Δεν καταργείται ο νόμος Κατσέλη, αλλά η προστασία της… α΄ κατοικίας

Δεν καταργείται ο νόμος Κατσέλη, αλλά η προστασία της… α΄ κατοικίας


«Δεν καταργείται ο νόμος Κατσέλη. Το μόνο που μπορεί να καταργηθεί θα ήταν το κομμάτι που αφορά στην προστασία της πρώτης κατοικίας και σε αυτό εμείς ψάχνουμε εναλλακτικές λύσεις», ανέφερε σε ραδιοφωνική συνέντευξή του ο κ. Τσακαλώτος.

Να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που προκλήθηκαν πριν από μερικές εβδομάδες από τις δηλώσεις του αντιπροέδρου της κυβέρνησης και υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης Γ. Δραγασάκη περί κατάργησης του νόμου Κατσέλη και όχι παράτασής του, επιχείρησε χθες ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος. Ωστόσο, στην ουσία αυτό που κατάφερε ο κ. Τσακαλώτος είναι να επιβεβαιώσει τις δηλώσεις Δραγασάκη, κάνοντας λόγο για πιθανή κατάργηση του πλαισίου προστασίας της πρώτης κατοικίας, στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα του νόμου Κατσέλη.

Ειδικότερα, σε συνέντευξη που παραχώρησε χθες το πρωί στον ραδιοφωνικό σταθμό Στο Κόκκινο Θεσσαλονίκης, ερωτηθείς σχετικά για τον νόμο 3869/2010 (γνωστό ως νόμο Κατσέλη) απάντησε χαρακτηριστικά: «Δεν καταργείται ο νόμος Κατσέλη. Το μόνο που μπορεί να καταργηθεί θα ήταν το κομμάτι που αφορά στην προστασία της πρώτης κατοικίας και σε αυτό εμείς ψάχνουμε εναλλακτικές λύσεις που θα τις παρουσιάσουμε σύντομα για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα». Ο ίδιος μάλιστα πρόσθεσε πως «πολλές από τις διατάξεις, σχεδόν όλες οι διατάξεις του νόμου Κατσέλη ή νόμου Σταθάκη (σ.σ. ο όρος χρησιμοποιείται μετά τις αλλαγές που έγιναν στον νόμο τον Νοέμβριο του 2015, όταν υπουργός Οικονομίας ήταν ο κ. Γ. Σταθάκης) θα παραμείνουν σε ισχύ και μετά τον Ιανουάριο του 2019».

Υπενθυμίζεται ότι το 2010 η τότε υπουργός Οικονομίας Λούκα Κατσέλη θέσπισε τον επίμαχο νόμο, που εισήγαγε για πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία την έννοια της πτώχευσης για φυσικά πρόσωπα και τη δυνατότητα δικαστικής ρύθμισης χρεών. Βασικό στοιχείο του νόμου 3869/2010 αποτελεί το άρθρο 9 όπου προβλέπεται η δυνατότητα του οφειλέτη να ζητήσει την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιουσίας του της πρώτης κατοικίας, βάσει της αντικειμενικής αξίας αυτής και εισοδηματικών κριτηρίων. Με τις τροποποιήσεις που έγιναν το 2015 προβλέφθηκε ότι αίτηση εξαίρεσης της α΄ κατοικίας από τη ρευστοποίηση επιτρέπεται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2018. Για τον λόγο αυτό βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τους θεσμούς προκειμένου να εξευρεθεί διάδοχο πλαίσιο. Ο υπουργός Οικονομικών δεν παρέλειψε, επίσης, να διευκρινίσει ότι όσοι έχουν ήδη υποβάλει αίτηση υπαγωγής στον νόμο Κατσέλη δεν χάνουν τα δικαιώματα που απορρέουν από τις ευεργετικές διατάξεις του, ακόμη και αν αυτός καταργηθεί. Ο κ. Τσακαλώτος δήλωσε ότι σύντομα η κυβέρνηση θα παρουσιάσει τη λύση στο πρόβλημα. Αναφερόμενος δε στο ζήτημα των κόκκινων δάνειων, επισήμανε ότι επεξεργάζεται διάφορα σχέδια το υπουργείο Οικονομικών, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και οι ίδιες οι τράπεζες. «Νομίζω ότι σιγά σιγά θα αντιμετωπιστεί», δήλωσε.

Απαντώντας στην κριτική της αντιπολίτευσης για τα αντίμετρα ο κ. Τσακαλώτος υποστήριξε: «Από το 2018 αρχίσαμε τα αντίμετρα, δεν άρχισαν σήμερα με αυτό που έχει εξαγγείλει ο πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη. Ηδη από το 2018 ξοδέψαμε πάνω από 200 εκατομμύρια για τα παιδιά γιατί η Ελλάδα έπρεπε να έχει μία πολιτική για τα παιδιά. Αυτό θα συνεχιστεί και το 2019 και θα έχουμε επιπλέον και επιδόματα στέγασης γιατί η Ελλάδα από όλες τις οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης ξοδεύει σχεδόν τίποτα για στέγαση». Και πρόσθεσε: «Αυτό δεν το βλέπω εγώ παροχολογία. Αν το να χτίσεις ένα κοινωνικό κράτος είναι παροχές, τότε σηκώνω τα χέρια».

Οι επενδύσεις

Ειδικά σε ό,τι αφορά το ύψος των δημόσιων επενδύσεων στον προϋπολογισμό, ο υπουργός Οικονομικών υποστήριξε ότι «οι επενδύσεις στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είναι ακριβώς αυτό που ήταν πέρυσι. Αυτό που εννοεί η αντιπολίτευση είναι ότι είναι μικρότερο από αυτό που είχαμε γράψει μέσα στο μεσοπρόθεσμο. Αρα δεν υπάρχει πραγματική μείωση των επενδύσεων». Πρόσθεσε δε ότι εάν η χώρα χρειαστεί περισσότερες επενδύσεις, αυτό μπορεί να λυθεί στην πορεία με τη μεταφορά πόρων από κάποιον τομέα της κυβέρνησης που έχει υποκαταναλώσει σε κάποιον άλλον.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια