Αποψη: Ενα δηλητηριώδες πλεόνασμα

Αποψη: Ενα δηλητηριώδες πλεόνασμα


Τα χρόνια της κρίσης, το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε περίπου κατά 24%. Ομως τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από το 25,5% στο 28,6%. Αυτό σημαίνει ότι οι φορολογούμενοι έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη, πληρώνοντας βαρύτατους φόρους.

Σε πολλές προεκλογικές περιόδους κατά το παρελθόν κυριάρχησε το σύνθημα «λεφτά υπάρχουν». Ολοι οι νουνεχείς παραδέχονται ότι αυτό έκανε ζημιά στον τόπο. Δημιούργησε προσδοκίες ότι η οικονομία είχε καλύτερες προοπτικές και απενοχοποίησε τη σπατάλη του πολιτικού συστήματος και των διαφόρων προσοδοθηρικών ομάδων υποθηκεύοντας το μέλλον της χώρας.

Σήμερα, το καταστροφικό σύνθημα επαναλαμβάνεται. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός δήλωσε πρόσφατα στη ΔΕΘ «…δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει, η οικονομία πάει καλά (…) κάθε χρόνο υπερβαίνουμε τους στόχους που έχουμε θέσει».

Ας εξετάσουμε όμως εάν όντως ευσταθούν οι ισχυρισμοί του πρωθυπουργού. Εάν δηλαδή με τον τρόπο που επιτεύχθηκε η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων ωφελεί ή ζημιώνει την οικονομία. Εμείς, αντιθέτως, ισχυριζόμαστε ότι η επίτευξη πρωτογενούς υπερπλεονάσματος όχι μόνο δεν είναι αρκετή για να υπάρξει ανάπτυξη αλλά και εξαιτίας του τρόπου που επιτεύχθηκε, αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες της ύφεσης στην οποία περιήλθε η οικονομία.

Πιο συγκεκριμένα, για την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, η κυβέρνηση δεν εκτελεί σωστά τον κρατικό προϋπολογισμό, καθυστερώντας για μήνες ή χρόνια την καταβολή των επικουρικών συντάξεων, των κύριων συντάξεων, των εφάπαξ, των επιστροφών φόρων, των οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες, ενώ περικόπτει δραστικά το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Εάν αντιστοιχίσουμε αριθμούς δίπλα από κάθε πηγή καθυστέρησης ή περικοπής, τότε το πρωτογενές πλεόνασμα θα ήταν σημαντικά συρρικνωμένο.

Εξάλλου, η ρευστότητα η οποία συσσωρεύεται στα ταμεία του κράτους δεν είναι αποτέλεσμα δημιουργίας νέου πλούτου αλλά μεταφοράς πλούτου από την παραγωγική οικονομία στο κράτος. Το 2009 είχαμε πρωτογενές έλλειμμα ύψους 24,3 δισ. ευρώ με ΑΕΠ περίπου 235 δισ. ευρώ. Το 2018 με 180 δισ. ευρώ ΑΕΠ θα έχουμε 7,5 δισ. ευρώ πρωτογενές πλεόνασμα. Δηλαδή η δημοσιονομική προσαρμογή των 31 δισ. ευρώ κόστισε στην ελληνική οικονομία σχεδόν 55 δισ. ευρώ. Τα χρόνια της κρίσης το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε περίπου κατά 24%. Ομως τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από το 25,5% στο 28,6%. Αυτό σημαίνει ότι οι φορολογούμενοι έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη, πληρώνοντας βαρύτατους φόρους. Πολύ γρήγορα οι καταθέσεις έγιναν φόροι. Τα κρατικά πλεονάσματα δημιούργησαν ιδιωτικά ελλείμματα. Το ιδιωτικό χρέος αυξήθηκε με αλματώδεις ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, τόσο σε ονομαστικό μέγεθος όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, και τείνει πλέον να πλησιάσει τα μεγέθη του δημοσίου χρέους. Οσο το διαθέσιμο εισόδημα συνεχώς συρρικνώνεται λόγω της αδύναμης ανάκαμψης, της ανεργίας και της εξοντωτικής υπερφορολόγησης, τόσο καθίσταται προβληματική η μερική έστω εξυπηρέτηση του ιδιωτικού χρέους. Ολοι οι διεθνείς οργανισμοί αναδεικνύουν τη χώρα μας σε παγκόσμια «πρωταθλήτρια υπερφορολόγησης».

Η κυβέρνηση επαίρεται για τα υπερπλεονάσματα, ενώ θα έπρεπε να κάνει το ακριβώς αντίθετο, γιατί αυτά με τον τρόπο που επιτυγχάνονται αποτελούν «δηλητήριο» και όχι «φάρμακο» για την οικονομία. Το κράτος απομυζά όλη τη ρευστότητα της πραγματικής οικονομίας. Είναι μοιραίο λάθος –μεγαλύτερο ίσως ακόμη κι από την άφρονα διαχείριση του πρώτου εξαμήνου του 2015– η κυβέρνηση να μεταδίδει το λανθασμένο μήνυμα ότι «λεφτά υπάρχουν», δημιουργώντας την ανησυχία στις αγορές ότι θα ανατραπούν η δημοσιονομική πολιτική και οι λίγες «κολοβές» μεταρρυθμίσεις που έγιναν. Ετσι ο πολιτικός κίνδυνος αυξάνεται και τα επιτόκια δανεισμού ανεβαίνουν στα ύψη. Οσο επικρατούν αυτές οι συνθήκες, η χώρα θα είναι αποκλεισμένη από τις αγορές και εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο λιτότητας με ανεπαρκείς ρυθμούς ανάπτυξης.

* Ο κ. Τάσος Αβραντίνης είναι πρόεδρος του Ινστιτούτου Δημοσιονομικών Μελετών και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ΚΕΦΙΜ.

** Ο κ. Παναγιώτης Λιαργκόβας είναι καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, μέλος του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Δημοσιονομικών Μελετών και μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του ΚΕΦΙΜ.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια