Δεν διακρίνονται σημάδια ανάκαμψης στην ελληνική αγορά ακινήτων

Δεν διακρίνονται σημάδια ανάκαμψης στην ελληνική αγορά ακινήτων


Σε ανάλυση της Alpha Bank αναφέρεται ότι η πτώση της ζήτησης τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει στην κατάρρευση των επενδύσεων σε κατοικίες, με τις σωρευτικές απώλειες της περιόδου 2008-2016 να αγγίζουν τα 23,6 δισ. ευρώ.

«Δύσβατος» προβλέπεται ότι θα παραμείνει ο δρόμος προς την ανάκαμψη της αγοράς κατοικίας, καθώς, παρότι τα ακίνητα είναι πλέον υποτιμημένα, το αγοραστικό ενδιαφέρον θα παραμείνει εξαιρετικά χαμηλό και τα επόμενα χρόνια. Αυτό επισημαίνει σε σχετική ανάλυσή της η Alpha Bank, όπου αναφέρει ότι η πτώση της ζήτησης τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει στην κατάρρευση των επενδύσεων σε κατοικίες, με τις σωρευτικές απώλειες της περιόδου 2008-2016 να αγγίζουν τα 23,6 δισ. ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τέλος του προηγούμενου έτους οι επενδύσεις σε κατοικίες δεν ξεπέρασαν το 0,7% του ΑΕΠ (περίπου 1,3 δισ. ευρώ), έναντι 9,9% του ΑΕΠ το 2007 (25 δισ. ευρώ). Μάλιστα, αυτή η πτωτική τάση συνεχίστηκε και στη διάρκεια του 2016, καθώς ο κλάδος της κατοικίας κατέγραψε υποχώρηση των επενδύσεων κατά 12,6%. Στον αντίποδα, οι επενδύσεις σε κατασκευές, εξαιρουμένων των κατοικιών, ανέκαμψαν με ετήσιο ρυθμό 4,8%. Σύμφωνα με τους αναλυτές, τα παραπάνω παρατηρούνται σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά είναι υποτιμημένη και θεωρητικά θα μπορούσαν να προκύψουν σημαντικές αγοραστικές ευκαιρίες στην αγορά κατοικίας. Ειδικότερα, ο δείκτης τιμών κατοικιών προς το κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα, ο οποίος αντανακλά τη δυνατότητα των νοικοκυριών να αποκτήσουν κατοικία και να εξυπηρετήσουν τον σχετικό δανεισμό, έχει υποχωρήσει κατά 31,7% από το 2008 έως το τέλος του 2016. Πλέον βρίσκεται σε επίπεδο αρκετά χαμηλότερο από τον μακροχρόνιο μέσο όρο, καταδεικνύοντας έτσι τον βαθμό υποτίμησης των αξιών των κατοικιών.

Ωστόσο, η αγορά ακινήτων είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανακάμψει άμεσα, καθώς διάφοροι παράγοντες εμποδίζουν την αύξηση της ζήτησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υπέρμετρη φορολόγηση σε συνδυασμό με την αστάθεια του φορολογικού πλαισίου. Σήμερα, οι τακτικοί φόροι στην ακίνητη περιουσία (π.χ. ΕΝΦΙΑ, συμπληρωματικός φόρος κ.λπ.) ως ποσοστό επί του ΑΕΠ είναι οι τρίτοι υψηλότεροι στην Ευρώπη, μετά τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Παράλληλα, αρνητική επίδραση έχει η μεγάλη πτώση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, όπως και η αύξηση της ανεργίας σε πολύ υψηλό επίπεδο, σε συνδυασμό με την αύξηση των φορολογικών βαρών, που έχουν συμπιέσει το ποσοστό αποταμίευσης.

Σύμφωνα με την Alpha Bank, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών δεν προβλέπεται να παρουσιάσει σημαντική άνοδο τα επόμενα χρόνια, τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το ποσοστό της ανεργίας θα εξακολουθήσει να είναι διψήφιο έως το 2030. Ταυτόχρονα, το ύψος της φορολογίας στα ακίνητα φαίνεται ότι αποκτά μόνιμο χαρακτήρα. Εν ολίγοις, οι αρνητικοί παράγοντες θα παραμείνουν σε ισχύ και τα επόμενα χρόνια, δυσχεραίνοντας την ανάκαμψη της ζήτησης, ανεξάρτητα από το πόσο χαμηλές είναι οι τιμές.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια