Προληπτική γραμμή πίστωσης μετά το μνημόνιο προτείνει η ΤτΕ

Προληπτική γραμμή πίστωσης μετά το μνημόνιο προτείνει η ΤτΕ


Η ένταξη σε ένα «προληπτικό πρόγραμμα στήριξης» θα παρέχει ασφάλεια σχετικά με την πρόσβαση του ελληνικού Δημοσίου σε χρηματοδότηση, επισημαίνει στην ενδιάμεση έκθεσή του για τη νομισματική πολιτική ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας.

Υπέρ της ένταξης της χώρας, μετά το μνημόνιο, σε ένα «προληπτικό πρόγραμμα στήριξης», για λόγους ασφάλειας και επενδυτικής εμπιστοσύνης, τάχθηκε χθες ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, προκαλώντας σφοδρή αντίδραση της κυβέρνησης, που επιμένει στην «καθαρή έξοδο».

Πυροδοτώντας ένα νέο γύρο σύγκρουσής της με τον κεντρικό τραπεζίτη, η κυβέρνηση τον χαρακτήρισε σε non paper «αποτυχημένο υπουργό».

«Ενας αποτυχημένος υπουργός Οικονομικών τότε και μια αποτυχημένη κυβέρνηση είχαν θέσει ως βέλτιστη εκδοχή όχι την έξοδο στις αγορές με ευνοϊκά επιτόκια, αλλά τη γραμμή στήριξης, δεν σημαίνει ότι μια επιτυχημένη κυβέρνηση δεν θα τα καταφέρει πολύ καλύτερα. Ηδη, όλες οι ενδείξεις αυτό αποδεικνύουν», ανέφερε η κυβερνητική ανεπίσημη ανακοίνωση.

Η επιθετικότητα της κυβέρνησης προς τον κεντρικό τραπεζίτη αποτελούν σταθερά του πολιτικού σκηνικού μετά την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ το τελευταίο διάστημα σειρά δημοσιευμάτων σε βάρος του κλιμάκωσαν την ένταση.

Ο κ. Στουρνάρας όμως έχει τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως φάνηκε από την τοποθέτηση του προέδρου της Μάριο Ντράγκι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προ μηνός, όπου τον χαρακτήρισε ένα έμπιστο μέλος του Δ.Σ. της ΕΚΤ, που έχει δουλέψει σκληρά για το καλό της Ελλάδας.

Εξάλλου, ο κ. Στουρνάρας, αιτιολόγησε τη χθεσινή εισήγησή του για ένα προληπτικό πλαίσιο επικαλούμενος κανόνες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κάτι που παραπέμπει σε πιθανή συνεννόησή του με τη Φρανκφούρτη.

Σημειώνεται ότι και ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι είχε κάνει αναφορά την περασμένη εβδομάδα σε ένα πιθανό τέταρτο πρόγραμμα, λέγοντας ότι η αναγκαιότητά του θα εξαρτηθεί από την Ελλάδα. «Εναπόκειται εντελώς στα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης να αποφασίσει αν χρειάζεται τέταρτο πρόγραμμα. Εάν η ελληνική οικονομία συνεχίσει να είναι εύθραυστη, τότε η κυβέρνηση θα αποφασίσει η ίδια αν επιθυμεί να συνεχίσει το πρόγραμμα», είπε ο επικεφαλής της ΕΚΤ, για να εισπράξει την αιχμηρή απάντηση από τον πρωθυπουργό: «Να μας λείπει το βύσσινο».

Ο κ. Στουρνάρας υπενθύμισε στην έκθεση ότι σε περίπτωση που μέχρι να βγει η χώρα από το πρόγραμμα δεν βελτιωθεί η πιστοληπτική διαβάθμισή της, θα απολεσθεί η δυνατότητα των ελληνικών ομολόγων: Πρώτον, να χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και δεύτερον, να συμμετέχουν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Με άλλα λόγια θα αυξηθεί το κόστος δανεισμού των τραπεζών και θα συμπιεσθεί περαιτέρω η ρευστότητα.

Κι αυτό γιατί οι κανόνες της ΕΚΤ δεν της επιτρέπουν να τοποθετείται σε τίτλους με αξιολόγηση κάτω από την επενδυτική βαθμίδα, εκτός αν οι χώρες που τους εκδίδουν ακολουθούν πρόγραμμα προσαρμογής.

«Ακόμη η χώρα βρίσκεται 6 μονάδες κάτω από την επενδυτική βαθμίδα και απομένουν μόνο 8 μήνες», προειδοποίησε ο κεντρικός τραπεζίτης κατά την παράδοση της έκθεσης στη Βουλή.

Επιπλέον, ο κ. Στουρνάρας υποστήριξε ότι ένα προληπτικό πλαίσιο στήριξης (η απλή ή ενισχυμένη προληπτική γραμμή, όπως ονομάζονται, με κεφάλαια διαθέσιμα σε περίπτωση ανάγκης δανεισμού της χώρας) μπορεί να δράσει υποστηρικτικά για την ελληνική οικονομία μειώνοντας το κόστος δανεισμού, καθώς θα παρέχει ασφάλεια σχετικά με την πρόσβαση του ελληνικού Δημοσίου σε χρηματοδότηση.

Η εμπέδωση της εμπιστοσύνης μεσοπρόθεσμα, σύμφωνα με την έκθεση, εξαρτάται επίσης από την εξειδίκευση των μέτρων αναδιάρθρωσης του χρέους, η οποία αποτελεί και αυτή προϋπόθεση για την ένταξη της χώρας στο QE και για την πρόσβαση στις αγορές ομολόγων με βιώσιμους όρους.

Ο κ. Στουρνάρας άγγιξε κι άλλες ευαίσθητες πτυχές της οικονομικής πολιτικής, λέγοντας ότι αυτή πρέπει να επικεντρωθεί στα εξής:

1. Επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων. Οι ιδιωτικοποιήσεις που βρίσκονται σε ώριμη φάση πρέπει να ολοκληρωθούν γρήγορα, σημείωσε στην έκθεση, όπου γίνεται ειδική αναφορά στο Ελληνικό, με την επισήμανση ότι η καθυστέρηση που σημειώνεται θέτει σε κίνδυνο τα οφέλη για την οικονομία.

2. Υιοθέτηση ενός μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής φιλικότερης προς την ανάπτυξη, με περικοπή των μη παραγωγικών δαπανών, βελτίωση της αποτελεσματικότητας του Δημοσίου και της φορολογικής διοίκησης και καλύτερη διαχείριση της περιουσίας του.

3. Αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

4. Βελτίωση της ποιότητας και διασφάλιση της ορθής λειτουργίας και ανεξαρτησίας των θεσμών. Οι αποτελεσματικοί θεσμοί βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, σημειώνει με νόημα η έκθεση.

5. Αρση των εμποδίων στις επενδύσεις «που ορθώνουν διάφορα μικρά και μεγάλα οργανωμένα συμφέροντα και ομάδες».

6. Αντιμετώπιση του υψηλού δημοσίου χρέους, στο πλαίσιο των αποφάσεων του Eurogroup του Ιουνίου 2017.

7. Στήριξη των ανέργων και ενίσχυση των προγραμμάτων απασχόλησης και κατάρτισης.

Το υπερπλεόνασμα

Η έκθεση ασκεί κριτική και στο υπερπλεόνασμα, επισημαίνοντας ότι η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου, αν και συμβάλλει στη συγκράτηση του χρέους, έχει αρνητική επίδραση στην οικονομία. Σημειώνει τα εξής: «Η εντονότερη από την απαιτούμενη περιοριστική κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής που ασκείται και η οποία μάλιστα βασίζεται σε ένα φοροκεντρικό δημοσιονομικό μείγμα, συνεπάγεται την άντληση σημαντικών πόρων από την παραγωγική διαδικασία.

Ταυτόχρονα, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα δεν φαίνεται να χαρακτηρίζεται ως διατηρήσιμο. Σαφής ένδειξη της δυσμενούς αυτής εξέλιξης είναι η αρνητική απόκλιση των δηλωθέντων εισοδημάτων το 2017 από τον στόχο που είχε τεθεί με βάση τη φορολογική μεταρρύθμιση του 2016».

Φοροδιαφυγή και παραοικονομία «κόστισαν» 13,5 δισ.

Επτά μονάδες ύφεσης ή διαφορετικά 13,5 δισ. ευρώ θα μπορούσε να έχει γλιτώσει η ελληνική οικονομία αν είχαν ευοδωθεί οι προσπάθειες για την πάταξη της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας.

Ωστόσο, τα πρώτα χρόνια των μνημονίων και ιδιαίτερα πριν από τη σύσταση της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων τα πράγματα ήταν απογοητευτικά.

Σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση νομισματικής πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, αν αντί για αυξήσεις φόρων είχε περιορισθεί αποτελεσματικά η φοροδιαφυγή και η παραοικονομία, το αποτέλεσμα θα ήταν ύφεση μικρότερη κατά επτά ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ την περίοδο 2010-2015.

Οπως τονίζεται στην έκθεση, η αύξηση του φορολογικού βάρους κατά μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ οδηγεί πέραν της απώλειας ΑΕΠ κατά 2,8% και σε μεταφορά της παραγωγής και της απασχόλησης από την επίσημη στην ανεπίσημη οικονομία κατά 1,3 και 1,4 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, «αν δεν υπήρχε παραοικονομία στην Ελλάδα, οι απαιτούμενες αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών προκειμένου να επιτευχθούν οι φορολογικοί στόχοι του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής θα ήταν σημαντικά μικρότερες».

Ενδεικτικά, για να επιτευχθεί μόνιμη αύξηση των φορολογικών εσόδων από το εισόδημα από εργασία κατά μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ, απαιτείται αύξηση του φορολογικού συντελεστή κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες όταν δεν υπάρχει παραοικονομία, έναντι αύξησης κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες όταν υπάρχει παραοικονομία.

Μάλιστα, η απόκλιση στις αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών στις δύο αυτές περιπτώσεις αυξάνεται όσο υψηλότερος είναι ο στόχος είσπραξης φορολογικών εσόδων.

Με βάση τα ανωτέρω η υφεσιακή επίδραση της αύξησης της φορολογίας στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής στην ελληνική οικονομία θα ήταν μικρότερη, αν η παραοικονομία είχε ελεγχθεί αποτελεσματικά.

Προσομοιώσεις του υποδείγματος επιβεβαιώνουν ότι η αρνητική επίδραση των φόρων στο ΑΕΠ της περιόδου δημοσιονομικής προσαρμογής 2010-2015 θα μπορούσε να είναι σημαντικά μικρότερη.

Πρόσκαιρη η επίδραση των πλειστηριασμών στις τιμές των ακινήτων

Πρόσκαιρη, όπως εκτιμά η Τράπεζα της Ελλάδος, θα είναι η αρνητική επίδραση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών ακινήτων στην αγορά, σε ό,τι αφορά το επίπεδο των τιμών.

Στην ενδιάμεση έκθεση για τη νομισματική πολιτική που δημοσιεύτηκε χθες, αναφέρεται ότι «παρά το γεγονός ότι η δυνητική μαζική πώληση ακινήτων προς τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (funds) και η πλήρης ενεργοποίηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών από τα πιστωτικά ιδρύματα θα μπορούσαν να ασκήσουν περαιτέρω πίεση στις τιμές, εκτιμάται ότι η αρνητική επίδραση θα είναι βραχυπρόθεσμη και θα αφορά τα ακίνητα υποδεέστερων χαρακτηριστικών».

Μακροπρόθεσμα δε, η ΤτΕ τονίζει ότι η αναθέρμανση της αγοράς αναμένεται να ενισχύσει τη ζήτηση στην αγορά ακινήτων υψηλών προδιαγραφών και επενδυτικών χαρακτηριστικών, συμπαρασύροντας τελικώς ανοδικά τη ζήτηση σε όλο το φάσμα της αγοράς.

Πάντως, οι ανασταλτικοί παράγοντες για την ανάκαμψη του κλάδου εξακολουθούν να υφίστανται, προεξαρχούσης της φορολογίας. Σύμφωνα με την ΤτΕ, κατά το 2016 η φορολογία στην κατοχή ακινήτων ως ποσοστό του ΑΕΠ ξεπέρασε το 2%, ενώ μέχρι το 2010 δεν υπερέβαινε το 0,5%-0,6%.

Παράλληλα, η εν εξελίξει προσπάθεια αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, προκειμένου αυτές να προσεγγίσουν τις εμπορικές αξίες, αποσκοπεί στην άρση στρεβλώσεων στη φορολόγηση των ακινήτων ανά την επικράτεια, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν αδρανοποιήσει τοπικές αγορές ακινήτων. Ωστόσο, σύμφωνα με την ΤτΕ, ο επαναπροσδιορισμός των αντικειμενικών αξιών θα πρέπει να συνοδευτεί από την αναπροσαρμογή και τελικά τη σταδιακή μείωση των συντελεστών φορολογίας, με παράλληλη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.

Παράλληλα, επιβάλλεται να γίνουν συγκεκριμένα βήματα προς την ενίσχυση της ζήτησης, πέραν του εξορθολογισμού της φορολογίας.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια