Αποψη: Για την είσοδο της οικονομίας σε έναν ενάρετο κύκλο

Αποψη: Για την είσοδο της οικονομίας σε έναν ενάρετο κύκλο

Γ​​ια πολλές δεκαετίες στην ελληνική οικονομία η εσωτερική ιδιωτική και δημόσια ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες ξεπερνάει το παραγόμενο εθνικό προϊόν, με αποτέλεσμα η χώρα να εμφανίζει συνεχή και σημαντικά εξωτερικά ελλείμματα. Τα τελευταία προσθέτουν στη συνεχή χειροτέρευση της διεθνούς επενδυτικής θέσης της Ελλάδας, δηλαδή στη διαφορά ανάμεσα στις διεθνείς της απαιτήσεις και υποχρεώσεις, τροφοδοτώντας έναν αυξανόμενο εξωτερικό δανεισμό, ο οποίος οδήγησε στη μεγάλη οικονομική κρίση που βιώνουμε σήμερα. Για να «γυρίσει» η οικονομία μας σε έναν ενάρετο κύκλο κατά την αναπτυξιακή της πορεία, χρειάζεται να επιτυγχάνει θετικό εξωτερικό ισοζύγιο το οποίο με τη σειρά του θα καταστήσει την εσωτερική ζήτηση μικρότερη του παραγόμενου εθνικού προϊόντος, και θα συντελέσει ώστε η χώρα να φθάσει σταδιακά σε οικονομική σταθερότητα. Χρειάζεται συνέπεια σε αυτόν τον μείζονα οικονομικό στόχο· είθε όλοι, Πολιτεία, παραγωγικές τάξεις, καταναλωτές, να συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητά του, να τον ανακηρύξουν επιδίωξη ύψιστης σημασίας και να προχωρήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση.

Η χώρα ύστερα από δύσκολα χρόνια προχωράει σε θετικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, ελπίζοντας σε περαιτέρω ενδυνάμωσή τους. Oμως, αυτό που αξίζει να διασφαλιστεί αυτή τη φορά, είναι η οικονομική ανάπτυξη να μην είναι εύθραυστη, να μη θέτει δηλαδή σε κίνδυνο την οικονομική σταθερότητα, να είναι τέτοια που να συνεισφέρει στη γνήσια ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Εναυσμα γι’ αυτές τις σκέψεις αποτελεί η καλοδεχούμενη δυναμική εξέλιξη του τουριστικού τομέα της χώρας, ο οποίος δείχνει να προχωράει δυνατά από χρονιά σε χρονιά και να θεωρείται από παντού ως «ατμομηχανή» της ανάπτυξης. Δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε κάτι τέτοιο, το αντίθετο μάλιστα, αν και θα ήταν χρήσιμη μια πιο ισόρροπη ανάπτυξη του τουρισμού σε όλη τη χώρα με περισσότερα τουριστικά αεροδρόμια.

Αξίζει ωστόσο να εστιάσουμε την προσοχή μας σε κάτι πολύ σημαντικό. Συγκεκριμένα, η αυξανόμενη τουριστική ζήτηση που επέρχεται είναι αναγκαίο και χρήσιμο να συνδυάζεται με την πολυδιάστατη ανάπτυξη της εθνικής μας οικονομίας, αντί για τη σε μεγάλο βαθμό υποκατάστασή της στις τουριστικές δραστηριότητες. Διαφορετικά, δεν θα μπορούσε μάλλον να εξυπηρετηθεί αποτελεσματικά ο πιο πάνω μείζων στόχος, ενώ δεν αποκλείεται και η συνέχιση της παρουσίας σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, ως αποτέλεσμα της για μία ακόμη φορά υπεροχής της εσωτερικής ζήτησης έναντι του παραγόμενου εθνικού προϊόντος. Για να γίνουμε πιο σαφείς, μελέτες στο παρελθόν έδειξαν ότι τα έσοδα που αποκομίζει η χώρα από τον τουρισμό εξισώνονταν ή ήταν μικρότερα των εισαγωγών που ελάμβαναν χώρα για την εξυπηρέτηση του τουρισμού, κάθε έτος. Είναι γι’ αυτό αναγκαίο, τα αγαθά και οι υπηρεσίες που απορρέουν από την τουριστική ζήτηση να καλύπτονται από την εγχώρια παραγωγή, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

Στο πλαίσιο αυτό μάλιστα, ο τουρισμός καθίσταται μεγαλύτερη ευλογία για τους παραγωγούς της χώρας αφού η ζήτηση για τα προϊόντα τους είναι πλησίον τους, με μικρότερο κόστος προώθησης. Ακούμε, για παράδειγμα, ότι φέτος ο τουρισμός στην Κρήτη διπλασιάστηκε κρίνοντας από τον διπλασιασμό ενοικιάσεων αυτοκινήτων, χωρίς να ρωτάμε στη συνέχεια από πού έρχονται αυτά τα επιπρόσθετα αυτοκίνητα, όπως και άλλα παρελκόμενα ή προϊόντα. Σε τι βαθμό είναι εγχώρια τα ζητούμενα προϊόντα; Καθίσταται προφανές ότι η κάλυψη της τουριστικής ζήτησης σε αγαθά και υπηρεσίες, αλλά και κάθε μορφής ζήτησης, πρέπει να επιδιωχθεί ώστε να επιτελείται σε μεγάλο βαθμό από τον πρωτογενή – αγροτικό και δευτερογενή (μεταποίηση – ενέργεια – κατασκευές) τομέα της χώρας μας.

Είναι αυτοί οι τομείς που θα πρέπει ταυτόχρονα να αναπτυχθούν ώστε να επέλθει ο παραπάνω επιθυμητός οικονομικός στόχος. Στο θέμα αυτό, όμως, τα αποτελέσματα εξελίσσονται απογοητευτικά, καθώς για πολλά χρόνια η ελληνική οικονομία βιώνει μια βαθιά διαρθρωτική κρίση, μετασχηματιζόμενη σε μια προβληματική, καθόλου ανθεκτική δομή. Αρκεί να εστιάσει κάποιος στον πίνακα σχετικό με τη διαχρονική συμβολή του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα στο εθνικό προϊόν της χώρας.

Η πορεία της συμμετοχής τους από 25% και 15% το 1980 έφθασε σήμερα στο 3% και 6%, αντιστοίχως. Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, καθιστά δύσκολη την επιτυχία της χώρας για σταθερή οικονομική ανάπτυξη. Μάλιστα, ας ευχηθούμε ο δυναμικά αναπτυσσόμενος τουρισμός να μη χειροτερεύσει αυτούς τους τομείς και την εξωτερική μας θέση, μακροπρόθεσμα, αντί για το αντίθετο. Η προσπάθεια λοιπόν πρέπει να είναι για την αναζωογόνηση, την ανάκαμψη της γεωργίας, της βιομηχανίας, της μεταποίησης και της ενέργειας, ώστε να καλύπτονται σε μεγαλύτερο βαθμό και ανταγωνιστικά οι καταναλωτικές ανάγκες από εγχώρια προϊόντα. Αξίζει μια προσπάθεια, μια συστράτευση προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να στηριχθεί, να ενισχυθεί ποικιλοτρόπως, να χρηματοδοτηθεί, να αμβλυνθούν εμπόδια και αντικίνητρα, η περαιτέρω ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα.

Ας σημειωθεί ότι, σήμερα, ο πρωτογενής τομέας με μόλις 3% συμμετοχή στο εθνικό προϊόν συμμετέχει κατά 18% στις συνολικές εξαγωγές της χώρας, που δείχνει τη δυναμική που μπορεί να επιτευχθεί σε παραγωγή, εξαγωγές και υποκατάσταση εισαγωγών από τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Ετσι η χώρα μπορεί να αναπτυχθεί δυναμικά και σταθερά, μάλιστα τώρα και με τη δυναμική του τουριστικού τομέα, ενώ ταυτόχρονα θα αποφευχθεί η «μονοκαλλιέργεια» του τουρισμού, η οποία πέραν της εγγενούς αστάθειάς της θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα μας και σε φαινόμενα δυαδικής οικονομίας, όπου ένα τμήμα του πληθυσμού έχει έσοδα και ευημερεί, ενώ το υπόλοιπο περνάει δύσκολες ημέρες.

* Ο κ. Παναγιώτης Αλεξάκης είναι καθηγητής Οικονομικών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια