Ανταλλάγματα για να δώσουν προσωπικά δεδομένα ζητούν οι καταναλωτές

Ανταλλάγματα για να δώσουν προσωπικά δεδομένα ζητούν οι καταναλωτές


43% των καταναλωτών δηλώνουν ότι ενοχλούνται όταν η προώθηση γίνεται μέσω των social media, καθώς αισθάνονται ότι κάποιος τους παρακολουθεί.

Σημαντική απόσταση έχουν ακόμη να διανύσουν οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, προκειμένου η αξιοποίηση των προσωπικών δεδομένων των καταναλωτών να τους αποφέρει πωλήσεις και κέρδη, χωρίς την ίδια ώρα να τίθεται σε κίνδυνο η εμπιστοσύνη προς αυτές από ενδεχόμενη μη ορθή διαχείριση των στοιχείων που διαθέτουν. Αυτό είναι το γενικό συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνα που πραγματοποίησαν οι εταιρείες Client IQ και Focus Bari για τη σχέση των Ελλήνων καταναλωτών με τα προσωπικά δεδομένα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα, την πρώτη πανελλαδικά που ασχολείται με αυτό το αντικείμενο, τέσσερις μήνες μετά την εφαρμογή του νέου πανευρωπαϊκού κανονισμού προστασίας προσωπικών δεδομένων (γνωστού ευρέως με τα αρχικά GDPR), εννέα στους δέκα καταναλωτές πιστεύουν ότι οι εταιρείες δεν αξιοποιούν καθόλου ή αρκετά τα δεδομένα που λαμβάνουν με σκοπό να παρέχουν προσωποποιημένη πληροφόρηση και εξυπηρέτηση. Η επαναλαμβανόμενη αποστολή μηνυμάτων γενικού περιεχομένου τελικά αποφέρει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, με τον καταναλωτή να σβήνει τα sms ή τα mails χωρίς καν να τα διαβάζει ή να φτάνει ακόμη και στο σημείο να «τιμωρεί» μια εταιρεία σταματώντας να αγοράζει αγαθά ή υπηρεσίες από αυτήν. Αλλωστε, οι δύο κυριότεροι λόγοι που οι καταναλωτές εμφανίζονται διατεθειμένοι να δίνουν τα προσωπικά δεδομένα τους (στοιχεία επικοινωνίας, δημογραφικά στοιχεία, στοιχεία καταναλωτικής συμπεριφοράς, ενδιαφέροντα και προτιμήσεις, οικονομικά και επαγγελματικά στοιχεία) είναι τα προγράμματα επιβράβευσης και οι εκπτώσεις – προσφορές για επόμενες αγορές. Σε ποσοστό 78% οι καταναλωτές αναμένουν να λαμβάνουν μηνύματα ή προσφορές που τους ενδιαφέρουν και το 72% προσδοκά να λαμβάνει προσωποποιημένη εξυπηρέτηση. Μάλιστα, το 83% δηλώνει ότι ενοχλείται από τη μη προσωποποίηση των προσφορών από τις εταιρείες στις οποίες έχει δώσει τα στοιχεία του και το 61% αναφέρει ότι ενοχλείται όταν δεν λαμβάνει προσωποποιημένη εξυπηρέτηση.

Αν και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει τουλάχιστον έναν ενεργό λογαριασμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αυτά αποδεικνύεται ότι δεν προσφέρονται για την προώθηση προϊόντων. Το 43% των καταναλωτών δηλώνει ότι ενοχλείται όταν η προώθηση γίνεται μέσω των social media, καθώς αισθάνεται ότι κάποιος το παρακολουθεί και μόλις ένα 18% δηλώνει ότι αυτή η πρακτική τού αρέσει. Το 39% δηλώνει ότι αδιαφορεί για τις εν λόγω στρατηγικές μάρκετινγκ. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι οι εταιρείες δαπανούν πολλά χρήματα για προώθηση των προϊόντων τους στα social media.

Παρά τη μεγάλη διείσδυση του Διαδικτύου, η προσωπική επαφή διατηρεί την ισχύ της, καθώς το 57% των καταναλωτών θεωρεί πιθανό ή πολύ πιθανό να χορηγήσει προσωπικά δεδομένα εάν του ζητηθεί από το προσωπικό του καταστήματος. Το αντίστοιχο ποσοστό στην περίπτωση του sms είναι μόλις 11%.

Τέλος, αν και 9 στους 10 δήλωσαν ενήμεροι για τον GDPR, εκτιμάται ότι κάτω από 10% απάντησε σε mails και sms που έστειλαν οι εταιρείες ζητώντας εκ νέου τη συναίνεση των καταναλωτών για χρήση των δεδομένων τους.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια