Πρόσθετες προβλέψεις 5,7 δισ. ευρώ για τράπεζες λόγω προτύπου IFRS 9

Πρόσθετες προβλέψεις 5,7 δισ. ευρώ για τράπεζες λόγω προτύπου IFRS 9

Οι πρόσθετες προβλέψεις για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων που έκαναν οι συστημικές τράπεζες στο πλαίσιο της υιοθέτησης του νέου λογιστικού προτύπου IFRS 9 ανήλθαν στα 5,7 δισ. ευρώ.

Με τους νέους λογιστικούς κανονισμούς, αλλάζει ο ορισμός της αθέτησης, δηλαδή του πότε ένα δάνειο χαρακτηρίζεται ως μη εξυπηρετούμενο, και γίνεται πιο αυστηρός και συγκεκριμένος, περιορίζοντας δραστικά τα περιθώρια για διαφορετικές προσεγγίσεις από κάθε τράπεζα. Εν πολλοίς, με την υιοθέτηση του IFRS 9 όλα τα μη εξυπηρετούμενα πιστωτικά ανοίγματα (που περιλαμβάνουν και ρυθμίσεις) θεωρούνται μη εξυπηρετούμενα δάνεια (δηλαδή, δάνεια σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών), επιβάλλοντας την πλήρη κάλυψή τους με προβλέψεις. Το σημαντικό για τις τράπεζες είναι ότι η επίπτωση από την εφαρμογή του IFRS 9 δεν επηρεάζει τα αποτελέσματα αλλά επιβαρύνει κατευθείαν τα κεφάλαια. Ακόμα σημαντικότερο είναι ότι η επιβάρυνση αυτή ουσιαστικά δεν θα ληφθεί υπόψη στο υπό εξέλιξη stress test, καθώς οι εποπτικές αρχές έχουν δώσει στις τράπεζες τη δυνατότητα να αποσβέσουν σε βάθος 5ετίας τη ζημία, με το 30% της επίπτωσης να αναγνωρίζεται τα πρώτα 3 χρόνια και το υπόλοιπο 70% θα βαρύνει τα εποπτικά κεφάλαια την τελευταία 2ετία. Ετσι, για το 2018 η μείωση στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών είναι πολύ μικρή.

Οπως γνωστοποίησε χθες η Τράπεζα Πειραιώς, η επίπτωσης της πρώτης εφαρμογής του IFRS 9 ανέρχεται σε 1,6 δισ. ευρώ. Με βάση τις μεταβατικές εποπτικές ρυθμίσεις, δηλαδή τη δυνατότητα σταδιακής αναγνώρισης της επίπτωσης σε ορίζοντα 5ετίας, για το 2018 η υιοθέτηση του IFRS 9 οδηγεί σε μείωση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας κοινών μετοχών (CET1) κατά 25 μονάδες βάσης (μ.β.), ο οποίος διαμορφώνεται σε επίπεδο ομίλου στο 15,5% (συνυπολογίζοντας τις αποεπενδύσεις σε εξέλιξη). Χωρίς τις μεταβατικές διατάξεις η συνολική αναγνώριση οδηγεί τον δείκτη στο 12%. Στο τέλος του 2017 ο δείκτης κάλυψης από προβλέψεις μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) ανερχόταν σε 47% και των δανείων σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών (NPLs) σε 75%, ενώ μετά τα IFRS 9 οι δείκτες ανέρχονται στο 52% και 82%, αντίστοιχα. Οπως γνωστοποίησε η Πειραιώς, το υπόλοιπο των NPEs μειώθηκε στα 31,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2017 έναντι στόχου 31,5 δισ. ευρώ, ενώ το υπόλοιπο των NPLs μειώθηκε στα 19,8 δισ. έναντι στόχου 20,1 δισ. ευρώ.

Στο 1,55 δισ. ευρώ ανήλθαν οι πρόσθετες προβλέψεις της Alpha Bank στο πλαίσιο του νέου λογιστικού προτύπου. Σύμφωνα με την τράπεζα, για το 2018 ο δείκτης κεφαλαίων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1) εκτιμάται ότι θα επηρεαστεί κατά περίπου 0,1%, ενώ η συνολική επιβάρυνση στο τέλος της 5ετίας θα είναι 240 μ.β.

Με τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία (30.09.2017) ανερχόταν σε 17,8 %. Σύμφωνα με την Alpha η καθαρή θέση του ομίλου θα μειωθεί κατά περίπου 1,1 δισ. ευρώ μετά από φόρους, ενώ οι συσσωρευμένες προβλέψεις απομείωσης θα αυξηθούν κατά 8,1%.

Για την Εθνική Τράπεζα η επίπτωση θα ανέλθει στο 1,45 δισ. ευρώ, ενώ οι πρόσθετες προβλέψεις οδηγούν στην αύξηση των συσσωρευμένων προβλέψεων για την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων του ομίλου κατά περίπου 10,7%. Σύμφωνα με την ΕΤΕ, η αρχική εφαρμογή του IFRS 9 εκτιμάται ότι θα μειώσει τον δείκτη κοινών μετοχών (CET1) του ομίλου κατά περίπου 50 μ.β., ενώ χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν οι μεταβατικές διατάξεις η εκτιμώμενη επίπτωση στον CET1 ανέρχεται σε 350 μ.β.

Τέλος, η Eurobank στο πλαίσιο του IFRS 9 επιβαρύνθηκε με 1,1 δισ. ευρώ. Με τις επιπρόσθετες προβλέψεις το συνολικό απόθεμα προβλέψεων της Eurobank ανήλθε σε 11,1 δισ. ευρώ. H επίπτωση στον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας CET1 είναι 16 μονάδες βάσης (μ.β.) για τον πρώτο χρόνο, ενώ η συνολική επιβάρυνση, μετά τη σταδιακή αναγνώριση, της επιβάρυνσης θα ανέλθει σε 290 μ.β.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια