Αποψη: Τέταρτο μνημόνιο ή «κούρεμα» χρέους

Αποψη: Τέταρτο μνημόνιο ή «κούρεμα» χρέους


Είναι πλέον επείγον η Ελλάδα και οι εταίροι της να σκεφθούν σοβαρά επί ενός νέου πλαισίου που θα έβαζε τέλος στο σημερινό παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, διασφαλίζοντας όμως παράλληλα τη βιωσιμότητα του χρέους.

Τ​​ον Νοέμβριο του 2012, ως αποτέλεσμα της επιμονής του ΔΝΤ, το Eurogroup δεσμεύτηκε με αρκετά ευθύ τρόπο να παράσχει ελάφρυνση του χρέους στην Ελλάδα που θα μείωνε τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ σημαντικά κάτω από το 110% ώς το 2022. Στη συνέχεια, με διαδοχικά βήματα, αυτές οι δεσμεύσεις αποσύρθηκαν και άλλαξε η μέθοδος υπολογισμού της βιωσιμότητας του χρέους. Χρειάστηκε να φτάσουμε στον Μάιο του 2016 για να μπορέσει το ΔΝΤ να επαναφέρει το θέμα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να εξαναγκάσει το Eurogroup να δεσμευτεί εκ νέου σε σταδιακή ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Ωστόσο το Ταμείο και το Eurogroup απέσπασαν νέες παραχωρήσεις από την Ελλάδα ως αντάλλαγμα για την ελάφρυνση του χρέους, συμπεριλαμβανομένων μη ρεαλιστικών δημοσιονομικών στόχων και «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» που θα διασφαλίσουν την αυτοματοποίηση της δημοσιονομικής εξυγίανσης στο μέλλον. Τα μέτρα αυτά αποδεικνύεται ότι έχουν ολοένα και μεγαλύτερο κόστος για την ελληνική οικονομία, στο σημείο που διερωτάται κανείς αν η επιδίωξη της βιωσιμότητας του χρέους με αυτόν τον τρόπο δεν είναι μία αυτοϋπονομευόμενη διαδικασία. Από τον Νοέμβριο του 2012 ώς τον Μάρτιο του 2017, το χρέος της Ελλάδας έχει αυξηθεί από 160% σε 177% του ΑΕΠ.

Μία νέα, ενδελεχής και ανεξάρτητη ανάλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους από το ινστιτούτο Peterson οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρέπει να αρχίσουμε ξανά από την αρχή. Οπως αναδεικνύει η ανάλυση, τα μέτρα, το περίγραμμα των οποίων διατυπώθηκε στο Eurogroup του Μαΐου του 2016, ακόμα κι αν εφαρμοστούν κάποτε, είναι απίθανο να πετύχουν τον σκοπό τους υπό οποιοδήποτε ρεαλιστικό σενάριο για τη δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας.

Καθώς αυτό γίνεται αντιληπτό, η υφιστάμενη στρατηγική έγκειται στην προσπάθεια να πιεστεί η Ελλάδα να πετύχει περισσότερη δημοσιονομική προσαρμογή και να εφαρμόσει ένα πιο φιλόδοξο πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αυτή η ριψοκίνδυνη διπλωματία των spreadsheets, ωστόσο, συνεπάγεται τεράστιο κόστος για την ελληνική οικονομία, που κινδυνεύει να βυθιστεί ξανά σε ύφεση το 2017 λόγω σφαλμάτων στην εφαρμοζόμενη πολιτική. Είναι πλέον επείγον η Ελλάδα και οι εταίροι της να σκεφθούν σοβαρά επί ενός νέου πλαισίου που θα έβαζε τέλος στο σημερινό παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, διασφαλίζοντας όμως παράλληλα τη βιωσιμότητα του χρέους. Υπάρχουν δύο πιθανές προσεγγίσεις.

Η πρώτη αποτελεί ουσιαστικά την επέκταση των υφιστάμενων δεσμεύσεων του Eurogroup, αλλά θα πρέπει να εφαρμοστούν σε μεγαλύτερο βάθος και ταχύτερα για να μπορέσει η Ελλάδα να επανέλθει γρήγορα στην ανάπτυξη και για να κοπάσουν μακροπρόθεσμα οι ανησυχίες για πιθανή έξοδο από το ευρώ και για την ασφάλεια των καταθέσεων. Τέτοιου είδους μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις για ελάφρυνση του χρέους αναπόφευκτα θα αυξήσουν την έκθεση των ευρωπαϊκών χωρών στην Ελλάδα με την πάροδο του χρόνου. Για να ελαχιστοποιηθεί η έκθεση αυτή αλλά και το μακροπρόθεσμο χρηματοδοτικό κόστος της Ελλάδας, η Ευρώπη είναι πιθανό να καθυστερήσει την επιστροφή της χώρας στις αγορές και να την ωθήσει ουσιαστικά σε ένα τέταρτο πρόγραμμα, με την αντίστοιχη επέκταση της αιρεσιμότητας. Παρότι είναι πολιτικά δυσάρεστη, η επιλογή αυτή μπορεί να είναι καλύτερη για την Ελλάδα από το να συμφωνήσει σε τιμωρητικά εμπροσθοβαρή μέτρα σήμερα με την ελπίδα να λάβει ιδιαίτερα απροσδιόριστα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους στο μέλλον, και τη συμμετοχή στο QE που θα είναι μικρής έκτασης και θα διαρκέσει μόνο λίγους μήνες.

Η δεύτερη προσέγγιση είναι ριζικά διαφορετική από την τρέχουσα. Οι αριθμοί που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα του χρέους δείχνουν ότι δεν πρέπει να απορρίπτουμε την επιλογή του «κουρέματος» της ονομαστικής αξίας. Κατ’ αρχάς, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονται κάποιοι, δεν είναι νομικά αδύνατη, αφού δεν αποτελεί παραβίαση της ρήτρας μη διάσωσης (άρθρο 125) της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Αντιθέτως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση Pringle που αφορά τον ESM ξεκαθάρισε ότι είναι σύννομη η παροχή χρηματοοικονομικής βοήθειας και αρωγής μεταξύ κρατών-μελών. Πολιτικά, η στρατηγική αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι καθιστά πιο διαφανείς τις μεταβιβάσεις που οι πολίτες της Ευρώπης γνωρίζουν ότι λαμβάνουν χώρα.

Δεύτερον, το προηγούμενο που δημιουργήθηκε το 2012 με τη μεταφορά των κερδών από το πρόγραμμα SMP στην Ελλάδα δείχνει ότι τα κράτη-μέλη έχουν ήδη στην πράξη συναινέσει στην ονομαστική απομείωση των απαιτήσεών τους – απλά χρειάζεται μία κλιμάκωση της δέσμευσής τους. Υπάρχει ένα διεθνές πλαίσιο για την παροχή ονομαστικής ελάφρυνσης χρέους από επίσημους πιστωτές – η Πρωτοβουλία HIPC (για τις Υπερχρεωμένες Φτωχές Χώρες), που έχει ένα επιτυχημένο ιστορικό στην υπό όρους ελάφρυνση του χρέους σε χώρες που την έχουν ανάγκη. Ο μηχανισμός αυτός θα μπορούσε εύκολα να προσαρμοστεί στα ευρωπαϊκά δεδομένα και να δώσει, με αντάλλαγμα την επίτευξη κρίσιμων μεταρρυθμιστικών οροσήμων, το ισχυρότερο δυνατό σήμα ότι το ελληνικό χρέος θα μειωθεί και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη δεν θα αμφισβητηθεί ξανά. Θα αφαιρεθεί έτσι αυτή η δαμόκλειος σπάθη που επικρέμαται πάνω από το πολιτικό σύστημα και την οικονομία της χώρας τα τελευταία χρόνια.

* Ο κ. Σαχίν Βαλέ είναι οικονομολόγος στο City του Λονδίνου. Εχει υπάρξει οικονομικός σύμβουλος του Εμανουέλ Μακρόν και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν βαν Ρομπέι.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια