Αποψη: Η ανταγωνιστικότητα έχει βελτιωθεί, ωστόσο απομένει δουλειά

Αποψη: Η ανταγωνιστικότητα έχει βελτιωθεί, ωστόσο απομένει δουλειά

Στο προηγούμενο «Σημείωμα» εξετάσαμε την πορεία του ονομαστικού ΑΕΠ και την εξέλιξη του έμμεσου αποπληθωριστή ΑΕΠ (ή δείκτη τιμών ΑΕΠ), ο οποίος αποτελεί ένα γενικό μέτρο του πληθωρισμού στην ελληνική οικονομία. Στο τέλος είχαμε αναρωτηθεί, εξετάζοντας το «διάνυσμα τιμών» για την Ελλάδα, κατά πόσον έχει βελτιωθεί και τελικά αποκατασταθεί η εξωτερική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Σε αυτή την περίπτωση θα ενισχυόταν η εμπιστοσύνη και θα είχε επιτευχθεί, χάρη στις προσπάθειες που είχαν καταβληθεί στη διάρκεια της ύφεσης, ένας πολύτιμος στόχος.

Η ανταγωνιστικότητα μιας μακροοικονομίας είναι ευρεία έννοια και δεν γίνεται να την παρακολουθήσει κανείς βασιζόμενος σε έναν μόνο δείκτη. Υπάρχουν ορισμένοι δείκτες τους οποίους μπορεί κάποιος να εξετάζει τακτικά και οι οποίοι επιτρέπουν την είσοδο στον κόσμο της ανταγωνιστικότητας. Ενας δείκτης είναι η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο, ένας άλλος είναι οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών, ένας τρίτος κατά πόσον αυξάνεται το μερίδιο αγοράς για τις ελληνικές εξαγωγές, τέταρτος είναι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και κατά πόσον σχηματίζονται με την πάροδο των ετών ημιμόνιμα ελλείμματα ή πλεονάσματα, και ένας πέμπτος δείκτης είναι κατά πόσον καταφέρνει η χώρα να προσελκύει άμεσες ξένες επενδύσεις. Φυσικά υπάρχουν και άλλοι.

Σε προηγούμενα «Σημειώματα» είχαμε διαπιστώσει πως στην Ελλάδα ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας είναι χαμηλός, γεγονός που περιπλέκει τη διαχείριση της ανταγωνιστικότητας και των δημοσίων οικονομικών. Συνεπώς, υπάρχει σημαντικός λόγος να προσπαθήσει κανείς να βελτιώσει την παραγωγικότητα μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν την αποδοτικότητα. Σε αυτό το «Σημείωμα» θα εξετάσουμε τις τιμές στην ευρύτερη διάστασή τους ώστε να διαπιστώσουμε κατά πόσο μας παρέχουν στοιχεία για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και πώς έχει εξελιχθεί. Θα το κάνουμε αυτό συγκρίνοντας πώς ο πληθωρισμός, όπως υπολογίζεται μέσω του έμμεσου αποπληθωριστή ΑΕΠ, έχει μεταβληθεί στη διάρκεια των ετών συγκριτικά με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (στοιχεία από τη Eurostat). Θα παρουσιάσω στοιχεία και για την Ολλανδία, ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση μεταξύ των δύο χωρών.

Μπορούμε να εξετάσουμε δύο χαρακτηριστικά του αποπληθωριστή ΑΕΠ: το επίπεδο των τιμών και τον ρυθμό μεταβολής – τον πληθωρισμό. Η σύγκριση επιπέδων τιμών είναι αξιοσημείωτα δύσκολη υπόθεση, ιδιαίτερα σε μια μακροοικονομία. Μπορούμε να συγκρίνουμε την τιμή του πετρελαίου μεταξύ δύο χωρών διότι αυτή είναι μια σχετικά ομοιογενής πρώτη ύλη. Ενα επίπεδο τιμών για μια μακροοικονομία αποτελεί σχεδόν ακατανόητη έννοια, δεδομένης της πληθώρας προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτει, παρ’ όλα αυτά υπάρχει και μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε ως ένα δείκτη μεταξύ πολλών.

Οταν συγκρίνουμε επίπεδα τιμών πρέπει να προσέξουμε ποια χρονική περίοδο το κάνουμε. Αν η οικονομία βρίσκεται σε φάση εκρηκτικής ανάπτυξης, οι τιμές ενδέχεται να είναι κάπως αυξημένες, οπότε δεν βρίσκονται σε «σταθερή κατάσταση». Αν τις μετρήσουμε σε περίοδο ύφεσης, οι τιμές ενδέχεται να είναι κάπως χαμηλότερες, οπότε πάλι δεν βρίσκονται σε «σταθερή κατάσταση». Συνεπώς πρέπει να εντοπίσουμε μια χρονική περίοδο κατά την οποία η οικονομία αναπτύσσεται λίγο-πολύ με ρυθμό κοντά σε αυτόν του δυνητικού ΑΕΠ και το χάσμα παραγωγής μεταξύ του πού βρίσκεται η οικονομία σε κυκλικούς όρους και σε διαρθρωτικούς όρους είναι μικρό ή ανύπαρκτο. Επιπλέον, χρειάζεται να εντοπίσουμε μια χρονική περίοδο κατά την οποία δεν υπάρχει μεγάλο έλλειμμα ή πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Συνεπώς, πρέπει να ρυθμίζουμε τις μετρήσεις μας για μια περίοδο κατά την οποία η εξωτερική ισορροπία της οικονομίας βρίσκεται σε αξιοπρεπή κατάσταση, χωρίς να υπάρχουν μεγάλες ανισορροπίες που δεν είναι βιώσιμες. Θα αποκαλέσουμε αυτή την περίοδο ή χρονιά «έτος βάσης», από το οποίο θα αρχίσουμε να παρακολουθούμε την εξέλιξη του δείκτη τιμών – του έμμεσου αποπληθωριστή.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η τελευταία χρονική περίοδος κατά την οποία η οικονομία παρουσίαζε σχετικά μικρό χάσμα παραγωγής και ταυτόχρονα μικρή εξωτερική ανισορροπία ήταν γύρω στο 1992-1994 (το χάσμα παραγωγής ήταν γύρω στο 0,5% του δυνητικού ΑΕΠ και το έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ήταν γύρω στο 1,25% του ΑΕΠ – πρόκειται για χαμηλά επίπεδα). Συνεπώς, ορίζω το 1992 ως έτος βάσης για τους υπολογισμούς του έμμεσου αποπληθωριστή ΑΕΠ σε ευρώ (1992=100). Εξετάζοντας τα στατιστικά στοιχεία ανά έτος μπορούμε να υπολογίσουμε τι συνέβη στον έμμεσο δείκτη τιμών για την Ελλάδα στη διάρκεια των ετών (όπως φαίνεται στον επάνω πίνακα του γραφήματος 1).

Για να μπορέσουμε να εξετάσουμε πώς εξελίχθηκαν οι τιμές στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις τιμές στους εταίρους, υπολόγισα επίσης την εξέλιξη του αποπληθωριστή ΑΕΠ για τις 19 χώρες που χρησιμοποιούν το ευρώ και για την Ολλανδία. Επειδή η Ελλάδα είχε ακόμη τη δραχμή ως νόμισμα τη δεκαετία του 1990, προσάρμοσα τον δείκτη τιμών ανάλογα με τον ετήσιο ρυθμό υποτίμησης της δραχμής καθώς είχε υπάρξει και μια μικρή υποτίμηση της δραχμής το 2000 όταν η Ελλάδα έμπαινε στην Ευρωζώνη. Η υποτίμηση της δραχμής σημαίνει πως οι ελληνικές τιμές είναι χαμηλότερες σε ευρώ και συνεπώς ενισχύεται η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας. Μετά την υιοθέτηση του ευρώ η Ελλάδα δεν έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το εθνικό της νόμισμα.

Το γράφημα 1 είναι αποκαλυπτικό. Η Ελλάδα είχε εισέλθει στη δεκαετία του 1990 με πληθωρισμό που ήταν αρκετά υψηλότερος απ’ ό,τι σε άλλες χώρες του ευρώ και συνεπώς το επίπεδο των τιμών αυξήθηκε πολύ ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (κάτω πίνακας). Είναι προφανές πως η υποτίμηση του 2000 διόρθωσε κάπως το επίπεδο των ελληνικών τιμών, όμως μετά την είσοδο στο ευρώ η Ελλάδα εξακολούθησε να έχει υψηλότερο πληθωρισμό από τους εταίρους της. Αν θυμάστε όσα είχαμε αναφέρει σε προηγούμενα «Σημειώματα», την ίδια χρονική περίοδο είχε αυξηθεί πολύ το χάσμα παραγωγής στην Ελλάδα ενώ είχε αυξηθεί δραματικά και το έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών, οπότε συμπεραίνουμε πως και οι τρεις δείκτες, υψηλός πληθωρισμός, μεγάλο θετικό χάσμα παραγωγής και επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της Ελλάδας, ήταν συμβατοί με κατάσταση υπερθέρμανσης της οικονομίας και απώλεια ανταγωνιστικότητας. Τα κέρινα φτερά του Ικάρου είχαν αρχίσει να λιώνουν.

Σε κάποιο βαθμό η μεγάλη οικονομική ύφεση της Ελλάδας ήταν φυσικό φαινόμενο. Οταν κάτι δεν είναι βιώσιμο, πρόκειται να διακοπεί. Οπως και έγινε. Η διαφορά στο επίπεδο τιμών, όπως μετριέται μέσω του δείκτη τιμών του αποπληθωριστή μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης, ανήλθε στο υψηλότερο επίπεδο, πάνω από 21%, το 2010 οπότε άρχισε η προσαρμογή της οικονομίας. Σε διεθνές επίπεδο, μια διαφορά στις εσωτερικές τιμές της τάξης του 21% σε σύγκριση με εμπορικούς εταίρους που χρησιμοποιούν το ίδιο νόμισμα είναι πολύ μεγάλη. Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι υφέσεις είναι φυσικά επεισόδια καθαρισμού. Απομακρύνουν τις υπερβολές της υπερτίμησης και μετά την εκδήλωσή τους η δυνητική ανάπτυξη της οικονομίας και η γενική αίσθηση «ανταγωνιστικότητας» καθορίζονται από την ικανότητα να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο με τιμές που να είναι πιο κοντά σε αυτές των εμπορικών εταίρων.

Συνεχίζοντας τη σύγκριση με την Ελλάδα, τα στοιχεία από την Ολλανδία δείχνουν πως η χώρα πέτυχε να διατηρήσει χαμηλά τις τιμές και το κόστος στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και κάλυψε τα κριτήρια για είσοδο στο ευρώ. Η μικρή αύξηση των τιμών αποτέλεσε πλεονέκτημα για την Ολλανδία μετά την είσοδό της στο ευρώ, διότι οι τιμές συνέκλιναν προς τον μέσο όρο από κάτω, ενώ η Ελλάδα δεν κατάφερε να συγκλίνει μειώνοντας τις τιμές, παρά την υποτίμηση. Επίσης, η Ολλανδία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εμπόριο και δέχτηκε ισχυρό πλήγμα από τη χρηματοπιστωτική κρίση που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ και την αναταραχή που προκάλεσε αυτή στις οικονομίες της Ευρωζώνης. Συνεπώς, για να προστατεύσει την ανταγωνιστικότητά της η Ολλανδία περιόρισε ακόμη περισσότερο, μετά την παγκόσμια κρίση και την ύφεση, την εξέλιξη των τιμών και του κόστους και πλέον η τάση είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Συνεπώς, αν και θα πρέπει να θεωρούμε τόσο ευρύ υπολογισμό μόνο ως ενδεικτικό, μας πληροφορεί σε ικανοποιητικό βαθμό για τις εξελίξεις σε άλλες χώρες όταν αφορά μεγαλύτερη χρονική περίοδο.

Οταν μια βαθιά ύφεση πλήττει μια οικονομία, όπως συνέβη πρόσφατα στην Ελλάδα, η κοινή γνώμη εύλογα αισθάνεται απόγνωση διότι βλέπει θέσεις εργασίας να εξαφανίζονται και το εισόδημα να μειώνεται. Ενδέχεται να μην είναι εξοικειωμένη με τα οικονομικά στατιστικά και η ύφεση προκαλεί αίσθημα απελπισίας και την εντύπωση πως η ύφεση δεν έχει τέλος. Ακριβώς αυτό καθιστά ενδιαφέρουσα την περαιτέρω μελέτη του γραφήματος 1. Αν μια ύφεση είναι το μέσο καθαρισμού που επαναφέρει μιαν οικονομία σε πιο ανταγωνιστική θέση, τότε κάποια στιγμή θα πρέπει να ολοκληρωθεί η διόρθωση τιμών και κόστους σε μία οικονομία. Πότε όμως έρχεται αυτή η στιγμή ή, για να παραφράσω ένα υπέροχο ποίημα του Ρόμπερτ Φροστ: «Πόσα μίλια έχουμε ακόμη μπροστά μας πριν να μπορέσουμε να κοιμηθούμε;».

Το γράφημα δείχνει πως η Ελλάδα εξέρχεται από μια επταετή περίοδο, κατά την οποία ενίσχυε την ανταγωνιστικότητά της καθώς ο πληθωρισμός, όπως μετριέται μέσω του αποπληθωριστή ΑΕΠ, είναι χαμηλότερος από αυτόν της Ευρωζώνης από το 2011 και μετά. Επειδή στις σύγχρονες οικονομίες οι ονομαστικές τιμές υποχωρούν δύσκολα, η προσαρμογή της ανταγωνιστικότητας είναι και αυτή δύσκολη και προκαλεί προβλήματα στην κοινωνία. Το 2017 το χάσμα μεταξύ των τιμών στην Ελλάδα και στην Ευρωζώνη είχε συρρικνωθεί στο 6,75% (από περισσότερο από 21% στο απόγειό του). Πρόκειται για σημαντική πρόοδο. Ταυτόχρονα, δεν έχει ολοκληρωθεί η προσπάθεια, με βάση τα στοιχεία που παρουσιάζονται. Οι σχετικά χαμηλότερες, αλλά ακόμη υψηλότερες σε σύγκριση με την Ευρωζώνη, τιμές στην Ελλάδα ενδέχεται να περιορίσουν την ανάκαμψη της παραγωγής διότι πλήττουν την ανταγωνιστικότητα και ενδέχεται να οδηγήσουν στην επανεμφάνιση μεγάλου ελλείμματος στις τρέχουσες συναλλαγές καθώς επιστρέφει η ζήτηση στο κανονικό της επίπεδο.

Οι συνέπειες για τη χάραξη πολιτικής είναι σαφείς: Η Ελλάδα θα πρέπει να έχει αναθαρρήσει με την έξοδο, τον Αύγουστο του 2018, από την πολύ δύσκολη περίοδο της κρίσης. Ομως δεν έχει το περιθώριο για υψηλές δαπάνες, νέο δανεισμό ή εγκατάλειψη της προσπάθειας για εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Πράγματι, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι το πιο ισχυρό εργαλείο, αν και όχι αυτό που αποδίδει ταχύτερα, ώστε να περιοριστεί η άνοδος των τιμών στην Ελλάδα σε σύγκριση με τους εταίρους της Ευρωζώνης χωρίς να προκληθεί νέο κύμα ανεργίας (επειδή ενισχύεται η αποδοτικότητα της οικονομίας και ενισχύονται οι καθαρές εξαγωγές). Τώρα που αναπτύσσεται και πάλι η ελληνική οικονομία, επιβραδύνεται σημαντικά ο ρυθμός σύγκλισης των ελληνικών με τις τιμές της Ευρωζώνης. Αυτό είναι αναμενόμενο σε κάποιο βαθμό, ωστόσο δεν θα πρέπει να ανατραπεί η πορεία σύγκλισης του αποπληθωριστή ΑΕΠ.

* Ο αρθρογράφος είναι ανεξάρτητος οικονομολόγος.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια