Εντείνεται η κόντρα της βιομηχανίας με τη ΔΕΗ

Εντείνεται η κόντρα της βιομηχανίας με τη ΔΕΗ

Καταγγελίες, εξώδικα, ακόμη και εισαγγελικές έρευνες συνοδεύουν την ανοικτή από τον περασμένο Μάιο υπόθεση της τιμολόγησης του ηλεκτρικού ρεύματος για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες της χώρας, απότοκο της απουσίας ενός μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού που θυσιάστηκε στον βωμό πολιτικών βραχυπρόθεσμου οφέλους.

Οι συμβάσεις που έχουν εγκριθεί με απόφαση γενικής συνέλευσης των μετόχων της ΔΕΗ από το 2016 και παρέχουν εκπτώσεις όγκου και συνέπειας, περιορίζοντας το κόστος ρεύματος για τις βιομηχανίες, λήγουν τον Φεβρουάριο του 2019. Κι ενώ ο κλάδος μέσω της ΕΒΙΚΕΝ έχει θέσει το θέμα της παράτασής τους μέχρι το 2020 από τον περασμένο Μάιο, η ΔΕΗ είναι έτοιμη όχι μόνο να καταργήσει τις εκπτώσεις αλλά και να επιβάλει αυξήσεις, οι οποίες μαζί με την αύξηση των εκπομπών CO2 κατά 20%, που πληρώνει ήδη η βιομηχανία σε σχέση με το 2017, καταλήγουν, σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ, σε αυξημένο κόστος ρεύματος κατά 40%.

Σε απόλυτα μεγέθη, η πρόταση της ΔΕΗ θα επιβαρύνει τη βιομηχανία με κόστος της τάξης των 45 εκατ. ευρώ, όταν την ίδια στιγμή μόνον οι ανεξόφλητες οφειλές της Λάρκο ξεπερνούν τα 300 εκατ. Η ανοχή στην ασυνέπεια της προβληματικής Λάρκο αποτελεί για τη βιομηχανία πρόκληση. Μεταξύ ΔΕΗ και ΕΒΙΚΕΝ έχει ξεσπάσει εδώ και καιρό διαμάχη, με κάποιες μάλιστα βιομηχανίες να έχουν προβεί σε καταγγελίες προς τη ΡΑΕ κατά της ΔΕΗ για διακριτική μεταχείριση της Λάρκο. Μάλιστα, μια βιομηχανία έχει προχωρήσει σε καταγγελία και στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. Πρωτοβουλία για την εξεύρεση λύσης που θα ικανοποιεί και τις δύο πλευρές (ΔΕΗ και βιομηχανία) έχουν αναλάβει από κοινού ο υπουργός Ενέργειας Γ. Σταθάκης και ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομίας Στ. Πιτσιόρλας. Οι δύο υπουργοί φέρονται να έχουν δεσμευθεί προς τη βιομηχανία για την παράταση των εκπτώσεων όγκου στις νέες συμβάσεις, τις οποίες μπορεί να παρέχει ο μέτοχος μέσω έκτακτης γενικής συνέλευσης που προγραμματίζεται για το επόμενο διάστημα.

Οι υπουργοί έχουν δεσμευθεί και για την παράταση της έκπτωσης συνέπειας που παρέχει η ΔΕΗ, την οποία όμως η τελευταία θέλει να υποκαταστήσει με έκπτωση προπληρωμής, κάτι που η βιομηχανία δεν αποδέχεται. Η κυβέρνηση φέρεται να ασκεί πιέσεις προς την πλευρά της ΔΕΗ για αποδοχή της συγκεκριμένης πρότασης καλώντας τη διοίκηση να την εισηγηθεί και να την εγκρίνει. Η υπόθεση έχει οδηγήσει σε ρήξη τη ΔΕΗ με τους εποπτεύοντες υπουργούς, με τη διοίκηση της επιχείρησης να επικαλείται τις πιέσεις που δέχεται από τις αυξήσεις σε καύσιμα και CO2 και την απόρριψη της πρότασή της να μετακυλίσει το κόστος των CO2 στα οικιακά τιμολόγια με σχετική ρήτρα. Τις αντιρρήσεις της εξέφρασε η επιχείρηση, εμμέσως, με ανακοίνωση, στην οποία αφενός επεσήμανε το ενδιαφέρον της για στήριξη στη βιομηχανία, αφετέρου μετέθετε τις ευθύνες και στην κυβέρνηση τονίζοντας ότι «η επίτευξη αυτού του στόχου υπερβαίνει τις δυνατότητες της ΔΕΗ και αποτελεί γενικότερο ζήτημα, το οποίο ευελπιστεί να αντιμετωπισθεί».

Πιεσμένη από τα πράγματα αλλά και την εισαγγελική έρευνα για τα τιμολόγια υψηλής τάσης που βρίσκεται σε εξέλιξη, η διοίκηση της ΔΕΗ προχώρησε τις προηγούμενες ημέρες σε αίτημα προς τον ΑΔΜΗΕ για άρση της εκπροσώπησης της Λάρκο από πελάτη της αλλά και της Χαλυβουργικής. Σύμφωνα με πληροφορίες, η ΔΕΗ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και με εξώδικο προς τον ΑΔΜΗΕ τον καλεί να ενημερώσει ποιος θα πληρώσει το ρεύμα που εξακολουθεί να καταναλώνει η Χαλυβουργική, αφού ο Διαχειριστής δεν προχώρησε ως ώφειλε στη διακοπή της ηλεκτροδότησης της εταιρείας. Στην ίδια κατεύθυνση πρόκειται να κινηθεί η ΔΕΗ και για τη Λάρκο. Η εισαγγελία έχει καλέσει τη ΔΕΗ να καταθέσει στοιχεία ισολογισμών από το 2013 και μετά για τις συμβάσεις πελατών υψηλής τάσης. Η πλευρά της βιομηχανίας αναμένει με αγωνία τις αποφάσεις της κυβέρνησης στη διυπουργική που αναμένεται την ερχόμενη Παρασκευή, καθώς θεωρεί ότι το ζήτημα είναι πολιτικό και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για νέα λουκέτα και χιλιάδες ανέργους, σε περίπτωση που δεν υπάρξει παράταση των συμβάσεων.

Η παγίδα των κλιμακωτών χρεώσεων στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος

Αντιμέτωποι με την παγίδα των κλιμακωτών χρεώσεων στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος βρίσκονται οι πελάτες της ΔΕΗ. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος τον χειμώνα που οι καταναλώσεις λόγω χρήσης ηλεκτρικών συσκευών για θέρμανση αυξάνονται. Η ΔΕΗ που αποτελεί τον μεγαλύτερο πάροχο ηλεκτρισμού με μερίδιο 70,8% (Οκτώβριος 2018) έχει καθιερώσει κλιμακωτή χρέωση στα τιμολόγια οικιακής χρήσης. Μέχρι τις 2.000 κιλοβατώρες η χρέωση είναι 0,0946 ευρώ/kwh, ενώ όταν η κατανάλωση υπερβαίνει τις 2.000 κιλοβατώρες η χρέωση είναι 0,10252 ευρώ, όχι όμως για τις επιπλέον των 2.000 κιλοβατώρες αλλά για το σύνολο της κατανάλωσης. Ετσι, ένας καταναλωτής για 1.999 κιλοβατώρες στο τετράμηνο θα πληρώσει 189,1 ευρώ και για 2.001 κιλοβατώρες θα πληρώσει 205,1 ευρώ. Δηλαδή οι δύο μόλις επιπλέον κιλοβατώρες θα του κοστίσουν 16 ευρώ. Η ίδια τιμολογιακή πολιτική που εφαρμοζόταν μέχρι και πέρυσι στις χρεώσεις ΥΚΩ, χαρακτηρίστηκε άδικη και αδιαφανής για τους καταναλωτές και με απόφαση της ΡΑΕ καταργήθηκε. Το παράδοξο είναι πως αν και η ΔΕΗ ακολουθεί τέτοιες τιμολογιακές πρακτικές και είναι η ακριβότερη εταιρεία από τους ανταγωνιστές της, τα τιμολόγιά της εξακολουθούν να μην καλύπτουν τα λειτουργικά της κόστη. Η ΔΕΗ ως εταιρεία με βασικό μέτοχο το Δημόσιο δεν μπορεί να χαράξει μια εμπορική πολιτική με καθαρά οικονομικά κριτήρια. Αντίθετα καλείται να ασκήσει «κοινωνική πολιτική» για λογαριασμό του μετόχου της. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η εκτόξευση των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε πάνω από 2,5 δισ. ευρώ, η δυσκολία στο να κατεβάσει τον διακόπτη για χρέη κάτω των 1.000 ευρώ, όπως και το να μετακυλίσει στην κατανάλωση αυξήσεις από τη διακύμανση των τιμών των καυσίμων και των δικαιωμάτων ρύπων (CO2). H πρακτική αυτή δημιουργεί στρεβλώσεις στο σύνολο της αγοράς. Για παράδειγμα, η ΔΕΗ δεν μετακυλίει στα τιμολόγια το κόστος της Χρέωσης Προμηθευτή (ΠΧΕΦΕΛ) που επιβλήθηκε από την κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να μην το μετακυλίουν ούτε οι ιδιώτες προμηθευτές. Το αποτέλεσμα είναι να υπονομεύεται η οικονομική υγεία και των ιδιωτών παρόχων και η ΔΕΗ να αποφεύγει να εξορθολογίσει τα τιμολόγιά της αφού οι αδιαφανείς αυτές πρακτικές αποτελούν μια πηγή ρευστότητας.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια