Αποψη: Αναδιανομή προς τα πάνω, με σφραγίδα ΣΥΡΙΖΑ, στα ταξί

Αποψη: Αναδιανομή προς τα πάνω, με σφραγίδα ΣΥΡΙΖΑ, στα ταξί

Πριν από λίγες μέρες ψηφίστηκε ένα νομοσχέδιο για τα ταξί, που απαγόρευσε ουσιαστικά την Uber στην Ελλάδα και δυσχεραίνει γενικά τη λειτουργία εφαρμογών ηλεκτρονικής μίσθωσης. Ελάχιστο χρόνο πήρε στην αγορά να πιάσει το νόημα: η τιμή μιας άδειας κίτρινου ταξί στην Αθήνα ανέβηκε ευθύς, κατά τα φαινόμενα, κάπου 10 χιλιάδες ευρώ. Και τι σας νοιάζει, αν δεν θέλετε να αγοράσετε ταξί; Κι όμως, η άνοδος της τιμής των αδειών καθρεφτίζει το γεγονός ότι σχεδόν κάθε άνθρωπος που κινείται στην Ελλάδα θα έχει άμεση ζημιά. Η όλη ιστορία συμβολίζει μάλιστα με εντυπωσιακό τρόπο τις αντιφάσεις και την υποκρισία των οπισθοδρομικών που δεκαετίες τώρα, στο όνομα της προοδευτικής ευαισθησίας, εμποδίζουν την Ελλάδα να αναπτύξει λειτουργική, πλούσια, και τελικά δίκαιη οικονομία.

Απαγορεύοντας τα Uber λοιπόν, η κυβέρνηση μετέφερε με μία υπογραφή χρήματα από τις τσέπες καταναλωτών και οικονομικά αδύναμων, στις τσέπες ιδιοκτητών ακριβών αδειών. Δεν είναι η πρώτη φορά που κυβέρνηση υποκύπτει σε συντεχνιακές πιέσεις – φημίζονται οι Ελληνες πολιτικοί για τη μανία να παίρνουν χρήματα από τους πολίτες για να τα μοιράζουν στους πελάτες (εκλογικούς. βεβαίως). Το ασυνήθιστο όμως είναι το θράσος και η υποκρισία της κυβέρνησης από τη μία, αλλά και από την άλλη πόσο ξεκάθαρη είναι η ζημιά για όλους μας.

Σύμφωνα με στοιχεία από ανεξάρτητη επιστημονική έρευνα (στη διάθεση της εφημερίδας), μια διαδρομή με κίτρινο ταξί στην Αθήνα σε ώρες εργασίας κοστίζει κάπου 10% περισσότερο από ό,τι με Uber. Την νύχτα, μετά τις 12, η επιπλέον επιβάρυνση με κίτρινο ταξί αγγίζει το 100%! Η κυβέρνηση, με λίγα λόγια, αποφάσισε να αυξήσει το κόστος των μετακινήσεων 10 – 100%, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Και δεν υπολογίζουμε καν την ευκολία και ανώτερες υπηρεσίες που προσφέρουν, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, τα Uber.

Πόσο είναι το συνολικό κόστος σε καθαρό χρήμα που θα πληρώσουμε όλοι μας τα επόμενα χρόνια; Μία καλή εκτίμηση προκύπτει, όπως είπα, από την τιμή της άδειας των ταξί.

Οπως η τιμή μιας μετοχής ή ενός ακινήτου εμπεριέχει τα εκτιμώμενα μελλοντικά έσοδα του ιδιοκτήτη, έτσι ακριβώς και η άδεια των ταξί διαμορφώνεται στην αγορά από την εκτίμηση των συμμετεχόντων σε αυτήν για τα καθαρά κέρδη που θα βγάλει στο μέλλον ο ιδιοκτήτης μιας άδειας. Με άλλα λόγια, η τιμή της άδειας ταξί καθρεφτίζει άμεσα την αξία της μονοπωλιακής δύναμης που παρέχει το κράτος στους αδειούχους ταξί.

Οταν το κράτος αυξάνει τον αριθμό των αδειών, μειώνεται η μονοπωλιακή δύναμη των ταξί και πέφτει η τιμή μιας άδειας. Οσο το κράτος συγκρατεί τον αριθμό αδειών υπερβολικά περιορισμένο, εκτοξεύεται η τιμή της άδειας. Η δυσκολία να βρεις ταξί στους δρόμους της Αθήνας του 2008, εξαιτίας της κρατικής ολιγωρίας, καθρεφτιζόταν σε αστρονομικές τιμές της άδειας, στα 250 ή και 300 χιλιάδες ευρώ (που ας σημειωθεί δεν δηλώνονται ποτέ, εξαιτίας της κυβερνητικής απροθυμίας να επιβάλλει κεντρική δημοπρασία αγοραπωλησίας αδειών).

Από το 2008 έως σήμερα η ζήτηση για τα ταξί έπεσε δραστικά, και αντίστοιχα τα καθαρά έσοδα των ταξί, με αποτέλεσμα σημαντική πτώση της τιμής μιας άδειας στα 80 χιλιάδες ευρώ. Η γενική οικονομική καχεξία σίγουρα συντελεί στη μείωση ζήτησης, αλλά καθοριστικό ρόλο παίζει (όπως εξηγήσαμε σε προηγούμενο άρθρο στην «Κ», 31.07.2017) η παράλογη και μυωπική άρνηση των συντεχνιών να προσαρμοστούν και να μειώσουν τις τιμές των υπηρεσιών τους.

Σε αντίθεση με κάθε σχεδόν άλλο κλάδο της ελληνικής οικονομίας, από γιατρούς και δικηγόρους, έως μπαρ και εστιατόρια, τα ταξί κράτησαν τις τιμές που ζητάνε (με κρατική επιβολή, θυμίζω!) στα δυσθεώρητα ύψη της εποχής της αστακομακαρονάδας. Αν κάποιος σήμερα ζητούσε για ένα κατάστημα στο Κολωνάκι τα ενοίκια που ζητούσε το 2008, θα έμενε με άδειο κατάστημα και άδειες τσέπες. Ετσι ακριβώς και τα ταξί, λόγω υπερβολικών κομίστρων, κάθονται άπραγα σε τεράστιες ουρές, σε νόμιμες και παράνομες πιάτσες.

Ο ερχομός της Uber στην Ελλάδα προσέφερε σε όλους μας μια εναλλακτική, να αποφύγουμε τις κακές υπηρεσίες και κάκιστες τιμές των κίτρινων ταξί. Ταυτόχρονα, η εταιρεία προσέφερε σε νέες και νέους Ελληνες μια διέξοδο από την ανεργία.  Η κυβέρνηση όμως, αντί να απαλλάξει τα κίτρινα ταξί από τα δεσμά των υπερβολικών κομίστρων για να γίνουν ανταγωνιστικά, ή εν ανάγκη να νομοθετήσει άνοδο των κομίστρων του Uber, το έκλεισε εντελώς, επιβάλλοντας παράλογους αναποτελεσματικούς περιορισμούς. Προτίμησε έτσι να ακούσει τους πιο ανορθολογικούς εκπροσώπους των συντεχνιών, αντί για τους καταναλωτές ή τους ανέργους.

Η άνοδος της τιμής της άδειας κατά τουλάχιστον 10 χιλιάδες ευρώ (άγνωστο το ακριβές ποσό, χάρη στην ανομία της αγοράς), με το που πέρασε στη Βουλή η απαγόρευση της Uber, σημαίνει μια μετακίνηση 10 χιλιάδων ευρώ καθαρού κέρδους προς κάθε κάτοχο άδειας. Δεδομένου ότι υπάρχουν κάπου 15.000 άδειες ταξί στην Αθήνα, μεταφέρονται ίσως 150 εκατομμύρια ευρώ καθαρού κέρδους. Μια και το κέρδος των ιδιοκτητών ταξί είναι μικρό ποσοστό των συνολικών εσόδων τους, μιλάμε για πολλαπλάσια μεικτά χρήματα που χάνουν οι συντελεστές της αγοράς της Uber. Και μια και η ίδια η Uber χάνει χρήματα σε κάθε διαδρομή διεθνώς, λογικά μένουν μόνο καταναλωτές, οδηγοί και τα «τουριστικά γραφεία» που τους προσλαμβάνουν, να μαζέψουν τα σπασμένα. Εμείς πληρώνουμε, κάποιοι λίγοι πανηγυρίζουν. Διόλου άσχημο κατόρθωμα για πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση που «νοιάζεται για τους αδύναμους».

* Ο κ. Σωτήρης Γεωργάνας είναι αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών, City University Λονδίνου.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια