Πιθανοί τρόποι ενίσχυσης της απασχόλησης μετά την κρίση

Πιθανοί τρόποι ενίσχυσης της απασχόλησης μετά την κρίση

Σ​​ε αυτό το σημείωμα προς συζήτηση –συνέχεια του προηγουμένου– μπορούμε να ολοκληρώσουμε την ανάλυση του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας (WAP) στα συστατικά του μέρη, τη συμμετοχή (περιλαμβάνει όσους ανθρώπους βρίσκονται σε ηλικία εργασίας και εργάζονται ή αναζητούν εργασία), το εργατικό δυναμικό, την ανεργία και, τώρα, στην απασχόληση. Είναι ζωτικής σημασίας να διατυπωθούν απόψεις για τις δυνατότητες απασχόλησης διότι η δυνατότητα της Ελλάδας να παράγει πλούτο (ΑΕΠ) εξαρτάται από τον αριθμό των ατόμων που απασχολούνται, σε συνδυασμό με την παραγωγικότητα της εργασίας.

Απασχόληση. Στα σενάρια που αναπτύξαμε στο προηγούμενο «Σημείωμα», είχαμε προσδιορίσει το μέγεθος του εργατικού δυναμικού κάνοντας υποθέσεις για το μελλοντικό ποσοστό συμμετοχής. Στη συνέχεια, είχαμε εκφέρει γνώμη για το πώς θα μπορούσε να μειωθεί με λογικό τρόπο η ανεργία. Με τις δύο από τις τρεις μεταβλητές να έχουν καθοριστεί, η εξέλιξη της απασχόλησης προσδιορίζεται αυτόματα διότι απασχόληση + ανεργία = εργατικό δυναμικό. Οι επιπτώσεις για την εξέλιξη της απασχόλησης αποτυπώνονται στο γράφημα 1.

Διαθέτοντας τα νέα στοιχεία από το 2018, διαπιστώνουμε πως η μείωση της απασχόλησης ήταν εντονότερη σε σύγκριση με το σενάριο που το 2011 νόμιζα πως ήταν το πιθανότερο. Επίσης, η αρχική ανάκαμψη της απασχόλησης που φαίνεται στα στοιχεία του 2018 είναι ελαφρώς ταχύτερη, δεδομένων των υποθέσεων και των στόχων που είχα αναφέρει, από την ανάκαμψη που είχα προβλέψει μέχρι το 2025 με βάση τα στοιχεία του 2011. Στη συνέχεια, όμως, η μείωση του πληθυσμού και του ανθρώπινου δυναμικού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας αρχίζει να περιορίζει και τις πιθανότητες ενίσχυσης της απασχόλησης, με αποτέλεσμα μετά το 2025 το επίπεδο της απασχόλησης στις νέες προβλέψεις να είναι χαμηλότερο σε σχέση με τις προβλέψεις του 2011. Αυτό συνάδει με το γεγονός πως η Ελλάδα θα έχει μικρότερο γενικό πληθυσμό και συνεπώς μικρότερη οικονομία. Η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να υιοθετήσει, αν το επιθυμεί η κοινωνία, σειρά πολιτικών επιλογών ώστε να αυξήσει το μελλοντικό επίπεδο της απασχόλησης, περιλαμβανομένης της μετανάστευσης και της ενσωμάτωσης ξένων στην ελληνική κοινωνία. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, μέσω της μείωσης του κόστους και της πιο ευέλικτης αγοράς προϊόντων και εργασίας, αποτελεί μια διαφορετική προσέγγιση, ώστε να αυξηθεί το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, όλες αυτές οι πολιτικές επιλογές βρίσκουν αντίσταση από κατεστημένα συμφέροντα που προτιμούν τη διατήρηση του status quo, οπότε αυτή θα είναι μια αργή διαδικασία και καλό θα ήταν να κατανοήσει η κοινωνία ποιες είναι οι εναλλακτικές επιλογές.

Η επιλογή που θα γίνει και θα καθορίσει, τελικά, τις πιθανότητες για την επίτευξη ενός δεδομένου αποτελέσματος ανήκει εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα και καθορίζεται από την εγχώρια πολιτική διαδικασία – κανένας εξωτερικός οργανισμός δεν μπορεί, ούτε θα έπρεπε να μπορεί να την κάνει. Το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να κάνουν εξωτερικοί παράγοντες είναι να επιμείνουν να εκτελέσει η Ελλάδα με συνέπεια την πολιτική που θα επιλέξει. Οι επιλογές είναι κυριαρχικό δικαίωμα, η ανάγκη για συνέπεια είναι νόμος της φύσης.

Μπορούμε επιτέλους να εξετάσουμε τον ρυθμό αύξησης της απασχόλησης ως μεταβλητή με ειδικό ενδιαφέρον. Στο γράφημα 2 αποτυπώνεται ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης με βάση και τα δύο σενάρια.

Είναι εμφανώς ορατό το πλήγμα που δέχτηκε η απασχόληση από τη βαθιά ύφεσης της περιόδου 2010-2015. Είναι εξίσου προφανές πως μακροπρόθεσμα η εξέλιξη της απασχόλησης ακολουθεί την εξέλιξη του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας. Ο λόγος είναι πως υποθέτω ότι το ποσοστό συμμετοχής και το ποσοστό ανεργίας θα σταθεροποιηθούν μακροπρόθεσμα σε μια τιμή την οποία έχω διατηρήσει σταθερή στις μακροπρόθεσμες προβλέψεις. Συνεπώς, η προβολή για μείωση του πληθυσμού με βάση τα νέα στοιχεία του 2018 περιορίζει μακροπρόθεσμα τις πιθανότητες ενίσχυσης της απασχόλησης. Αν αποδειχτούν οι νέες προβολές ακριβέστερες από αυτές που είχαν γίνει με βάση τα στοιχεία του 2011, τότε συνεπάγεται πως οι δεκαετίες του 2030 και 2040 θα είναι δύσκολες για την Ελλάδα, διότι προβλέπεται πως η απασχόληση θα ακολουθήσει την πτωτική πορεία του πληθυσμού. Αυτό σημαίνει πως αυτές τις δεκαετίες ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας θα είναι ιδιαίτερα αδύναμος, ακριβώς την εποχή που η Ελλάδα πρέπει να εξετάσει με τους εταίρους της στην Ευρώπη τι θα γίνει με το επίπεδο του ελληνικού χρέους, καθώς και την εξυπηρέτησή του. Γίνεται προφανές πως αν σκοπεύει η Ελλάδα να να αντιμετωπίσει στα σοβαρά αυτό το πρόβλημα, πρέπει να χρησιμοποιήσει τα επόμενα 15 χρόνια ώστε να μειώσει το ύψος του χρέους όσο περισσότερο μπορεί.

Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να εξετάσει ολόκληρη τη χρονική περίοδο της προβολής αντί να αντιδράσει σε ετήσιες μεταβολές –θα υπάρξουν χρόνια καλά και κακά–, ωστόσο η πολιτική πρέπει να τις παραβλέψει και να επικεντρωθεί στα υποκείμενα μακροπρόθεσμα, ή διαρθρωτικά, σημάδια τα οποία προσπαθούμε να εκμαιεύσουμε και να δείξουμε σε αυτές τις προβολές.

Τέλος, μπορούμε να αναπτύξουμε μια δεύτερη και πιο ακριβή εκτίμηση της «δυνητικής ανάπτυξης» της ελληνικής οικονομίας. Στην πρώτη, «πρωτόγονη», εκτίμηση που είχαμε κάνει στο πρώτο «Σημείωμα προς συζήτηση», είχαμε χρησιμοποιήσει απλώς τον ρυθμό αύξησης του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας πολλαπλασιασμένο επί τον κατ’ εκτίμησιν, κατά κεφαλήν, ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας 1,5%. Το αποτέλεσμα ήταν μέσος δυνητικός ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας γύρω στο 0,5% τον χρόνο σε σύγκριση με μέσο δυνητικό ρυθμό 1% που είχαμε προβλέψει με βάση την ανάλυση του 2011.

Οπως έχουμε ήδη αναφέρει, ορισμένες φορές η απασχόληση ενδέχεται να αυξηθεί ταχύτερα από τον πληθυσμό που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας για διάφορους λόγους. Ο πιο ευκολονόητος τρόπος να το αντιληφθούμε είναι πως μια οικονομική ύφεση προκαλεί πρώτα ανεργία. Η διαδικασία αυτή ενδέχεται να λειτουργήσει και αντίστροφα όταν ανακάμπτει η οικονομία, χάρη στην οποία ανάκαμψη αυξάνεται ταχύτερα η απασχόληση καθώς μειώνεται η ανεργία. Επίσης, ενδέχεται να αυξηθεί ταχύτερα και η συμμετοχή του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας, αν αρχίσουν να αναζητούν εργασία περισσότεροι άνθρωποι, αυξάνοντας έτσι και τον αριθμό των οικονομικά ενεργών ατόμων. Ετσι, είναι δυνατή, τουλάχιστον για ένα χρονικό διάστημα, η απασχόληση να αυξάνεται ταχύτερα από τον πληθυσμό που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας.

Οπότε, η δεύτερη και λεπτομερέστερη εκτίμηση της «δυνητικής ανάπτυξης» προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ρυθμού αύξησης της απασχόλησης με τον κατ’ εκτίμησιν ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας 1,5% ανά εργαζόμενο. Δεδομένου πως ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης μεταβάλλεται ταχύτερα από τον ρυθμό αύξησης του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, η δεύτερη εκτίμηση θα μπορούσε να είναι ακριβέστερη όταν προσπαθούμε να προβάλλουμε τη δυνητική ανάπτυξη και πόσο μεγάλη θα μπορούσε να γίνει η οικονομική παραγωγή.

Αυτό είναι σημαντικό, διότι επιτρέπει να υπολογίσει κανείς πώς εξελίσσεται η πραγματική ανάπτυξη σε σύγκριση με τη δυνητική ανάπτυξη. Αν η πραγματική ανάπτυξη αυξάνεται με υψηλότερο ρυθμό από τη δυνητική ανάπτυξη, τότε υπάρχει ο κίνδυνος ο πληθωρισμός να αυξηθεί σε τέτοιο επίπεδο ώστε να αρχίσει να υποσκάπτει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Στο γράφημα 3 αποτυπώνεται η εκτίμηση για τη δυνητική ανάπτυξη με βάση τα σενάρια του 2018 και του 2011. Ο ρυθμός ανάπτυξης εξομαλύνεται μέσω στατιστικής φόρμουλας, ώστε να εξαιρεθούν έκτοπες τιμές που απλώς θολώνουν την εικόνα και δεν αποτελούν αληθινό σημάδι δυνητικής ανάπτυξης. Οπως φαίνεται στο γράφημα 3, σύμφωνα με το σενάριο του 2011 η δυνητική ανάπτυξη ανακάμπτει και ανέρχεται στο 1,7% το 2020 καθώς ανακάμπτει η οικονομία από την ύφεση και επανεντάσσεται στην εργασία ο μεγάλος όγκος των ανέργων. Στη συνέχεια επανεμφανίζονται οι επιπτώσεις από τη μείωση του πληθυσμού, ενώ έχουν ήδη απορροφηθεί οι άνεργοι, και επιβραδύνουν τον ρυθμό δυνητικής ανάπτυξης μέχρι το 0,7% γύρω στο 2040. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, ο μέσος ρυθμός δυνητικής ανάπτυξης την περίοδο 2010-2050 διαμορφώνεται στο 1,1%, τιμή που είχε ήδη αναφερθεί στην προηγούμενη εκτίμηση.

Στο σενάριο του 2018, όπου περιλαμβάνεται εκτίμηση για χαμηλότερο μέγεθος του γενικού πληθυσμού, αποτυπώνεται επίσης χαμηλότερη δυνητική ανάπτυξη στη διάρκεια της χρονικής περιόδου που καλύπτει η πρόβλεψη, μέχρι η δημογραφική εξέλιξη να συγκλίνει, μετά το 2050, με αυτή του προηγούμενου σεναρίου. Μπορούμε να διαπιστώσουμε πως ο ρυθμός δυνητικής ανάπτυξης φθάνει στο αποκορύφωμά της γύρω στο 1,7% τον χρόνο το 2020 και στη συνέχεια υποχωρεί μέχρι το 0% το 2040. Σε αυτό το σενάριο ο μέσος ρυθμός δυνητικής ανάπτυξης διαμορφώνεται στο 0,8% για την περίοδο 2010-2080, δηλαδή είναι κατά 0,3 ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερος από αυτόν στο σενάριο του 2011. H σωρευτική απώλεια παραγωγής σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα είναι σημαντική και προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη σημασία στην αντιμετώπιση του χρέους, διότι η ελληνική οικονομία είναι πιθανό να είναι μικρότερη στο μέλλον σε σύγκριση με ό,τι θεωρείτο νωρίτερα.

Ορισμένες σκέψεις εν κατακλείδι

• Αυτές οι προβολές δεν είναι «προβλέψεις», αλλά μάλλον ένα σενάριο ή ένα αφήγημα που θα μπορούσε να επαληθευθεί αν εξελιχθούν οι αναθεωρημένες δημογραφικές προβολές όπως παρουσιάστηκαν.

• Οι ετήσιες μεταβολές σε μια οικονομία ενδέχεται να είναι αρκετά μεγάλες σε σύγκριση με τον μέσο όρο για τόσο μεγάλη χρονική περίοδο (στα στοιχεία ενδέχεται να υπάρχει «θόρυβος», δηλαδή τιμές με μεγάλη απόκλιση σε σύγκριση με το υποκείμενο διαρθρωτικό σινιάλο). Αυτός ο «θόρυβος» δεν πρέπει να θεωρηθεί η «νέα κανονικότητα» και δεν πρέπει να εξάγουμε βιαστικά συμπεράσματα για το αν αποτυγχάνει ή επιτυγχάνει η κυβέρνηση με βάση προσωρινά πάνω και κάτω. Προτιμότερο θα είναι να συγκριθούν με τις εκτιμήσεις για τη δυνητική ανάπτυξη.

Αυτό θα μας πει αν η ελληνική οικονομία επιταχύνεται ή επιβραδύνεται σε σύγκριση με τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης και κατά πόσο πρέπει να ανησυχούμε για υπερθέρμανση ή για «πάγωμα» της οικονομίας. Η ύπαρξη καλών δεδομένων και στενής εποπτείας είναι ζωτικής σημασίας.

• Οι μακροοικονομίες είναι σειρά (κορδόνια) αλληλοσυνδεόμενων μεταβλητών, όπως φάνηκε στην ανάλυση για το πώς συνδέεται το μέγεθος του πληθυσμού με την απασχόληση και την ανεργία. Ετσι, η ανεργία και η απασχόληση θα μεταβάλλονται περισσότερο απ’ ό,τι το εργατικό δυναμικό, και αυτό με τη σειρά του θα μεταβάλλεται περισσότερο από τον πληθυσμό που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας, ενώ ο τελευταίος θα μεταβάλλεται περισσότερο από τον συνολικό πληθυσμό. Η κατανόηση αυτού του γενικού συστήματος ισορροπιών, όπου τα πάντα συνδέονται ταυτόχρονα μεταξύ τους, είναι σημαντική όταν αξιολογεί κανείς ποια πολιτική πρέπει να ακολουθηθεί και κατά πόσο είναι αναγκαία η παρέμβαση της κυβέρνησης ή όχι. Ορισμένες φορές, παροδικές μεταβολές στην απασχόληση ή στην ανεργία αποτελούν απλώς «θόρυβο» και η κυβέρνηση δεν πρέπει να αντιδράει υπερβολικά σε αυτές.

• Η ενημέρωση της κοινής γνώμης και η ύπαρξη διαρκούς διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους σε εργατικά συνδικάτα και εργοδοτικές οργανώσεις είναι ζωτικής σημασίας για να αναπτυχθεί εμπιστοσύνη και για να γίνει κατανοητό για ποιο λόγο είναι αναγκαίες ορισμένες πολιτικές επιλογές. Είναι σημαντικό να επικαιροποιούνται σε τακτική βάση οι υπολογισμοί για τη δυνητική ανάπτυξη. Ετσι θα αποκτήσουμε στοιχεία που θα μας επιτρέψουν να εντοπίσουμε τι δεν κατανοούμε ορθά απ’ ό,τι συμβαίνει, οπότε θα μπορούμε να επικεντρωθούμε στις εκπλήξεις που προκύπτουν από τα στοιχεία μας.

• Αλλοι αναλυτές ενδέχεται να έχουν διαφορετικές υποθέσεις και τεχνικές. Ελαφρώς διαφορετική κατηγοριοποίηση των δεδομένων θα μπορούσε να επηρεάσει την ανάλυση. Οσο περισσότερη συζήτηση γίνεται για τις διαφορές και το πού οφείλονται, τόσο καλύτερη θα είναι η κατανόηση του τι συμβαίνει. Ετσι προοδεύουν, πραγματικά, οι χώρες.

• Υποθέτουμε λοιπόν πως η παραγωγικότητα ανά Ελληνα εργαζόμενο ενδέχεται να αυξηθεί μέχρι το 1,5% τον χρόνο. Στο επόμενο σημείωμα προς συζήτηση θα έχουμε την ευκαιρία να ελέγξουμε τα στοιχεία ώστε να διαπιστώσουμε αν αυτή η αρχική υπόθεση για άλλες χώρες, ισχύει επίσης και για την Ελλάδα και κατά πόσο είναι σταθερός ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας ή αν μεταβάλλεται με τα χρόνια και για ποιους λόγους.

* Ο αρθρογράφος είναι ανεξάρτητος οικονομολόγος.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια