Πληθωρισμός και ονομαστικό ΑΕΠ

Πληθωρισμός και ονομαστικό ΑΕΠ

Τ​​ο μελλοντικό μέσο ονομαστικό ΑΕΠ ενδέχεται να είναι μόλις 2,5% (0,75% πραγματική ανάπτυξη, 1,75% πληθωρισμός) και να επιβραδυνθεί ακόμη περισσότερο τις δεκαετίες 2030-2040. Οι συνέπειες για τη χάραξη δημοσιονομικής πολιτικής είναι πολύ σημαντικές.

Στα προηγούμενα «Σημειώματα προς Συζήτηση» είχαμε αναλύσει για ποιους λόγους αποτελούν το μέγεθος του πληθυσμού και οι δημογραφικές εξελίξεις βασικό παράγοντα που καθορίζει το μέγεθος της μακροοικονομίας και τον ρυθμό με τον οποίον θα αναπτυχθεί στο μέλλον. Είχαμε εξετάσει επίσης για ποιους λόγους είναι η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο θεμελιώδης παράγοντας που καθορίζει το επίπεδο του κατά κεφαλήν εισοδήματος σε μια οικονομία. Στο τέλος, μόνο η βελτίωση της παραγωγικότητας μπορεί να αυξήσει το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ δημογραφικών εξελίξεων και παραγωγικότητας της εργασίας καθορίζει τον όγκο προϊόντων και υπηρεσιών που μπορεί να παράγει μια οικονομία, γνωστό ως πραγματικό ΑΕΠ. Ας συνδυάσουμε τώρα αυτή την ανάλυση με το θέμα της μέσης τιμής για αυτά τα προϊόντα και υπηρεσίες. Ετσι θα έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε και για το ονομαστικό ΑΕΠ και τον πληθωρισμό, όπως καθορίζεται από τον αποπληθωριστή του ΑΕΠ (ή δείκτη τιμών ΑΕΠ)**.

Στο γράφημα 1 αποτυπώνεται η πορεία του ονομαστικού ΑΕΠ από το 1950 και μετά όπως και το βασικό μου σενάριο για την πορεία του ονομαστικού ΑΕΠ από το 2018 μέχρι το 2080. Σε αυτή την προβολή χρησιμοποιώ ως σημείο εκκίνησης τον ρυθμό μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ, ρυθμό στον οποίον είχαμε καταλήξει με βάση τις δημογραφικές εξελίξεις και μια φιλόδοξη υπόθεση για το επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας, σε συνδυασμό με την προσδοκία πως η μέση τιμή του δείκτη τιμών ΑΕΠ θα είναι 1,75% τον χρόνο.

Είναι σημαντικό να τονιστεί πως το μέλλον δεν θα είναι γραμμικό και ομαλό, όπως αποτυπώνεται σε αυτό το σενάριο, αλλά ευμετάβλητο. Ο σχεδιασμός αυτού του σεναρίου έχει γίνει ώστε να πλησιάζει κατά το δυνατόν στο «μέσο» ή «ρεαλιστικό» ή «πιο πιθανό» σενάριο, κατά τη γνώμη μου, πάντοτε με βάση τις υποθέσεις που έχουμε περιγράψει νωρίτερα με σαφήνεια. Η ελληνική κυβέρνηση και άλλοι αναλυτές ενδέχεται να έχουν άλλα σενάρια, οπότε σε αυτή την περίπτωση καλό θα ήταν να τα συζητήσουν στο πλαίσιο δημόσιου διαλόγου ώστε οι ψηφοφόροι να είναι πάντοτε καλά πληροφορημένοι σε σχέση με διαφορετικές απόψεις και επιλογές.

Το μεγάλο πλεονέκτημα που προσφέρει ένα τέτοιο σενάριο σε πολιτικούς και στο ευρύ κοινό είναι πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αναφορά ώστε να ελεγχθεί αν η ακολουθούμενη πολιτική παράγει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Στο σενάριο αναφέρω ετήσιο ρυθμό μεταβολής, ωστόσο μπορεί κανείς να εξάγει και τον τριμηνιαίο ρυθμό μεταβολής από τα στοιχεία που παραθέτω (όπως θα δείξω παρακάτω) και να κρίνει σε τριμηνιαία βάση κατά πόσο συμπεριφέρεται η οικονομία όπως αναμένεται ή αν όχι για ποιους λόγους είναι τα αποτελέσματα καλύτερα ή χειρότερα απ’ όσο περιμέναμε. Χωρίς να αντιδράει κανείς υπερβολικά σε βραχυπρόθεσμες μεταβολές, η χάραξη πολιτικής βασισμένης σε ποσοτικοποιημένο σενάριο τείνει να ενισχύει τη λογοδοσία αλλά και τον δημόσιο διάλογο, που σε διαφορετική περίπτωση ενδεχομένως να μην υπήρχε. Η ύπαρξη καλής επικοινωνίας με την κοινή γνώμη ενισχύει την εμπιστοσύνη, ακόμη και αν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς το μέλλον.

Ποια είναι ορισμένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας σε αυτή τη μακρά περίοδο; Παρατηρούμε την πτώση του ονομαστικού ΑΕΠ την περίοδο 2009-2016, πράγμα πολύ ασυνήθιστο καθώς το ονομαστικό ΑΕΠ δεν συρρικνώνεται σχεδόν ποτέ, και αποτελεί ένδειξη της δύναμης της ύφεσης. Η ελληνική οικονομία είχε φθάσει στο απόγειο το 2008, όταν το ΑΕΠ είχε ανέλθει στα 242 δισ. ευρώ και υποχώρησε στο ναδίρ το 2016 με ΑΕΠ 174 δισ. ευρώ. Η απώλεια ανέρχεται στο 28% του ονομαστικού ΑΕΠ. Ευτυχώς αυξάνεται και πάλι το ονομαστικό ΑΕΠ και θα εξακολουθήσει να αυξάνεται, σύμφωνα με το σενάριο, με τον υποτονικό ρυθμό 2,5% κατά μέσον όρο όπως αποτυπώνεται στο γράφημα 1. Σύμφωνα με το σενάριο μπορούμε να περιμένουμε μια ήπια ανάκαμψη στη δεκαετία του 2020, ακολουθούμενη από χαμηλότερη ονομαστική ανάπτυξη τις δεκαετίες 2030-2040. Στη συνέχεια ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται, με βάση τις υποθέσεις που έχουμε κάνει, να σταθεροποιηθεί σε ρυθμό 2,5% με 2,75% τον χρόνο. Μπορούμε να υποθέσουμε πως μακροπρόθεσμα η πραγματική ανάπτυξη θα είναι γύρω στο 0,75% και ο αποπληθωριστής ΑΕΠ γύρω στο 1,75%.

Η προοπτική για υποτονικό ονομαστικό ΑΕΠ είναι σημαντική για τη χάραξη πολιτικής: η δημοσιονομική πολιτική χαράσσεται με βάση ονομαστικές μεταβολές και το ονομαστικό ΑΕΠ. Οταν μια οικονομία αναπτύσσεται στο μέλλον με μέτριο ρυθμό, τότε ο ρυθμός δημοσιονομικής επέκτασης πρέπει να είναι ανάλογα μετρημένος, σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος να υπάρξουν ξανά μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και νέα συσσώρευση χρέους. Πράγματι, αντιμετωπίζει κανείς ευκολότερα προβλήματα με το χρέος όταν αυξάνεται το ονομαστικό ΑΕΠ με υψηλό ρυθμό, παρά όταν αυξάνεται με μέτριο ρυθμό. Συνεπώς, πρέπει να μετριαστούν σε ανάλογο βαθμό οι προσδοκίες για λήψη δημοσιονομικών μέτρων με στόχο την ενίσχυση της οικονομίας.

Τα όρια της χάραξης δημοσιονομικής πολιτικής ήταν λιγότερο αυστηρά στο παρελθόν όταν το ελληνικό ονομαστικό ΑΕΠ αυξανόταν με ρυθμό μέχρι και 20% τον χρόνο (στις δεκαετίες του 1970-1980). Ωστόσο, αυτός ο ρυθμός ανάπτυξης προερχόταν κυρίως από τον πληθωρισμό και όχι από πραγματική ανάπτυξη. Ο πληθωρισμός είναι φόρος στα μετρητά και προσφέρει ένα πλεονέκτημα στο υπουργείο Οικονομικών διότι συμβάλλει στον έλεγχο του ελλείμματος και του χρέους.

Τώρα όμως η Ελλάδα βρίσκεται στην Ευρωζώνη και ο στόχος της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό είναι «στο 2% τον χρόνο ή χαμηλότερα». Η διατήρηση του πληθωρισμού σε μέτριο επίπεδο έχει πολλά πλεονεκτήματα, ειδικά για τους φτωχούς, ωστόσο αναγκάζει τις δημοσιονομικές αρχές και το πολιτικό σύστημα να είναι πολύ πειθαρχημένα με τους προϋπολογισμούς.

Στο γράφημα 2 αποτυπώνεται ο αποπληθωριστής ΑΕΠ (ή δείκτης τιμών ΑΕΠ), ο οποίος προκύπτει αν αφαιρέσουμε από το ονομαστικό ΑΕΠ το πραγματικό ΑΕΠ (γι’ αυτό και αποκαλείται και έμμεσος αποπληθωριστής ΑΕΠ). Είναι προφανές πως ο πληθωρισμός ήταν υψηλός στην Ελλάδα στις δεκαετίες 1970-1980. Μετά η Ελλάδα άρχισε να προετοιμάζεται για είσοδο στην Ευρωζώνη και μείωσε τον πληθωρισμό γύρω στο 2% την εποχή της ένταξής της και ακολούθησε μια περίοδος υψηλής ανάπτυξης στη δεκαετία του 2000 με πληθωρισμό γύρω στο 3%. Αυτός ο πληθωρισμός είναι πολύ υψηλός για μια οικονομία που είναι προσκολλημένη σε μια νομισματική ένωση που είναι σχεδιασμένη να έχει πληθωρισμό 2% ή χαμηλότερο. Τόσο μεγάλη διαφορά στον πληθωρισμό μπορεί να ρίξει στα βράχια το καράβι της οικονομίας, διότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν κατά 1 τοις εκατό υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ακριβώς αυτό έγινε και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχασε η Ελλάδα ανταγωνιστικότητα στη δεκαετία του 2000. O «λογαριασμός» γι’ αυτή την υπερθέρμανση της οικονομίας ήρθε με τη μορφή μεγάλης ύφεσης. Προκειμένου να ευημερήσει η Ελλάδα εντός της Ευρωζώνης, πρέπει ο αποπληθωριστής ΑΕΠ να κυμαίνεται γύρω στο «κάτω αλλά κοντά στο 2% τον χρόνο». Υποθέσαμε πως ο μελλοντικός αποπληθωριστής ΑΕΠ θα είναι στο 1,75%, ώστε να παρουσιάσουμε ένα σενάριο συμβατό με το επίπεδο πληθωρισμού που έχει αποφασιστεί να έχει η Ευρωζώνη. Αν η Ελλάδα δεν ασπάζεται τον στόχο αυτό της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, τότε η Ελλάδα θα έχει πιθανότατα φευγαλέα επιτυχία. Στο σενάριο μας υποθέσαμε πως η ελληνική δημοσιονομική πολιτική θα είναι μακροπρόθεσμα συνεπής προς την πολιτική της ΕΚΤ.

Ορισμένες σκέψεις εν κατακλείδι:

• Αρχίζει να προβάλλει μια συνολική εικόνα της ελληνικής μακροοικονομίας. Εξετάσαμε τις δημογραφικές εξελίξεις ώστε να προσδιορίσουμε το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας και την παραγωγικότητα της εργασίας ως το έσχατο μέτρο που καθορίζει το οικονομικό βιοτικό επίπεδο.

• Ολοκληρώσαμε πλέον τις μεταβλητές πραγματικού ΑΕΠ με τον περιορισμό που θέτει ο πληθωρισμός μακροπρόθεσμα στην οικονομία, ώστε να σχηματίσουμε ένα σενάριο για το κατά προσέγγιση μέγεθος της ονομαστικής ανάπτυξης – ονομαστικού ΑΕΠ.

• Τώρα που έχουμε θέσει τις βάσεις των δημογραφικών εξελίξεων, της παραγωγικότητας και του πληθωρισμού, έχουμε τη δυνατότητα να αρχίσουμε να αναλύουμε με ποιους τρόπους σχετίζεται η οικονομική πολιτική με αυτές τις μεταβλητές και τι βαθμό ελευθερίας έχει η οικονομική πολιτική. Αν όσοι χαράσσουν πολιτική αγνοήσουν ή αρνηθούν αυτές τις θεμελιώδεις βάσεις της οικονομίας, τότε κάτι θα πάει στραβά με την οικονομία και θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα στην κάμψη της ανάπτυξης και του βιοτικού επιπέδου.

• Η ύπαρξη ενός ποσοτικοποιημένου σεναρίου για την οικονομία συμβάλλει στην παρακολούθηση των εξελίξεων την ώρα που συμβαίνουν, ενώ θα προσφέρουν επίσης πιθανές ενδείξεις που ίσως να οδηγήσουν σε τροποποίηση του σεναρίου – η φύση θα αποκαλύψει σταδιακά με την πάροδο του χρόνου κατά πόσο η οικονομία θα κινηθεί όπως περιγράφεται στο σενάριο, ή όχι. Η στενή παρακολούθηση, η καλή επικοινωνία και η ετοιμότητα για προσαρμογές στην πολιτική αποτελούν το κλειδί για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και τη σταθεροποίηση της ανάπτυξης μελλοντικά.

• Εχουμε εξαγάγει ένα «διάνυσμα τιμών» παραπάνω, την πορεία του αποπληθωριστή ΑΕΠ. Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο συνάδει το διάνυσμα τιμών με την αποκατάσταση της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και ποια διαδικασία πρέπει να ακολουθηθεί (διότι για να υπάρξει επιτυχία σε οποιοδήποτε σύστημα γενικής ισορροπίας, όπου τα πάντα συνδέονται μεταξύ τους, πρέπει να βρίσκονται σε ισορροπία όλες οι μεταβλητές). Θα εξετάσουμε αυτή την ερώτηση στο επόμενο «Σημείωμα προς Συζήτηση».

*  Ο αρθρογράφος είναι ανεξάρτητος οικονομολόγος.

** Συνεπώς, το ονομαστικό ΑΕΠ ισούται με την ποσότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών επί την τιμή που έχει κάθε ένα από αυτά. Το ονομαστικό ΑΕΠ μεταβάλλεται είτε επειδή αυξάνεται ή μειώνεται ο όγκος των προϊόντων και υπηρεσιών που έχει παραχθεί (αυτό είναι το πραγματικό ΑΕΠ) και /ή επειδή μεταβάλλονται οι τιμές αυτών των προϊόντων και υπηρεσιών (πληθωρισμός ή αποπληθωρισμός). Οι μέσες τιμές, όπως προκύπτουν από τη διαφορά ονομαστικού και πραγματικού ΑΕΠ, ονομάζονται αποπληθωριστής ΑΕΠ, ή δείκτης τιμών ΑΕΠ, ή έμμεσος αποπληθωριστής ΑΕΠ.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια