Η αναβάθμιση περνάει από την ανάπτυξη

Η αναβάθμιση περνάει από την ανάπτυξη


Η S&P αναβάθμισε την Ελλάδα.

Κλειδί για την περαιτέρω αναβάθμιση της Ελλάδας αποτελεί η ενίσχυση της ανάπτυξης και των επενδύσεων, όπως επισημαίνουν σε συνέντευξή τους στην «Καθημερινή» οι επικεφαλής αναλυτές της S&P για την Ελλάδα, Αάρτι Σακoύγια και Φρανκ Γκιλ. Προειδοποιούν ότι, παρά τη συμφωνία του Eurogroup, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, ανεργία και ένα τραπεζικό σύστημα που «παλεύει» με ένα βουνό «κακών» δανείων.

– Η S&P αναβάθμισε εκτάκτως την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας σε «Β+» από το «Β», κατά μία μόνο βαθμίδα. Τι ήταν αυτό που συγκράτησε τον οίκο από το να προχωρήσει σε μεγαλύτερη αναβάθμιση;

– Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει υψηλά αποθέματα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, αυξημένη ανεργία και ένα τραπεζικό σύστημα που «παλεύει» με τα «κακά» δάνεια. Πιστεύουμε ότι το κλειδί για υψηλότερη αξιολόγηση θα είναι η ενίσχυση της ανάπτυξης. Αυτή μπορεί να έλθει από την αύξηση των εισροών άμεσων ξένων επενδύσεων, τις καλύτερες επιδόσεις των εξαγωγών, τις μεταρρυθμίσεις του επιχειρηματικού περιβάλλοντος για την τόνωση της πρόσληψης των ιδιωτικών επενδύσεων.Από το 2008 η Ελλάδα έχει χάσει μεγάλο μέρος εργαζομένων με υψηλή εξειδίκευση, λόγω της μετανάστευσης. Αυτό έχει επίσης πλήξει την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και τα φορολογικά έσοδα.

– Τι είναι αυτό που θα οδηγήσει την αναβάθμιση της Ελλάδας στην κατηγορία «επενδυτικού βαθμού». Εκτιμάται πως είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να συμβεί σύντομα;

–  Η εξέλιξη της αξιολόγησης της Ελλάδας θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες. Από τις μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, τη δύναμη και τη βιωσιμότητα της οικονομικής ανάκαμψης, καθώς και τον ρυθμό περαιτέρω μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων του τραπεζικού συστήματος. Δεν είναι μόνο το δημόσιο χρέος που είναι υψηλό. Το ιδιωτικό χρέος είναι επίσης αυξημένο, οπότε η αδύναμη οικονομική ικανότητα του ιδιωτικού τομέα θα μπορούσε να καταστήσει την οικονομία ευάλωτη τα επόμενα χρόνια. Από την άλλη, αν αυξηθούν οι θέσεις εργασίας και οι επενδύσεις, αυτό θα ωφελήσει τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας, τις τράπεζες και, ενδεχομένως, την αξιολόγηση.

– Εκτιμάται ότι το cash buffer θα καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας έως το 2021 και εν μέρει θα καλύψει τις αποπληρωμές του 2022. Θεωρείτε το χρέος της Ελλάδας βιώσιμο μέχρι το 2022; Και μετά το 2022 βλέπετε αύξηση των κινδύνων αναχρηματοδότησης;

– Με βάση το τρέχον χρονοδιάγραμμα, τη δημιουργία του cash buffer και τις προβλέψεις μας για γενικά ισορροπημένα δημόσια οικονομικά στοιχεία, αναμένουμε ότι οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης για την κυβέρνηση θα είναι σημαντικά χαμηλότεροι έως το 2021 και κάποιο μέρος του 2022. Πέρα από αυτόν τον χρονικό ορίζοντα, το κόστος με το οποίο η Ελλάδα θα βγει στις αγορές θα εξαρτηθεί από διάφορους παράγοντες, οι οποίοι περιλαμβάνουν τις συνθήκες της αγοράς, τη δύναμη της οικονομικής ανάκαμψης, την προβλεψιμότητα της πολιτικής και τα τυχόν πρόσθετα αποθέματα ρευστότητας που η κυβέρνηση έχει δημιουργήσει στη διάρκεια αυτής της περιόδου.

– Θεωρείτε τη συμφωνία του Eurogroup για το χρέος θετικό σημάδι για τις αγορές; Μειώνει τον κίνδυνο για την Ελλάδα και τα ελληνικά ομόλογα και επιτρέπει την πλήρη πρόσβαση της χώρας στις αγορές;

– Πιστεύουμε ότι η ελάφρυνση του χρέους που αποφάσισαν οι πιστωτές της Ελλάδας, μαζί με το cash buffer και τις περαιτέρω δεσμεύσεις για επανεξέταση της βιωσιμότητας του χρέους στο μέλλον, ενισχύει τη δέσμευση των πιστωτών να ελαφρύνουν το επίσημο χρέος της Ελλάδας. Προβλέπουμε ότι αυτό είναι πιθανόν να συμβάλει στη βελτίωση της πρόσβασης της Ελλάδας στις αγορές, παρά να την «ωθήσει».

– Η S&P υπογραμμίζει την ανάγκη προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων, αναφέροντας ότι αυτός είναι ένας από τους παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αναβάθμιση της Ελλάδας. Πώς μπορεί η Ελλάδα να βιώσει την ώθηση των επενδύσεων;

– Οι καθαρές εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων έχουν βελτιωθεί από το 2016, κατά μέσον όρο ελαφρώς πάνω από 2% του ΑΕΠ ετησίως. Δυστυχώς, τα απόλυτα επίπεδα των δημόσιων και ιδιωτικών επενδυτικών δαπανών είναι ακόμα στο μισό αυτών του 2005. Δεδομένου του υψηλού δημόσιου και ιδιωτικού χρέους της Ελλάδας, η πιο ισχυρή δυνητική πηγή νέων επενδύσεων πρέπει να προέλθει μέσω εισροών ξένων κεφαλαίων. Η σταθερή χάραξη πολιτικής, τα προβλέψιμα δικαιώματα ιδιοκτησίας, ένα αποτελεσματικό δικαστικό σύστημα και οι μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, είναι πιθανόν να βελτιώσουν τη δυνατότητα της Ελλάδας να προσελκύσει ξένες επενδύσεις. Μία άλλη βασική πηγή επενδύσεων θα μπορούσε να είναι οι δαπάνες για την εκπαίδευση.

– Η S&P εκτιμά ότι η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ φέτος θα φτάσει το 2% και το 2,5% το 2019-2021. Η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους που δημοσίευσε η Κομισιόν αναφέρει ότι η μακροπρόθεσμη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να φθάσει στο 1% μετά το 2022. Ποιες είναι οι εκτιμήσεις σας γι’ αυτό το διάστημα;

– Ο ορίζοντας των προβλέψεών μας εκτείνεται μόνο έως το 2021. Δεν μπορούμε να σχολιάζουμε τις πιο μακροπρόθεσμες προοπτικές της Ελλάδας. Ωστόσο, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι οι μεταρρυθμίσεις για την αποκατάσταση της υγείας του τραπεζικού τομέα και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων είναι πιθανόν να βελτιώσουν τις προοπτικές ανάπτυξης.

– Οι προβλέψεις της S&P για το πρωτογενές πλεόνασμα της Ελλάδας το 2019-2021 είναι πολύ χαμηλότερες από τους στόχους που έχουν τεθεί για 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Αρα η Ελλάδα δεν θα είναι σε θέση να πετύχει αυτούς τους στόχους.

– Θεωρούμε ότι ο μεσοπρόθεσμος στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ είναι φιλόδοξος. Οι εκτιμήσεις μας για χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα σε σχέση με τους στόχους οφείλονται στο ότι δεν αποκλείουμε τη δυνατότητα πιο ευέλικτης προσέγγισης από τους πιστωτές σε σχέση με τη συμμόρφωση της Ελλάδας με αυτούς τους στόχους.

– Βλέπετε περαιτέρω πρόοδο στη μείωση των NPLs/NPEs των ελληνικών τραπεζών. Υπάρχουν εμπόδια στη βελτίωση των χαρτοφυλακίων δανείων τους;

– Αναμένουμε ότι ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος θα συνεχίσει να μειώνει το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων assets, κυρίως μέσω διαγραφών, αλλά και μέσω των πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων και του εξωδικαστικού συμβιβασμού. Η ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη ενδέχεται να βελτιώσει τις ανακτήσεις και να στηρίξει την αναδιάρθρωση των δανείων. Ακόμα και τότε, δεδομένου του μεγέθους των μη εξυπηρετούμενων assets σε σχέση με το συνολικό δανειακό χαρτοφυλάκιο, αναμένουμε ότι η πρόοδος θα είναι σταδιακή.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια