Πώς οι πιστωτικές κάρτες άλλαξαν τον τρόπο που ξοδεύουμε

Πώς οι πιστωτικές κάρτες άλλαξαν τον τρόπο που ξοδεύουμε

Αν είστε καταστηματάρχης, ποιον θα εμπιστευόσασταν για να σας ξεπληρώσει ένα χρέος; Κατά βάση, μόνο κάποιον που θα γνωρίζατε προσωπικά, κάτι που ήταν καλό, καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρέφεστε θα προέρχονταν από την ίδια μικρή κοινότητα. Αυτό ίσχυε για πολλούς αιώνες. Αλλά με τον ερχομό των μεγάλων πόλεων, τα πράγματα έγιναν πιο περίπλοκα.

Τα μεγάλα πολυκαταστήματα δεν μπορούσαν να βασίζονται στους υπαλλήλους για να αναγνωρίζουν κάθε πελάτη εξ’ όψεως. Έτσι, οι πωλητές εξέδωσαν μάρκες σε αξιόπιστους πελάτες – ειδικά νομίσματα, μπρελόκ, ενώ το 1928, ακόμη και αντικείμενα που έμοιαζαν με ετικέτες σκύλων, εν ονόματι «charga-plates». Δείχνοντας ένα από τα παραπάνω, ο υπάλληλος του καταστήματος, ο οποίος φυσικά δεν θα σας γνώριζε, θα σας άφηνε ευχαρίστως να βγείτε από το κατάστημα με μια χούφτα αγαθών για τα οποία δεν θα είχατε πληρώσει ακόμη. Μερικές από τις πιστωτικές μάρκες έγιναν από μόνες τους σύμβολα κύρους.

Το 1947 βγήκε το πρώτο αντικείμενο, το οποίο επέτρεψε σε κάποιον να πάρει πίστωση όχι μόνο από ένα μόνο κατάστημα, αλλά από μια σειρά καταστημάτων: το Charg-It. Αυτό δούλεψε μόνο σε μια περιοχή δύο τετραγώνων του Μπρούκλιν.

Αλλά στη συνέχεια, το 1949, ήρθε η κάρτα Diners Club, που στόχευε στον πωλητή – ταξιδιώτη. Θα του επέτρεπε να αγοράζει τρόφιμα και καύσιμα, να ενοικιάζει δωμάτια ξενοδοχείων και να ψυχαγωγεί πελάτες σε ένα δίκτυο καταστημάτων στις ΗΠΑ.

Και κάπως έτσι ξεκίνησε η ιστορία: 35.000 άνθρωποι συμμετείχαν το πρώτο έτος, καθώς η εταιρεία έσπευσε να κλείσει συμφωνίες με ξενοδοχεία, αεροπορικές εταιρείες, πρατήρια βενζίνης και εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων.

Στη δεκαετία του 1950 κυκλοφόρησε η χρεωστική κάρτα American Express και πιστωτικές κάρτες που δημιούργησαν τράπεζες.

Ξεπερνώντας την αδράνεια

Η τράπεζα της Αμερικής την ονόμασε ευφάνταστα BankAmericard και θα μετατρεπόταν τελικά σε Visa. H αντίπαλός της, Master Charge, μετονομάστηκε σε MasterCard.

Όμως οι πρώτες πιστωτικές κάρτες είχαν να αντιμετωπίσουν δύο μεγάλα προβλήματα: οι έμποροι λιανικής πώλησης δε θα δέχονταν τις κάρτες χωρίς να υπάρχει σημαντική καταναλωτική ζήτηση την ίδια στιγμή που πολλοί από τους πελάτες δεν ήθελαν να ταλαιπωρηθούν για την εγγραφή τους, εκτός και αν οι περισσότεροι έμποροι δέχονταν τις κάρτες.

Για να ξεπεραστεί η αδράνεια, το 1958 η Τράπεζα της Αμερικής πειραματίστηκε στέλνοντας απλώς από μία πλαστική πιστωτική κάρτα σε 60.000 πελάτες στο Φρέσνο της Καλιφόρνια. Κάθε κάρτα είχε πιστωτικό όριο 500 δολαρίων, δηλαδή γύρω στα 5.000 δολάρια σε σημερινές τιμές.

Αυτή η παράτολμη κίνηση έγινε γνωστή ως η πτώση του Φρέσνο. Η τράπεζα είχε, φυσικά, απώλειες από τα παράνομα δάνεια και την απροκάλυπτη απάτη εγκληματιών που απλώς έκλεψαν τις κάρτες από τα γραμματοκιβώτια των παραληπτών. Αλλά η πτώση του Φρέσνο γρήγορα εξομαλύνθηκε. Οι τράπεζες απορρόφησαν τις ζημίες και μέχρι το τέλος του 1960, η Τράπεζα της Αμερικής έθεσε ένα εκατομμύριο πιστωτικές κάρτες σε κυκλοφορία.

Το άλλο πρόβλημα ήταν ακανθώδες: Για να δώσει κανείς μια πιστωτική κάρτα, ο πωλητής του καταστήματος έπρεπε να τηλεφωνήσει στην τράπεζά του (πελάτη) και να συνομιλήσει με έναν αρμόδιο για να εγκριθεί η συναλλαγή. Αλλά οι νέες τεχνολογίες συνέβαλαν έτσι ώστε η διαδικασία των εγκρίσεων να γίνεται όλο και πιο απλή.

Πρωταρχική μεταξύ αυτών ήταν η μαγνητική ταινία – η οποία αρχικά αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 από τους Forrest και Dorothea Parry με σκοπό την χρήση της σε δελτία ταυτότητας της CIA. Ο Forrest ήταν μηχανικός της IBM ο οποίος επέστρεψε ένα βράδυ στην κατοικία του με μια πλαστική κάρτα και πληροφορίες κωδικοποιημένες σε μια ταινία μαγνητικής ταινίας, προσπαθώντας να καταλάβει πώς να τις συνδέσει μεταξύ τους. Η σύζυγός του, η Dorothea, η οποία σιδέρωνε εκείνη την ώρα, του έδωσε το σίδερο και του πρότεινε να το δοκιμάσει.

Ο συνδυασμός θερμότητας και πίεσης έπιασε και γεννήθηκε η μαγνητική ταινία! Χάρη σ’ αυτή, μπορούσε κανείς πλέον να περάσει μια κάρτα Visa σε ένα κατάστημα. Το τελευταίο, θα έστελνε ένα μήνυμα στην τράπεζά του, η οποία με την σειρά της θα έστελνε ένα μήνυμα στους υπολογιστές του δικτύου Visa και εκείνοι ένα μήνυμα στην τράπεζά του καταναλωτή.

Πολιτιστική μετατόπιση

Εάν η τράπεζά ήταν σύμφωνη να εμπιστευθεί τους πελάτες να πληρώσουν με κάρτα, δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας για τους εμπόρους. Η ψηφιακή έγκριση έφτανε από αυτούς τους υπολογιστές στο κατάστημα, και έδινε μια απόδειξη η οποία θα επέτρεπε στον πελάτη να φύγει με τα ψώνια του. Η όλη διαδικασία έπαιρνε μόλις λίγα δευτερόλεπτα. Έτσι, η πιστωτική κάρτα εξαπλώθηκε παντού – και ο καθένας μπορούσε να πλοηγηθεί σε ένα δίκτυο εμπιστοσύνης, το οποίο κάποτε ήταν η διατήρηση των επίτιμων μελών μιας μικρής κοινότητας.

Ήταν μια τεράστια πολιτισμική αλλαγή. Δεν υπήρχε πλέον λόγος να παρακαλέσει κανείς έναν διευθυντή τράπεζας για δάνειο και να εξηγεί γιατί το χρειάζεται. Θα μπορούσε κανείς να ξοδέψει χρήματα σε οτιδήποτε και να τα χρεώνει στην κάρτα ξανά και ξανά μέχρι να είναι έτοιμος να πληρώσει με την δική του ευκολία – αρκεί να μην τον πείραζε να πληρώσει επιτόκια που θα μπορούσαν εύκολα να είναι 20% ή 30%.

Αλλά μια τέτοια απρόσκοπτη, απρόσωπη πίστωση μπορεί να έχει παράξενες επιπτώσεις στην ψυχολογία μας. Πριν από μερικά χρόνια, δύο ερευνητές από το MIT, ο Drazen Prelec και ο Duncan Simester, έκαναν ένα πείραμα για να ελέγξουν εάν οι πιστωτικές κάρτες μάς έχουν κάνει πιο χαλαρούς στο να ξοδέψουμε χρήματα.

Επέτρεψαν σε δύο ομάδες ανθρώπων να υποβάλλουν προσφορές σε δημοπρασία για να αγοράσουν εισιτήρια για γνωστούς αθλητικούς αγώνες. Αυτά τα εισιτήρια ήταν πολύτιμα μεν, χωρίς τιμή δε.

Στην μία ομάδα είπαν ότι έπρεπε να πληρώσει με μετρητά – αλλά να μην ανησυχεί καθώς υπήρχε ένα ΑΤΜ στη γωνία αν κέρδιζαν. Η άλλη ομάδα ενημερώθηκε ότι θα γίνει αποδεκτή μόνο η πληρωμή με πιστωτική κάρτα. Υπήρξε μια εντυπωσιακή διαφορά στα αποτελέσματα: H ομάδα πιστωτικών καρτών προσέφερε, ουσιαστικά, περισσότερα χρήματα για τα εισιτήρια, περισσότερο από δύο φορές απ’ ότι για την περίπτωση ενός ιδιαίτερα δημοφιλούς αγώνα.

Θάνατος των μετρητών;

Σε μερικές χώρες τα μετρητά ήδη ξεπερνιούνται.

Στη Σουηδία, μόνο το 20% των πληρωμών στα καταστήματα γίνεται με μετρητά – ενώ μόνο το 1% της συνολικής αξίας των δαπανών γίνεται μέσω μετρητών.

Το 1970, ένα διαφημιστικό σλόγκαν της BankAmericard ήταν: «Σκεφτείτε το ως χρήμα». Πλέον, για πολλές συναλλαγές δεν αρκούν τα κανονικά χρήματα: Μια αεροπορική εταιρεία, μια επιχείρηση ενοικίασης αυτοκινήτων ή ένα ξενοδοχείο θέλουν την πιστωτική κάρτα του κόσμου, όχι τα μετρητά του. Στην Σουηδία το ίδιο ισχύει και για καφετέριες, μπαρ ενώ μερικές φορές και για πάγκους αγορών.

Οι πιστωτικές κάρτες – όταν χρησιμοποιούνται με σύνεση – μπορούν να μας βοηθήσουν να διαχειριστούμε τα χρήματά μας. Ο κίνδυνος απλώς είναι ότι καθιστούν υπερβολικά εύκολο το να δαπανήσουμε χρήματα – χρήματα που δεν έχουμε απαραιτήτως.

Πηγή: BBC

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια