Ελληνοτουρκικός «πόλεμος» με τσιπούρες και λαβράκια

Ελληνοτουρκικός «πόλεμος» με τσιπούρες και λαβράκια

Νέες διαστάσεις αναμένεται να λάβει ο ελληνοτουρκικός «πόλεμος» στα ψάρια και δη στην τσιπούρα και στο λαβράκι ιχθυοκαλλιέργειας. Την ώρα που οι ελληνικές εταιρείες του κλάδου βρίσκονται σε τροχιά ανάκαμψης, μετά τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης του δανεισμού τους, οι τουρκικές ετοιμάζονται να αυξήσουν περαιτέρω την παραγωγή τους, γεγονός που αναμένεται να επιφέρει πιέσεις στις τιμές.

Το 2016 εξελίχθηκε σε θετική χρονιά για τις ελληνικές εξαγωγές ψαριών, καθώς ο όγκος τους σε σύγκριση με το 2015 αυξήθηκε κατά 17% και ξεπέρασε τους 83.000 τόνους. Μάλιστα, σύμφωνα με στοιχεία του Συνδέσμου Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών (ΣΕΘ), η αύξηση των εξαγωγών προς ορισμένες αγορές έφτασε το 32%. Η αξία των εξαγωγών εκτιμάται ότι υπερέβη τα 433 εκατ. ευρώ, με τις τιμές να είναι υψηλότερες από αυτές των τουρκικών ψαριών έως και 1 ευρώ ανά κιλό. Ο μεγαλύτερος όγκος των εξαγωγών και συγκεκριμένα το 47% κατευθύνθηκε και το 2016 στην ιταλική αγορά, ακολουθούν η Ισπανία που απορρόφησε το 16%, η Γαλλία το 11%, η Πορτογαλία το 10%, η Ολλανδία το 4%, η Γερμανία το 3% και το Ηνωμένο Βασίλειο επίσης το 3%.

Φέτος, η τιμή της ελληνικής τσιπούρας παραμένει στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, ενώ του λαβρακίου είναι ελαφρώς ανοδική. Ωστόσο, πολλά θα εξαρτηθούν από την παραγωγή που θα ρίξουν οι τουρκικές εταιρείες στις διεθνείς αγορές.

Τα νέα που έρχονται από τη γείτονα δεν είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά. Η αύξηση της ζήτησης σε τσιπούρα και λαβράκι στη Μέση Ανατολή, στην Ασία και στις ΗΠΑ οδηγεί πολλές από τις τουρκικές εταιρείες του κλάδου σε επιθετικές κινήσεις. Σύμφωνα με την εξειδικευμένη ιστοσελίδα Undercurrent News, η εταιρεία Camli (μέλος του Yasar Group Holding), που το 2016 η παραγωγή της σε λαβράκι έφτασε τους 7.000 τόνους, σκοπεύει τα επόμενα τρία χρόνια να διαμορφώσει την παραγωγή της σε τσιπούρα και λαβράκι σε 13.000 τόνους ετησίως. Η εταιρεία Kilic, η οποία σημειωτέον φέρεται να έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον και για την εξαγορά ελληνικών εταιρειών του κλάδου των ιχθυοκαλλιεργειών, σκοπεύει το 2017 να παραγάγει 45.000 τόνους λαβρακίου και τσιπούρας, ενώ αύξηση της παραγωγής της στα δύο αυτά είδη και σε κατεψυγμένα προϊόντα σχεδιάζει και η εταιρεία Gumusdoga Seafood. Η παραγωγή της τελευταίας σε τσιπούρα και λαβράκι ανήλθε σε 15.000 τόνους το 2016 και στόχος της είναι να την αυξήσει φέτος στους 20.000 τόνους. Από τους 8.500 τόνους το 2016 σχεδιάζει να αυξήσει την παραγωγή της σε 10.000 τόνους η εταιρεία Noordzee, μέσω επενδύσεων στην επέκταση των ιχθυοκαλλιεργητικών της σταθμών. Η Sagun, που αποτελείται από 6 εταιρείες και διαθέτει 8 σταθμούς παραγωγής, μετά και τις πρόσφατες εξαγορές που έκανε, αναμένεται να αυξήσει την παραγωγή της φέτος στους 15.000 τόνους από 6.000 τόνους το 2016. Ενδεχόμενη σημαντική μείωση των τιμών επηρεάζει αρνητικά τις ελληνικές εταιρείες (εν προκειμένω, τη Σελόντα και τον Νηρέα), υπό την έννοια ότι μπορεί να υποβαθμίσει την αξία τους στο πλαίσιο της αναζήτησης στρατηγικού επενδυτή, διαδικασία στην οποία βρίσκονται αυτή τη στιγμή οι τράπεζες, που αποτελούν και τους κύριους μετόχους τους.

Οι ελληνικές εταιρείες έχουν την ίδια ώρα να αντιμετωπίσουν και την ολιγωρία του κράτους. Αν και από το 2011 έχει προβλεφθεί η ίδρυση Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών, αυτές δεν έχουν πραγματοποιηθεί. Επιπλέον δεν έχει ενεργοποιηθεί ακόμη το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αλιεία», το οποίο αποτελεί το κύριο εργαλείο χρηματοδότησης επενδύσεων και δράσεων προώθησης του κλάδου. Οπως επισημαίνει ο ΣΕΘ, ενώ σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχει ξεκινήσει η χρηματοδότηση των οργανώσεων παραγωγών υδατοκαλλιέργειας, στην Ελλάδα εκκρεμεί ακόμη και το θεσμικό πλαίσιο για την αναγνώρισή τους.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια