσεις παραμένουν με αρνητικό πρόσημο. Δυστυχώς, οι δημόσιες επενδύσεις απουσιάζουν θυσιασμένες στον βωμό της επίδειξης πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Εάν το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο κινηθούν μεταξύ 1,40% και 2,00%, τότε θα επιβεβαιωθεί η παραπάνω εκτίμηση.

Πάντως, το τρίτο τρίμηνο εμπεριέχει τις θετικές αποφάσεις για τη μερική ρύθμιση του ελληνικού χρέους, αλλά και τις αρνητικές επιδράσεις της κρίσης των αναδυόμενων χωρών, με την άνοδο των επιτοκίων στις ΗΠΑ, όπως και την αναταραχή στη γειτονιά μας (Ιταλία, Τουρκία), που αυξάνουν την αβεβαιότητα.

Η αναμενόμενη χαμηλής πτήσης ανάκαμψη προοιωνίζεται μία εξαιρετικά μακρά (δέκα χρόνια περίπου) περίοδο θεραπείας των πληγών της οκταετούς οικονομικής κρίσης. Ετσι, δεν επιβεβαιώθηκε ούτε η θεωρία του «ελατηρίου», αλλά ούτε και η θριαμβευτική ανάταση της εξόδου από το γ΄ μνημόνιο. Εάν κάποιος ήθελε να ζήσει μία παρόμοια εμπειρία, θα έπρεπε να ταξιδέψει πίσω στο τέλος του 2015 όταν οι υπόλοιπες μνημονιακές χώρες έβγαιναν σε ένα εξαιρετικό διεθνές περιβάλλον άφθονης ρευστότητας.

Η αρχική επιλογή της πολιτικής σύγκρουσης με τους θεσμούς έχει κόστος σήμερα. Εάν στο κόστος αυτό (στενότητα ρευστότητας) προσθέσουμε και την ακατανόητη απόφαση της υπερφορολόγησης (+8,5 δισ. ευρώ επιπλέον), καταλαβαίνει κανείς γιατί οι τράπεζες ασθμαίνουν, η ροπή προς αποταμίευση είναι αρνητική και η παραοικονομία αυξάνεται ξανά.

Τώρα πλέον στο υπόλοιπο μισό τους έτους, η αβεβαιότητα έχει αυξηθεί προς την κατεύθυνση της αρνητικής εκδοχής, ανοίγοντας την πόρτα σε σοβαρές αναταράξεις. Ας ελπίσουμε ότι θα αποφευχθούν.

Νίκος Σ. Μαγγίνας: Επικεφαλής οικονομολόγος, Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης Εθνικής Τράπεζας

Ανάκαμψη με ασταθείς, ακόμη, κινητήριες δυνάμεις

Το ΑΕΠ αυξήθηκε για 6ο συνεχόμενο τρίμηνο, που είναι η καλύτερη επίδοση από την περίοδο 2006-07, με επιταχυνόμενο ρυθμό μέχρι και το 1ο τρίμηνο του 2018 που άγγιξε το +2,5% ετησίως. Η μικρή επιβράδυνση στο +1,8% το 2ο τρίμηνο του 2018, αν και εν μέρει συγκυριακή, είναι ενδεικτική των προκλήσεων της επόμενης μέρας. Η λεγομένη «θεωρία του ελατηρίου» ήδη λειτούργησε το 2016-2017 όταν η οικονομία ανέκαμψε σε μια περίοδο υπαρκτής αβεβαιότητας και δημοσιονομικής υπεραπόδοσης, ξεκινώντας από μία πολύ χαμηλή αφετηρία. Οσο όμως προστίθενται τρίμηνα με θετικό ρυθμό ανάπτυξης, τόσο θα απαιτούνται νέοι καταλύτες για να διατηρηθεί η ανοδική τάση.

Η διατηρήσιμη ανάκαμψη απαιτεί μια συνδυαστική συνεισφορά περισσότερων του ενός συστατικών του ΑΕΠ. Εως τώρα παρατηρούμε σημαντική μεταβλητότητα των συνιστωσών της ανάκαμψης, με την ανοδική τροχιά των εξαγωγών (συμπεριλαμβανόμενου του τουρισμού) να αποτελεί το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς. Τα υπόλοιπα συστατικά, όπως επενδύσεις, κατανάλωση, αποθέματα, παρουσιάζουν συνεχείς εναλλαγές προσήμου. Αυτό είναι ενδεικτικό ελλιπούς, ακόμη, εμβάθυνσης της ανάπτυξης, που βασίζεται σε περιορισμένο τμήμα του βιώσιμου εταιρικού τομέα και στα περισσότερο εύρωστα νοικοκυριά. Η οικονομία παραμένει επίσης ευάλωτη σε εξωγενείς διαταραχές, δεδομένου μάλιστα ότι οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις έχουν αυξήσει την εξωστρέφειά τους.

Η άμεση ανάγκη ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, του βιοτικού επιπέδου, της παραγωγικότητας μέσω νέων επενδύσεων και δημιουργίας ποιοτικότερων θέσεων εργασίας απαιτούν μεσοπρόθεσμους ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από αυτούς που υποθέτουν οι αναλύσεις βιωσιμότητας χρέους (δηλαδή 1,0-1,3% ετησίως).

Η μεγάλη πρόκληση για την οικονομική πολιτική θα είναι να χρησιμοποιήσει τον αυξανόμενο βαθμό δημοσιονομικής αυτονομίας και επιλογής διαρθρωτικών πολιτικών, ώστε να δώσει στον ιδιωτικό τομέα τη δυνατότητα να αγωνιστεί για τέτοιους ρυθμούς ανάπτυξης.

Μιχάλης Μασουράκης: Επικεφαλής οικονομολόγος ΣΕΒ

Η υπερφορολόγηση, εμπόδιο για τις επενδύσεις

Η ελληνική οικονομία επιτέλους ανακάμπτει, με την ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές να συμβάλλουν κατά προτεραιότητα στην ανάπτυξη.

Η ανάκαμψη αυτή όμως θα μπορούσε να ήταν πολύ ισχυρότερη, αν δεν εμποδιζόταν από ένα ασθενές φιλοεπενδυτικό πλαίσιο, με την υπερφορολόγηση της εργασίας και των επιχειρήσεων να έχει φθάσει στο απροχώρητο, από ένα ατελέσφορο αναπτυξιακό πρότυπο, με τη δυνατότητα υποκατάστασης εισαγωγών, παραγωγικής εξωστρέφειας και τεχνολογικής αναβάθμισης να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, και από ένα ασταθές πολιτικό σκηνικό, με τη μεταμνημονιακή παροχολογία να θέτει σε κίνδυνο την επιστροφή στην κανονικότητα και στις αγορές.

Σε κάθε περίπτωση, ρυθμοί ανάπτυξης κοντά στο 2% την επόμενη πενταετία είναι κατώτεροι των περιστάσεων, με δεδομένη την τεράστια συμπίεση του επιπέδου ζωής που σημειώθηκε στα χρόνια της κρίσης. Στο πλαίσιο αυτό, και με δεδομένες την ανεπάρκεια των εγχώριων αποταμιεύσεων και τις δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις, απαιτείται σε μακροχρόνιο ορίζοντα η προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων από το εξωτερικό και η μεγαλύτερη συμμετοχή του πληθυσμού, και ιδίως των γυναικών και των νέων, στην αγορά εργασίας, με την εφαρμογή πολιτικών στήριξης της οικογένειας και ανάπτυξης επαγγελματικών δεξιοτήτων. Ειδικά, στην αγορά εργασίας πρέπει να γίνει κατανοητό ότι κανείς δεν μπορεί να επιβάλει επίπεδα μισθών ασύμβατα με τις οικονομικές δυνατότητες των επιχειρήσεων, με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορεί και να τις υποχρεώσει να προσλάβουν κόσμο.

Στο πλαίσιο αυτό, ένα ντόμινο αυξήσεων, αντίστοιχων με την ποσοστιαία αύξηση στον κατώτατο μισθό, και στα λοιπά μισθολογικά κλιμάκια θα έχει καταστροφικές συνέπειες στην οικονομία. Ηδη, η απασχόληση, η παραγωγικότητα και οι μισθοί έχουν αρχίσει να αυξάνονται, χωρίς τη βοήθεια κανενός. Ας μην ξανακάνουμε, λοιπόν, τα ίδια λάθη που μας οδήγησαν στα μνημόνια.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια