Αποψη: Brexit -ελληνικές τράπεζες: προκλήσεις και κίνδυνοι

Αποψη: Brexit -ελληνικές τράπεζες: προκλήσεις και κίνδυνοι

Παρατεταμένο, περίπλοκο και δαπανηρό, το Brexit δύναται να επιβαρύνει τα κέρδη των ευρωπαϊκών τραπεζών, κυρίως μέσω των χαμηλότερων επιτοκίων. Οι βρετανικές τράπεζες έχουν δραματικά καλύτερη χρηματοδοτική θέση και φαίνεται πως ήταν προετοιμασμένες για το ενδεχόμενο αυτό. Ωστόσο, οι πιο αδύναμες προοπτικές αναμένεται να χτυπήσουν εκείνες τις τράπεζες με κεφαλαιακά κενά και πολύπλοκες αναδιαρθρώσεις και ιδιαιτέρα τις ιταλικές και τις ελληνικές τράπεζες.

Το τοπίο των ελληνικών τραπεζών, πέραν των ως άνω δεδομένων, διαμορφώνεται και από την απαίτηση για ορθολογική διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, τα οποία αποτελούν σημαντικότατο μέρος του ενεργητικού των συστημικών και μη τραπεζικών οργανισμών. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (Non Performing Exposures) των ελληνικών τραπεζών ανέρχονται περί τα 115,52 δισ. ευρώ συνολικά, χωρίς αυτό να αποτελεί αυθαίρετη εκτίμηση. Ειδικότερα, τα NPEs για την Τράπεζα Πειραιώς ανέρχονται περί τα 36,9 δισ. ευρώ ή 50,7% επί των δανείων (=συνολικές χορηγήσεις προ προβλέψεων), για την Eurobank περί τα 22,6 δισ. ευρώ ή 43,8% επί των δανείων, για την Alpha Βank περί τα 31,8 δισ. ευρώ ή 51,3% επί των δανείων, για την Εθνική περί τα 22 δισ. ευρώ ή 50% επί των δανείων και για την Attica Βank περί τα 2,22 δισ. ευρώ 56,5% επί των δανείων.

Τα πιστωτικά προφίλ των ελληνικών τραπεζών παραμένουν αδύναμα, λόγω των μεγάλων ανισορροπιών που εντοπίζονται σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότησή τους, αλλά και λόγω της υψηλής ακόμη εξάρτησής τους από το Ευρωσύστημα. Αδύναμη είναι και η ποιότητα των δανειακών τους χαρτοφυλακίων, λόγω των υψηλών επιπέδων των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Επιπλέον αυτών, σε συνδυασμό και με το Brexit, που εισήλθε βιαίως στο τραπέζι, το διαμορφούμενο σκηνικό αναμένεται να επιδεινωθεί, με άμεσα αποτελέσματα στους δείκτες των προβληματικών δανείων, ασκώντας ισχυρές πιέσεις στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών της Ευρωζώνης και κυρίως της Ελλάδος.

Αλλωστε, δεν περνάει άνευ σημασίας το γεγονός ότι η Ιταλία ενεργοποίησε το προληπτικό πρόγραμμα προστασίας των τραπεζών, που κατάρτισε η κυβέρνηση της Ιταλίας προληπτικά για τη χορήγηση εγγυήσεων και ρευστότητας σε φερέγγυες τράπεζες, σε περίπτωση ανάγκης.

Πέραν, ωστόσο, της ρευστότητας, αναμένεται να επηρεαστούν τα μεγέθη των τραπεζών σε σχέση και με την πορεία των καθαρών εσόδων από τόκους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς, αποτελεί σχεδόν βεβαιότητα η περαιτέρω μείωση των εσόδων για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα τα έτη 2016 και 2017, επηρεάζοντας τους δείκτες αποδοτικότητας ROE (Return on Equity) επί τα χείρω, στοιχείο που αντανακλά μεταξύ των άλλων και σε υψηλότερο κόστος των ιδίων κεφαλαίων. Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, το κόστος χρηματοδότησης παραμένει βασική κινητήρια δύναμη του δείκτη καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου (γνωστός και με το αγγλικό ακρωνύμιο NIM – Net Interest Margin), ενώ ο χαμηλότερος όγκος πωλήσεων, σε συνδυασμό με την ασθενέστερη απόδοση δανείων, θέτει σε πίεση τα καθαρά έσοδα από τόκους. Επιπλέον, οι καταθέσεις αναμένεται να είναι οριακά υψηλότερες κατά το επόμενο διάστημα, προβλέποντας πλέον άλλα δύο χρόνια απομόχλευσης σε όλον τον τομέα.

Οι βασικοί κίνδυνοι που κρίνεται πως θα επηρεάζουν επί συνόλω την πορεία ανάπτυξης των τραπεζικών οργανισμών κατά το επόμενο διάστημα αναφέρονται στα ακόλουθα:

• Την αύξηση του πολιτικού κινδύνου στην περιφέρεια της Ε.Ε., ως αποτέλεσμα της έντασης του ευρωσκεπτικισμού, καθώς και της ανάπτυξης φυγόκεντρων τάσεων άλλων χωρών ή και ολόκληρων περιοχών εντός ευρωπαϊκών χωρών λόγω του Brexit.

• Τη φορολογική κόπωση στη χώρα, που έχει επέλθει και που μπορεί να οδηγήσει σε αποστροφή στην υιοθέτηση των απαιτητικών νέων μεταρρυθμίσεων και απαιτήσεων του τρίτου μνημονίου ή σπρώχνοντας ακόμη και σε μια ολοκληρωτική αντιστροφή των διαρθρωτικών αλλαγών, που θα μπορούσαν να κάνουν την οικονομία ακόμη λιγότερο ανθεκτική σε κραδασμούς.

• Την πιθανή αύξηση της πολιτικής αστάθειας και την έτι περαιτέρω επιβάρυνση του επιχειρηματικού κλίματος.

Το σενάριο της μετά Brexit εποχής βρίσκει τη χώρα μας ευάλωτη και το τραπεζικό σύστημα σε σημαντική καμπή, με την επιβολή των capital controls. Οι αξιολογήσεις των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών φαίνεται δύσκολο να αναβαθμιστούν στο επόμενο διάστημα, εάν δεν χαλαρώσουν σημαντικά τα capital controls, ενώ απαιτούνται πολλά περισσότερα να γίνουν σε επίπεδο πολιτικής σταθερότητας και επιστροφής σε μια κανονικότητα η οποία, με τη σειρά της, θα συντείνει στην ακόμη σημαντικότερη βελτίωση της εμπιστοσύνης καταθετών και επενδυτών στη χώρα, για να αρθούν πλήρως τα capital controls στην Ελλάδα. Σημαντική συνιστώσα σε όλα αυτά παραμένει η προσήλωση σε ένα πλαίσιο βασικών κατευθύνσεων και πολιτικών που θα τείνουν να μειώσουν την αστάθεια και την αβεβαιότητα, μετά τα νέα δεδομένα που διαμόρφωσε το Brexit για την Ε.Ε. και την Ελλάδα.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Ζοπουνίδης είναι ακαδημαϊκός, καθηγητής στο Πολυτεχνείο Κρήτης, Distinguished Research Professor, Audencia Business School, πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας Χρηματοοικονομικής Μηχανικής και Τραπεζικής.

** Ο δρ Χρήστος Λεμονάκης είναι εσωτερικός ελεγκτής.

*** Ο κ. Αλέξανδρος Γαρεφαλάκης είναι υποψ. διδάκτωρ στο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ιδρυμα Κρήτης, Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια