Η παρατεταμένη αβεβαιότητα, εμπόδιο στη μείωση των «κόκκινων» δανείων

Η παρατεταμένη αβεβαιότητα, εμπόδιο στη μείωση των «κόκκινων» δανείων


Οι ελληνικές τράπεζες έχουν δεσμευθεί στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) της ΕΚΤ ότι θα μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα πιστωτικά ανοίγματα από τα περίπου 100 δισ. ευρώ που είναι σήμερα στα 60 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2019.

Με τον κίνδυνο μη επίτευξης των στόχων μείωσης των «κόκκινων» δανείων για το 2017 βρίσκονται αντιμέτωπες με το «καλημέρα» οι τράπεζες εξαιτίας της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και των σοβαρών νομικών εκκρεμοτήτων στο θεσμικό πλαίσιο αντιμετώπισης των «κόκκινων» δανείων.

Οι διοικήσεις των εγχώριων τραπεζών έχουν δεσμευτεί στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) της ΕΚΤ ότι θα μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα πιστωτικά ανοίγματα από τα περίπου 100 δισ. ευρώ που είναι σήμερα στα 60 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2019. Το 2017 είναι η πρώτη χρονιά δοκιμασίας των εγχώριων τραπεζών για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ωστόσο στελέχη τραπεζών ήδη στο ξεκίνημα της νέας χρονιάς εκφράζουν την απογοήτευσή τους για την κατάσταση και τον προβληματισμό τους για τις δυνατότητες επίτευξης των στόχων δεδομένης της αβεβαιότητας που επικρατεί. Βασική προϋπόθεση για την αντιμετώπιση των προβληματικών δανείων είναι να επικρατεί ένα θετικό οικονομικό περιβάλλον, ώστε να μπορέσουν οι τράπεζες να προχωρήσουν στις αναγκαίες αναδιαρθρώσεις ή πωλήσεις «κόκκινων» και παράλληλα η βελτίωση της οικονομίας να βάλει τέλος στη δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Ο αρχικός προγραμματισμός των τραπεζών, όχι μόνο για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων αλλά και την προσέλκυση καταθέσεων και την κερδοφορία του 2017, βασιζόταν στην παραδοχή ότι η αξιολόγηση θα ολοκληρωνόταν τον περασμένο Νοέμβριο βελτιώνοντας δραστικά το κλίμα, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη και βάζοντας τις βάσεις για ισχυρή ανάκαμψη το 2017. Κανονικά, σημειώνει επιτελικό στέλεχος τράπεζας στην «Κ», έπρεπε να μετράμε αντίστροφα τις ημέρες για την ένταξη της χώρας μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της ΕΚΤ αντί να περιμένουμε να μάθουμε πότε θα επιστρέψει η τρόικα για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης! Πλέον, πολλοί αμφιβάλλουν αν η αξιολόγηση θα μπορέσει να ολοκληρωθεί τον Φεβρουάριο ή ακόμα και τον Μάρτιο, ενώ άλλοι πιο απαισιόδοξοι εκτιμούν ότι σε περίπτωση που οι εταίροι απαιτήσουν νέα μέτρα η κατάσταση θα μπορούσε να περιπλεχτεί οδηγώντας ακόμα και σε πρόωρες εκλογές. Ωστόσο, ακόμα και αν δεν φτάσουμε σε εκλογές το να χαθεί το πρώτο τρίμηνο και πολύ περισσότερο αν συνεχιστεί η τρέχουσα κατάσταση, με την κυβέρνηση να εφαρμόζει και να μην εφαρμόζει το πρόγραμμα και τις μεταρρυθμίσεις, τότε θα χαθεί και το 2017 με αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι τράπεζες κινδυνεύουν όχι μόνο να μην πετύχουν τους στόχους μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά αντίθετα να δουν την αύξηση του αποθέματος των προβληματικών δανείων.

Πέραν της γενικότερης αβεβαιότητας υπάρχουν και σοβαρές νομικές εκκρεμότητες που δεν επιτρέπουν στις τράπεζες να αναλάβουν πλήρη δράση για την αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων. Οι τρεις μεγάλες εκκρεμότητες είναι ο εξωδικαστικός συμβιβασμός, η ασυλία σε τραπεζικά στελέχη και εφοριακούς που θα εμπλακούν σε αναδιαρθρώσεις εταιρικών χρεών και η λογιστική – φορολογική αντιμετώπιση των ζημιών που θα προκύψουν για τις τράπεζες από πωλήσεις ή διαγραφές «κόκκινων» δανείων. Σημειώνεται ότι και τα 3 αποτελούν προαπαιτούμενα για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, η οποία σύμφωνα με το 3ο μνημόνιο έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί τον Φεβρουάριο του… 2016! Υπενθυμίζεται ότι οι τράπεζες θα ελέγχονται κάθε τρίμηνο για την επίτευξη των στόχων, ενώ σε περίπτωση συστηματικών και σημαντικών αποκλίσεων ο SSM θα επιβάλει ποινές που μπορεί να περιλαμβάνουν ακόμα και αυξήσεις κεφαλαίου!

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας έχει τονίσει πολλές φορές τη σπουδαιότητα επίτευξης των στόχων του 2017 για τα «κόκκινα» δάνεια, εξέλιξη που θα έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη για τις τράπεζες και την οικονομία: ενίσχυση της αξιοπιστίας, βελτίωση της ποιότητας χαρτοφυλακίου δανείων, αύξηση της ρευστότητας, ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας τραπεζών και αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου της οικονομίας.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια