Αύξηση εξαγωγών, αλλά μόνο ως ποσοστό του μειωμένου ΑΕΠ

Αύξηση εξαγωγών, αλλά μόνο ως ποσοστό του μειωμένου ΑΕΠ

Σε χαμηλότερα επίπεδα, σε απόλυτα μεγέθη, παραμένουν οι συνολικές εξαγωγές της Ελλάδας σε σχέση με το 2008, αποτυπώνοντας τη δυσκολία της χώρας να ολοκληρώσει τη μετάβασή της σε ένα νέο ανταγωνιστικό αναπτυξιακό μοντέλο.

Οπως προκύπτει από τη μελέτη της Eurobank με τίτλο: «Εξωστρέφεια και Ανταγωνιστικότητα», που παρουσιάστηκε στην Κρήτη στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας της τράπεζας Go International, η ανάκαμψη των εξαγωγών έως 3% του ΑΕΠ μετά το 2010 οφείλεται στην πτώση του ΑΕΠ και όχι στην ενίσχυση των εξαγωγών ως απόλυτο νούμερο. Αντίθετα, άλλες χώρες της Ευρωζώνης που εξήλθαν επιτυχώς από προγράμματα προσαρμογής έχουν καταγράψει σωρευτικές αυξήσεις εξαγωγών από 20% έως και 77% από το 2010 και μετά. Σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές που πραγματοποιεί η χώρα μας, τα πλέον εξαγώγιμα προϊόντα είναι τα ορυκτά και καύσιμα (3,9% του ΑΕΠ), βιομηχανικά είδη (3,4%) και τρόφιμα και ζώα (2,4%). Σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές υπηρεσιών ξεχωρίζουν ο τουρισμός (7,5% του ΑΕΠ) και οι μεταφορές (4,4%).

Το μερίδιο των εξαγωγών ως ποσοστό του ΑΕΠ ενισχύθηκε από 19,0% το 2009 στο 30,2% το 2016. Πάρα ταύτα, εξακολουθεί να παραμένει αρκετά χαμηλότερο σε σχέση με το αντίστοιχο μέγεθος στην Ευρωζώνη (45,7%). Επιπρόσθετα, ο λόγος των επενδύσεων παγίων ως προς το ΑΕΠ συρρικνώθηκε από 26,0% το 2007 στο 11,4% το 2016 (Ευρωζώνη 20,1%).

Στο πλαίσιο αυτό η Eurobank υπογραμμίζει ότι πρέπει να γίνει σημαντική προσπάθεια και μεταρρυθμίσεις, στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της εξωστρέφειας, προκειμένου η Ελλάδα να πετύχει τη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο. Οι οικονομολόγοι της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της τράπεζας σημειώνουν ότι παρά το αρνητικό αποτέλεσμα του 1ου τριμήνου, το 2017 θα αποτελέσει έτος επιστροφής σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Σημειώνεται ότι το 2016 επικράτησε στασιμότητα, ενώ προηγήθηκε την περίοδο 2007-2015 συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 26,4%. Η πρωτόγνωρη ύφεση που βίωσε η Ελλάδα τα προηγούμενα έτη, σημειώνεται στη μελέτη, δύναται να χαρακτηριστεί και ως μια περίοδος σημαντικής, και σε σημαντικό βαθμό αναπόφευκτης, προσαρμογής, με την εξάλειψη των μεγάλων μακροοικονομικών ανισορροπιών του παρελθόντος να θέτει τις βάσεις για τη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης που θα στηρίζεται στην εξωστρέφεια και στις επενδύσεις.

Ωστόσο, μέχρι στιγμής κάτι τέτοιο έχει επιτευχθεί μόνον μερικώς. Η αύξηση του ρυθμού των επενδύσεων –αναγκαία συνθήκη για την είσοδο της χώρας σε ένα μονοπάτι ανάκαμψης– έχει ως βασική προϋπόθεση την εισροή κεφαλαίων από την αλλοδαπή, υπό τη μορφή άμεσων ξένων επενδύσεων, αλλά και την ενίσχυση της εγχώριας αποταμίευσης.

Επιπροσθέτως, η ιδιωτική κατανάλωση ως ποσοστό του ΑΕΠ (70,5% το 2016) συνεχίζει να βρίσκεται σε υψηλότερα επίπεδα τόσο σε σχέση με το μέσο ευρωπαϊκό όρο (56,0%) όσο και σε σύγκριση με τα αντίστοιχα προ κρίσης επίπεδα (64,8% το 2007).

Δεδομένων των υφιστάμενων περιορισμών της παρούσας οικονομικής συγκυρίας (π.χ. ανεπαρκής εγχώρια αποταμίευση), η βιώσιμη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην εγχώρια ζήτηση. Αντιθέτως, τονίζεται, απαιτείται σημαντική ενίσχυση του εξαγωγικού της προσανατολισμού μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και πολιτικών που θα στοχεύουν στην τόνωση της παραγωγικότητας και της εξωστρέφειας.

Η συνεισφορά της Κρήτης στο ΑΕΠ

Σύμφωνα με τη μελέτη της Eurobank, η Κρήτη κατατάσσεται στην 6η θέση μεταξύ των 13 περιφερειών της Ελλάδας με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ (στοιχεία 2014) να ανέρχεται σε 13,8 χιλ. ευρώ και βρίσκεται στο 59% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, οι τομείς με τη μεγαλύτερη βαρύτητα στην Κρήτη είναι το εμπόριο, οι μεταφορές και οι τουριστικές υπηρεσίες, ενώ ακολουθούν ο δημόσιος τομέας, οι υπηρεσίες διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, η μεταποίηση, η γεωργία και οι κατασκευές. Οι εξαγωγές αγαθών της Κρήτης εστιάζονται κυρίως στα λάδια και λίπη και δευτερευόντως στα τρόφιμα και ζώα και χημικά προϊόντα. Κεντρικό ρόλο έχει ο τουρισμός, καθώς το νησί αποτελεί τον πιο δημοφιλή ελληνικό τουριστικό προορισμό.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια