Αναπτυξιακή πολιτική ζητούν οι οικονομολόγοι

Αναπτυξιακή πολιτική ζητούν οι οικονομολόγοι


Χθες, παρουσιάστηκε η έκθεση του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας για τον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς.

Ερωτήματα για την επίτευξη των στόχων του προϋπολογισμού του 2018 και ανησυχίες για την ευρύτερη αναπτυξιακή προοπτική της χώρας διατύπωσαν, χθες, καθηγητές πανεπιστημίου και άλλοι οικονομολόγοι, κατά την παρουσίαση έκθεσης του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας για τον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς.

«Η ανάλυση των δημοσιονομικών μεγεθών δείχνει ότι συνεχίζονται οι περιοριστικές πολιτικές των προηγούμενων ετών», σχολίασε ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Κωνσταντίνος Κόλλιας, προσθέτοντας ότι είναι σημαντικό το 2018 να είναι η τελευταία χρονιά που θα συμβεί κάτι τέτοιο και στο εξής να ψηφίζονται προϋπολογισμοί αναπτυξιακού χαρακτήρα.

Ο καθηγητής του ΕΚΠΑ Παναγιώτης Πετράκης μίλησε για τον κίνδυνο μιας μεσομακροπρόθεσμης παγίδας ανάπτυξης. Ο ίδιος εκτίμησε ότι φέτος ο ρυθμός ανάπτυξης αντί του 1,6% που προβλέπει η κυβέρνηση, θα κυμανθεί μεταξύ 1% και 1,4%, με περισσότερες πιθανότητες να κινηθεί στο κάτω άκρο. Εφαρμόζοντας το μοντέλο Oxford Economics προβλέπεται ρυθμός ανάπτυξης 1,07% για το 2017, 2,29% για το 2018, 0,93% για το 2019 και 1,40% για το 2020, ενώ στη συνέχεια αυξάνεται, φτάνοντας στο 2,7% το 2022. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την ενστικτώδη αντίδραση της οικονομίας μετά τη συμπίεση του μνημονίου. Μετά το 2022, όμως, σημειώνει ο κ. Πετράκης, η οικονομία εισέρχεται σε υποτονική αναπτυξιακή περίοδο, μια μεσομακροπρόθεσμη παγίδα ανάπτυξης. Ο ίδιος εξήγησε ότι αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι δεν έχει αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας, που βασίζεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση. «Απαιτείται ευρύτερος ανασχεδιασμός της οικονομικής πολιτικής και σε βάθος αναγνώριση των προβλημάτων», τόνισε.

Για μια «προϊούσα φορολογική κόπωση», όπως προκύπτει από την υστέρηση των εσόδων του προϋπολογισμού του 2017, μίλησε ο καθηγητής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Ευάγγελος Δρυμπέτας, σημειώνοντας ότι αυτή δεν αποτυπώνεται στον προϋπολογισμό του 2018, «γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα σημαντικών και επικίνδυνων αποκλίσεων». Ο ίδιος χαρακτήρισε ιδιαίτερα φιλόδοξο τον στόχο για αύξηση επενδύσεων 12% το 2018.

Ερωτήματα για την επίτευξη του ανωτέρω στόχου αύξησης των επενδύσεων διατύπωσε και ο αναπληρωτής καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Βασίλειος Πολυμένης. Ο ίδιος επισήμανε επίσης ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα δεν επιτρέπουν να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές, που είναι απαραίτητες για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Ο καθηγητής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Διονύσιος Χιόνης τόνισε ότι η επίτευξη θετικών ρυθμών ανάπτυξης το 2018 είναι εξίσου σημαντική με τη δημοσιονομική σταθεροποίηση. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντική η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και των δημοσίων επενδύσεων. Η ιδιωτική κατανάλωση, όπως τόνισε ο κ. Χιόνης, συνεισφέρει το 45-50% του ΑΕΠ. Η ενίσχυσή της, όμως, προϋποθέτει αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και ιδίως εκείνου του τμήματος με τη μεγαλύτερη ροπή στην κατανάλωση. Αλλά και για τις δημόσιες επενδύσεις είπε ότι βρίσκονται σε ιστορικό χαμηλό.

Η έκθεση του Επιμελητηρίου περιέχει, επίσης, εισηγήσεις των κ. Ιωάννη Ντόκα, επίκουρου καθηγητή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Σταμάτη Κώντσα, επιστημονικού συνεργάτη ΑΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, Παναγιώτη Μιχαηλίδη, αναπληρωτή καθηγητή ΕΜΠ, Θωμά Πουφινά, λέκτορα Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Φώτη Μητρόπουλου και Αντώνη Σαραντίδη, υποψήφιων διδακτόρων στο Δημοκρίτειο και στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο αντίστοιχα και Βασίλη Ζουμπουλίδη, επιστημονικού συνεργάτη του Δημοκρίτειου.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια