Αποψη: Μνημόνιο χωρίς χρηματοδότηση: επιλογή ή υποχρέωση;

Αποψη: Μνημόνιο χωρίς χρηματοδότηση: επιλογή ή υποχρέωση;

Η κυβέρνηση προσφέρει ως αφήγηση στους πολίτες την «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια τον Αύγουστο 2018. Δεδομένου ότι (α) έχουν νομοθετηθεί δημοσιονομικά μέτρα σε βάθος χρόνου, (β) έχει συμφωνηθεί η απόδοση πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και 2% έως το 2060, (γ) έχουν θεσμοθετηθεί οι αυτόματοι μηχανισμοί διόρθωσης-κόφτες για τις περιπτώσεις αποκλίσεων, είναι προφανές πως οι υποχρεώσεις ενός μακροχρόνιου μνημονίου έχουν αναληφθεί. Εκκρεμεί η απόφαση για την ελάφρυνση του χρέους, με πληροφορίες να θέλουν σταδιακή εφαρμογή των μέτρων, έναντι μεταρρυθμίσεων – κάποιος μηχανισμός ελέγχου θα απαιτηθεί. Είναι προφανές ότι στενή επιτήρηση θα υπάρχει επί πολλά χρόνια. Αυτό το οποίο ενδεχομένως σταματήσει είναι οι γεμάτες σασπένς ολονυκτίες στο Χίλτον με τους πιστωτές. Η κατά Τσίπρα – Καμμένο «καθαρή έξοδος» είναι ένα σύνολο μνημονιακών υποχρεώσεων χωρίς χρηματοδότηση. Ας θυμηθούμε την αντιμνημονιακή ρητορική Τσίπρα περί διαχωρισμού δανειακής σύμβασης και μνημονίου. Τα παλιά αντιμνημονιακά χρόνια απαιτούσε δανειακή σύμβαση χωρίς μνημόνιο, για να καταλήξει σε μνημόνιο χωρίς χρηματοδότηση ως τελική νίκη επί των δανειστών!

Ο κ. Τσίπρας αντιγράφει τους προκατόχους του. Οι Financial Times στις 14/8/2012 δημοσιοποίησαν τους σχεδιασμούς από το γραφείο του τότε πρωθυπουργού για επιμήκυνση της εφαρμογής των μέτρων χωρίς χρηματοδότηση – την περίοδο που η χώρα ήταν με το ένα πόδι εκτός Ευρωζώνης και σε εξέλιξη η μεταστροφή των «τριών» της τότε συγκυβέρνησης από ευαγγελιστές της αναδιαπραγμάτευσης σε (ντεμέκ) ιδιοκτήτες του μνημονίου. Ο τότε ΥΠΟΙΚ κ. Στουρνάρας αντιτάχθηκε σθεναρά και ευτυχώς κατάφερε να επιβάλει πολιτική. Το καλοκαίρι του 2014, ο κ. Σαμαράς μετά την ήττα στις ευρωεκλογές και με τον ΣΥΡΙΖΑ επελαύνοντα, επεχείρησε «φυγή προς τα μπρος» με τη δική του καθαρή έξοδο – ίδιο το όνομα του εγχειρήματος! Οι φαντασιώσεις τελείωσαν αρχές Οκτωβρίου 2014, στη συνάντηση Χαρδούβελη – Λαγκάρντ στην Ουάσιγκτον – το επόμενο πρωί τα ελληνικά ομόλογα πέρασαν σε χρεοκοπικά επιτόκια. Τείνει να γίνει παράδοση, ο εκάστοτε πρωθυπουργός για να διασφαλίσει το πολιτικό μέλλον της παράταξής του καταφεύγει στον επικοινωνιακό αντιμνημονιασμό και την απελευθέρωση της κυβέρνησής του από τα δεσμά της επιτροπείας για να ασκήσει τη φιλολαϊκή πολιτική που δεν τον αφήνουν οι κακοί της τρόικας. Το κοινό των τριών περιπτώσεων (δύο Σαμαρά και σήμερα Τσίπρα) είναι ότι δεν υπήρχε ποτέ η παραμικρή ιδέα για το ποιες μπορεί να είναι αυτές οι πολιτικές που ασφυκτιούν υπό την εποπτεία και τις απελευθερώνει ο αντιμνημονιακός πρωθυπουργός. Η μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο αποπειρών Σαμαρά και αυτής του Τσίπρα είναι το δίκτυ ασφαλείας. Ο Σαμαράς το 2012 είχε την ασφάλεια της αναχρηματοδότησης του χρέους από το φρέσκο δεύτερο μνημόνιο και το 2014 τη δηλωμένη διαθεσιμότητα των εταίρων για μίνι μνημόνιο 10 έως 15 δισ. ευρώ και έτοιμο τον μηχανισμό παροχής προληπτικής πιστωτικής γραμμής. Η «καθαρή έξοδος» του Τσίπρα είναι με τους εταίρους να μη θέλουν καν να ακούσουν για δανειακή σύμβαση και τον ίδιο να αρνείται διαρρήδην την προληπτική γραμμή πίστωσης. Σχοινοβάτες χωρίς δίκτυ ασφαλείας οι Ελληνες!

Η «καθαρή έξοδος» παρουσιάζεται ως επιλογή της κυβέρνησης, επιστέγασμα μιας «επιτυχημένης πολιτικής». Βασίζεται στη δημιουργία αποθεματικού από τα υπόλοιπα του μνημονίου και με συμπλήρωση από τις αγορές. Στον προϋπολογισμό, που μόλις ψηφίστηκε, προβλέπεται πρόσθετος δανεισμός 17 δισ. ευρώ – ο κ. Τσακαλώτος προκληθείς εντός Βουλής διαβεβαίωσε πως το μαξιλάρι θα δημιουργηθεί με πόρους του ESM. Μια λεπτομέρεια που διαφεύγει είναι πως σε καμία από τις χώρες που πέρασαν από προγράμματα στήριξης δεν εξαντλήθηκε ο προϋπολογισμός. Το μόνο στο οποίο μπορεί να βασίζεται μια ελληνική κυβέρνηση είναι η πρόβλεψη του μνημονίου, ήδη από τον Ιούλιο 2015, για τη διάθεση 7,6 δισ. ευρώ για αναπλήρωση του λογαριασμού ΔΝΤ στην ΤτΕ (περίπου 740 εκατ. ευρώ) και για «μαξιλάρι» μετά τον Αύγουστο 2018. Κάθε πρόσθετη στήριξη είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η άλλη λεπτομέρεια που διαφεύγει είναι ότι σε κανένα μνημόνιο, καμιάς χώρας δεν υπήρξε πρόβλεψη δημιουργίας «μαξιλαριού» με δάνεια των εταίρων. Η κατάληξη της αγωνιστικής διαπραγμάτευσης ήταν να δοθεί μια τελευταία ευκαιρία στην Ελλάδα. Γενναιόδωρες οι προβλέψεις για τις τράπεζες, γενναιόδωρη η χρηματοδότηση, συν το «μαξιλάρι» – όμως και μακροχρόνια δέσμευση δημόσιας περιουσίας, απαίτηση υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος, αυστηρή παρακολούθηση. Από την 13 Ιουλίου 2015, οι προθέσεις των δανειστών ήταν εμφανείς: Η «υπόθεση Ελλάδα» κλείνει οριστικά τον Αύγουστο 2018 και οι Ελληνες ας πληρώσουν για το πολιτικό τους σύστημα και τις επιλογές τους. Θα κάνουν τη χάρη στον Τσίπρα να εμφανίσει ως «καθαρή έξοδο» την προδιαγεγραμμένη κατάληξη – τη μία από τις δύο οδούς, η άλλη ήταν το καθαρό Grexit.

Οσο είναι εύλογη η καμπάνια του success story α λα Τσίπρα, άλλο τόσο είναι ανεξήγητος ο εγκλωβισμός της αντιπολίτευσης στην «καταγγελία» πως η έξοδος δεν θα είναι καθαρή, πως έχει συνομολογηθεί το επόμενο μνημόνιο. Η πορεία προς την «καθαρή έξοδο» προσθέτει βάρη στους πολίτες, δεσμεύει βαθμούς ελευθερίας και βάζει εμπόδια στην ανάπτυξη. Στην αφήγηση Τσίπρα απαιτείται αντιπαράθεση με αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση. Αξιόπιστη για τους πολίτες και για πιστωτές από τους οποίους πρέπει να διεκδικήσουμε ως χώρα το δίκτυ ασφαλείας που στερεί η «καθαρή έξοδος».

* Ο κ. Γιώργος Προκοπάκης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων, πρώην καθηγητής στο Columbia University.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια