Διαβεβαιώσεις για συνέχιση των μεταρρυθμίσεων θέλουν οι ξένοι επενδυτές

Διαβεβαιώσεις για συνέχιση των μεταρρυθμίσεων θέλουν οι ξένοι επενδυτές

«Η καθαρή έξοδος στις αγορές δεν συνιστά ρεαλιστική λύση για την Ελλάδα», όπως συνέβη στην περίπτωση της Ιρλανδίας, της Κύπρου και της Πορτογαλίας. «Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό για τεχνικούς λόγους, δηλαδή λόγω του υψηλού δανεισμού της χώρας και της αυξημένης χρηματοδότησης που έχει λάβει από το ευρωσύστημα. Βασικός επίσης λόγος είναι ότι η κυβέρνηση πρέπει να πείσει για τη συνέχιση του προγράμματος των μεταρρυθμίσεων και την πιστή τήρηση των στόχων που έχουν συμφωνηθεί».

Στη θέση αυτή φαίνεται ότι συγκλίνει η πλειονότητα των επενδυτών, όπως εκφράζεται μέσα από τις τοποθετήσεις αναλυτών μεγάλων επενδυτικών οίκων, όπως ο κ. Αθανάσιος Βαμβακίδης από την Bank America Merrill Lynch, o Ιωάννης Σώκος από τη Nomura, o Βόλφγκανγκ Πικολί από την Teneo Intelligence και o Λευτέρης Φαρμάκης από τη UBS. Το είδος του προγράμματος, δηλαδή το κατά πόσο θα πρόκειται για μια γραμμή προληπτικής εποπτείας (Precautionary Condition Credit Line – PCCL) χωρίς συμφωνημένες δεσμεύσεις εξαρχής ή ένα πρόγραμμα αυξημένης εποπτείας (Enhanced Condition Credit Line – ECCL) με σαφείς δεσμεύσεις ή εναλλακτικά ένα νέου τύπου υβριδικό σχήμα, μένει να συμφωνηθεί. «Αυτό που έχει σημασία και πρέπει να διασφαλιστεί, όπως εξηγούν, είναι η διατήρηση του waiver για τις ελληνικές τράπεζες, από την πλευρά της ΕΚΤ, κάτι που θα βοηθούσε και τη συμμετοχή στο QE, εξέλιξη που έχει συμβολικό χαρακτήρα, αλλά θα βαρύνει στη στάση των αγορών».

Σε κάθε περίπτωση, όπως σημειώνει o κ. Σώκος από τη Nomura, «οι αγορές θα πρέπει να βεβαιωθούν ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει τον δρόμο της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των μεταρρυθμίσεων. Εάν αυτό μπορεί να διασφαλιστεί μέσω μια προληπτικής γραμμής, ενός προγράμματος αυξημένης εποπτείας ή κινήτρων μέσω σταδιακής και υπό όρους ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους, είναι ουσιαστικά αδιάφορο για τις αγορές. Το σημαντικό είναι να συμβεί μειώνοντας την αβεβαιότητα».

«Η περίπτωση μιας καθαρής εξόδου για την Ελλάδα δεν είναι ρεαλιστική», σημειώνει ο κ. Φαρμάκης από τη UBS. «Η Ελλάδα έχει λάβει εξαιρετικά υψηλά ποσά για ένα τόσο χαλαρό πλαίσιο παρακολούθησης. Ετσι μεταξύ μιας καθαρής εξόδου και μιας αυξημένης εποπτείας, οι αγορές θα προτιμούσαν ένα πρόγραμμα τύπου ECCL». Οπως εξηγεί, «οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων θα είναι χαμηλότερες εάν η χώρα αιτηθεί την ένταξή της σε ένα πρόγραμμα αυξημένης εποπτείας τύπου ECCL. Αυτό γιατί εξ ορισμού το ECCL συνοδεύεται με ένα χρηματοδοτικό μαξιλάρι έως και 10% του ΑΕΠ, κάτι που σημαίνει μικρότερη εξάρτηση από τις αγορές. Την ίδια στιγμή η ύπαρξη ενός τέτοιου προγράμματος έχει αξία ως σήμα ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα συνεργασίας με τους θεσμούς, κάτω από την αυξημένη εποπτεία και υπό όρους παρακολούθηση». Σύμφωνα με τον κ. Βαμβακίδη από την Bank America Merrill Lynch «το είδος εποπτείας εξαρτάται από τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης και το κατά πόσο θα έπειθαν τις αγορές ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν θα ακυρώνονταν κάτω από οποιοδήποτε τύπο προγράμματος». Η συγκυρία είναι ευνοϊκή, εξηγεί, και «οι επενδυτές θα ήθελαν την Ελλάδα να εξέρχεται του προγράμματος, κάτι που απαιτεί μια συμφωνία για την επέκταση της ωρίμανσης του δημόσιου χρέους». Η ΕΚΤ απαιτεί μια προληπτική γραμμή για τη διατήρηση του waiver, σημειώνει ο κ. Πικολί από την Teneo Intelligence, αλλά «με δεδομένο ότι τα ελληνικά ομόλογα που έχουν οι ελληνικές τράπεζες δεν ξεπερνούν τα 5 δισ. ευρώ, η επίπτωση στο κόστος δανεισμού τους δεν εκτιμάται ότι θα είναι υψηλή».

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια