Αποψη: Μέτρα, αντίμετρα και κάτι από Shakespeare

Αποψη: Μέτρα, αντίμετρα και κάτι από Shakespeare

Απασχόλησε πρόσφατα η συζήτηση στο Κοινοβούλιο της νέας σειράς μέτρων που συμφωνήθηκαν με τους εταίρους για θέματα φορολογικής, κοινωνικής, εργατικής κ.ά. πολιτικής. Προεξάρχον θέμα αποτέλεσε η παράλληλη πρόβλεψη του νομοσχεδίου για ορισμένα αντίμετρα που θα εφαρμοστούν, υπό προϋποθέσεις, αλλά και με χρονική υστέρηση έναντι των μέτρων. Κατά την κυβέρνηση, τα αντίμετρα αυτά θα δράσουν αντισταθμιστικά προς αρνητικές συνέπειες της μείωσης των εισοδημάτων που, όπως γενικά αναγνωρίζεται, τα νέα μέτρα θα προκαλέσουν. Οι επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν αφορούν την ορθότητα της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας περί «συνδυαστικά ουδέτερης» τελικής επίπτωσης! Πιστεύουμε ότι θα ήταν χρήσιμο να «φωτιστούν» κάποιες πτυχές της επιχειρηματολογίας αυτής!

Αξίζει να επισημανθεί ότι η συνδυασμένη πρόβλεψη μέτρων και κάποιου τύπου αντιμέτρων δεν είναι τόσο καινούργια, όσο αφήνεται να εννοηθεί! Ηδη από το 1ο μνημόνιο, ο εφαρμοστικός νόμος 3845/10 περιείχε πρόβλεψη για δυνατότητα εφαρμογής ορισμένων αντιμέτρων, χωρίς μάλιστα προϋποθέσεις προηγούμενης έγκρισης από «θεσμούς» και μόνο με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, ύστερα από πρόταση αρμοδίων υπουργών. Ειδικότερα, στο άρθρο 2 (εδάφια 2 και 3) προβλέπονταν ρητά τα εξής: «2. Με προεδρικά διατάγματα … λαμβάνονται έκτακτα μέτρα για την προστασία των ασθενεστέρων οικονομικά στρωμάτων και των ευπαθών κοινωνικών ομάδων, με στόχο την άμβλυνση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων κατά την περίοδο εφαρμογής του προγράμματος …» και «3. … για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας, την ενίσχυση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων … κατά τη διάρκεια εφαρμογής του προγράμματος …». Οι συγκεκριμένες προβλέψεις άφηναν, βέβαια, πολλές πλευρές τους αδιευκρίνιστες (π.χ. πηγές κάλυψης του κόστους τους, οργάνωση της εφαρμογής τους κλπ.).

Η βασική κατεύθυνση πολιτικής από τις κυβερνήσεις όλης της πρόσφατης περιόδου μέχρι και σήμερα ήταν η όσο το δυνατόν ταχύτερη δημοσιονομική προσαρμογή, προκειμένου να μειωθούν τα ελλείμματα του κράτους. Εμφαση δόθηκε στον περιορισμό των κρατικών δαπανών (κυρίως μέσω μείωσης μισθών και επιδομάτων των δημοσίων υπαλλήλων και των συντάξεων), με παράλληλη αύξηση των εσόδων (μέσω αύξησης των συντελεστών άμεσης και έμμεσης φορολογίας). Η «συνταγή» που υιοθετήθηκε θα μπορούσε, σε ιατρικούς όρους, να διατυπωθεί ως: «εντολή για (ταχεία) αφαίμαξη του ασθενούς». Δεν προβλέφθηκε ωστόσο αυτό που η «ιατρική δεοντολογία» θα απαιτούσε! Να συνοδεύεται, δηλαδή, η βασική «εντολή» από πρόβλεψη του τύπου: «… με ταυτόχρονη μέριμνα ώστε να αποφευχθεί σοβαρή βλάβη σε ζωτικές λειτουργίες του»!

Η απουσία ουσιαστικής πολιτικής αντιμέτρων, με πρόβλεψη τρόπου χρηματοδότησής τους και χρονισμού εφαρμογής τους, έγινε, στα χρόνια που μεσολάβησαν, ιδιαίτερα αντιληπτή! Οι δε συνέπειες ήσαν πιο επιβαρυντικές, αν λάβουμε υπόψη ότι, πέραν ενός κρίσιμου σημείου, οι «βλάβες» που εξακολουθούν να προκαλούνται, ανεξάρτητα από ανακοινώσεις προθέσεων για μελλοντικές «θεραπείες αποκατάστασης», δύσκολα θα είναι αναστρέψιμες.

Ποιοι, όμως, είναι οι παράγοντες που θα προσδιορίσουν τη δυνατότητα των αντιμέτρων να αποδώσουν τα αναμενόμενα; Εστιάζοντας σε όσα η κυβέρνηση πρόσφατα ανακοίνωσε, θεωρούμε ότι αυτοί είναι οι εξής:

Πρώτον: Το κόστος ενός «κρίσιμου όγκου» αντιμέτρων, ώστε αυτά να αποδειχτούν αποτελεσματικά. Η εξασφάλιση αποτελεσματικότητας θα απαιτήσει πόρους των οποίων το κόστος θα εξαρτηθεί και από την κατάσταση του «πεδίου» στο οποίο αυτά πρόκειται να επενεργήσουν. Στην περίπτωση που το «πεδίο» αυτό, στην περίπτωσή μας τα ατομικά εισοδήματα και η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων (για να αναφερθούμε μόνο σε ποσοτικοποιήσιμα χαρακτηριστικά), έχει ήδη υποστεί «διάβρωση», το κόστος των αντιμέτρων αυξάνεται, αφού πρώτα θα πρέπει, σε κάποιο βαθμό, η «διάβρωση» αυτή να αποκατασταθεί!

Δεύτερον: Ο τρόπος κάλυψης του κόστους των αντιμέτρων. Επιχειρηματολογήθηκε ότι τα αντίμετρα θα χρηματοδοτηθούν από δημοσιονομικά πλεονάσματα που θα προκύψουν στο αμέσως επόμενο διάστημα. Η υιοθέτηση μιας «ευθυγραμμικής προβολής» των πλεονασμάτων του 2016 δεν θεωρείται ρεαλιστική. Εφαρμογή μιας «ευθέως γραμμικής» προβολής αποτελεί παρακινδυνευμένη μέθοδο πρόβλεψης οικονομικών μεγεθών! Η αξιοπιστία της εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, πολλοί από τους οποίους είναι εκτός του ελέγχου κάθε κυβέρνησης. Εξαρτάται ακόμα από το «επίπεδο εκκίνησης» μεγεθών, όπως τα προσωπικά εισοδήματα και η φοροδοτική ικανότητα, τα οποία προβλέπεται ότι θα είναι, για το 2017, χαμηλότερα από το 2015. Σε περίπτωση που η «εσωτερική χρηματοδότηση», όση δεν θα εξέτρεπε πόρους από άλλες απαραίτητες χρήσεις τους, δεν είναι επαρκής, τότε προκύπτει ανάγκη εξασφάλισης πόρων, είτε με αξιοποίηση νέων πηγών από το εσωτερικό (π.χ. ιδιωτικοποιήσεις) είτε με νέα εξωτερική εισροή πόρων (π.χ. ξένες επενδύσεις, νέα δάνεια).

Τρίτον: Η «στόχευση» και το περιεχόμενο των αντιμέτρων. Αυτά θα πρέπει να «στοχεύσουν», κυρίως, τμήματα της οικονομίας και ομάδες πληθυσμού που χαρακτηρίζονται δυνητικοί, άμεσοι ή έμμεσοι, «προωθητές ανάπτυξης» («growth drivers»). Λόγω των πολλών παραγωγικών διασυνδέσεων με άλλους τομείς και άτομα, «βλάβες» ή ενισχύσεις στους τομείς αυτούς διαδίδονται προς πολλές κατευθύνσεις, παράγοντας πολλαπλασιαστικές, αρνητικές ή θετικές, επιπτώσεις. Χωρίς να παραβλέπεται η ανάγκη αποκατάστασης και εισοδηματικών μειώσεων που έχουν υποστεί «ευπαθείς» ομάδες πολιτών, το πού τελικά θα στοχεύσει η πολιτική αντιμέτρων και πώς θα κατανεμηθούν οι σχετικοί πόροι αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την τελική, άμεση και έμμεση, επίδρασή τους. Εφόσον βέβαια υποθέσουμε ότι αυτό αποτελεί το πραγματικό κριτήριο επιλογών και όχι η προσπάθεια εξασφάλισης άλλου τύπου οφέλους για τους διαμορφωτές της.

Τέταρτον: Ο «χρονισμός εφαρμογής» των αντιμέτρων. Ιδιαίτερα κρίσιμος είναι ο «χρονισμός» εφαρμογής των αντιμέτρων. Επειδή, όπως αναφέρθηκε, οι «διαβρώσεις» επενεργούν με τρόπο σωρευτικό, πέραν ενός σημείου δεν θα είναι εύκολο να αποκατασταθούν! Οποιαδήποτε προσπάθεια αποκατάστασης της συσσωρευμένης ζημιάς και, στη συνέχεια μόνο, βελτίωσης της κατάστασης θα αποδειχθεί χαμηλής μόνο αποτελεσματικότητας, ίσως δε και μάταιη!

Στο σημείο αυτό θα ήταν πιθανώς ενδιαφέρον, ως παιδευτικού χαρακτήρα άσκηση, να αντιστοιχηθούν κάποιοι από τους παραπάνω προβληματισμούς και διλήμματα με την κατάσταση στο παλάτι του Δόγη της Βενετίας, στα τέλη του 16ου αιώνα, κατά την εξέταση της απαίτησης του δανειστή-εμπόρου της Βενετίας, κατά Shakespeare, να εξαναγκαστεί ο ατυχήσας Antonio να υποστεί τους ακραίου χαρακτήρα όρους μιας δανειακής σύμβασης. Ποια θα ήταν, άραγε, η εξέλιξη της υπόθεσης, αν, απροσδόκητα, ο δανειστής αποκάλυπτε ότι στα «ψιλά γράμματα» της δανειακής σύμβασης περιλαμβάνεται πρόβλεψη ότι σε περίπτωση αιμορραγίας (του κρίσιμου στοιχείου του «δράματος») το κόστος αντιμετώπισής της, η χρηματοδότησή του και ο χρονισμός της παρέμβασης αποτελούν υποχρεώσεις… της άλλης πλευράς; Και πώς θα διαμορφώνονταν πλέον τα διλήμματα και οι ευθύνες του δανειολήπτη;

Η αναλογία της υποθετικής αυτής κατάστασης με τα διλήμματα και την κρισιμότητα των αποφάσεων που η κυβέρνηση αντιμετωπίζει, είναι φανερή! Σε κάθε όμως περίπτωση, αποφάσεις πρέπει να ληφθούν, το κόστος τους πρέπει να καλυφθεί (χωρίς να διακινδυνεύσουν άλλες λειτουργίες) και η όποια παρέμβαση θα πρέπει να επιχειρηθεί άμεσα, ώστε ο εξασθενημένος, από κάθε άποψη, «οικονομικός οργανισμός» –δηλαδή η οικονομία στο σύνολό της– να μην υποστεί πρόσθετες, πιθανώς ανεπανόρθωτες, βλάβες!

* Ο κ. Ιωσήφ Χασσίδ είναι τ. καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια