Άποψη: Να πούμε «όχι» σε ένα και καταδικασμένο μοντέλο συνταξιοδότησης

Άποψη: Να πούμε «όχι» σε ένα και καταδικασμένο μοντέλο συνταξιοδότησης

Τ​​ο συνταξιοδοτικό βρίσκεται τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα τα χρόνια της κρίσης, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Οι κανόνες ανατρέπονται για πολλοστή φορά, και σίγουρα, αυτή δεν θα είναι η τελευταία. Ευθύνη των ειδικών είναι να πουν την αλήθεια για το συνταξιοδοτικό, και η αλήθεια είναι ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας μας πρέπει να αλλάξει γρήγορα και ριζικά. Οι αιτίες που δημιούργησαν το πρόβλημα είναι πολλές και πλέον γνωστές.

• Τα υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης.

• Ο κατακερματισμός του συστήματος.

• Οι χαριστικές ρυθμίσεις.

• Οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις.

• Η εισφοροδιαφυγή και η αδήλωτη εργασία.

• Η οικονομική κρίση και η ανεργία.

• Το PSI.

Τέλος, κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι ιδιαίτερα πιεστικές δημογραφικές εξελίξεις.

Στην Ελλάδα τού σήμερα ο πληθυσμός συρρικνώνεται καθώς οι γεννήσεις μειώνονται σε επίπεδο χαμηλότερο των θανάτων, η μετανάστευση των νέων αυξάνεται, το προσδόκιμο ζωής μεγαλώνει και κατά συνέπεια είναι αναπόφευκτο οι πληθυσμιακές ομάδες σε υψηλότερες ηλικίες να αυξάνονται, ενώ τα χαμηλότερα επίπεδα ηλικιών να μειώνονται διαρκώς.

Σε αυτό το πλαίσιο τα συνταξιοδοτικά συστήματα που βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στην κοινωνική ασφάλιση και στο αναδιανεμητικό σύστημα είναι εξαιρετικά εκτεθειμένα, αφού η ομάδα των εργαζομένων δεν θα μπορεί πλέον να χρηματοδοτεί τη συνεχώς αυξανόμενη αριθμητικά ομάδα των συνταξιούχων.

Στη χώρα μας η σχέση εργαζομένων προς συνταξιούχους ήταν ήδη προβληματική, επιδεινώθηκε όμως δραματικά στα χρόνια της κρίσης.

Επίσης, λόγω της μεγαλύτερης μείωσης των μισθών σε σχέση με τις συντάξεις, απαιτούνται σήμερα οι εισφορές δέκα εργαζομένων για να χρηματοδοτήσουν τη σύνταξη ενός συνταξιούχου. Δυστυχώς όμως έχουμε μόνο 1,27 εργαζόμενους για κάθε έναν συνταξιούχο.

Ολα αυτά συνθέτουν μια τραγική πραγματικότητα, έναν φαύλο κύκλο αύξησης φόρων και εισφορών από τη μία πλευρά και μείωσης των συντάξεων από την άλλη.

Είναι ενδεικτικό ότι μόνο κατά την περίοδο 2000-2015 το κράτος συνεισέφερε στα Ταμεία ένα ποσό της τάξης των 220 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 60% του δημόσιου χρέους της χώρας.

Ετσι το συνταξιοδοτικό είναι μία από τις αιτίες της οικονομικής κρίσης, αλλά και η οικονομική κρίση σήμερα απειλεί με τη σειρά της τη βιωσιμότητά του.

Οσο καθυστερούμε το κόστος της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης γίνεται ακόμη πιο μεγάλο και ουσιαστικά μεταφέρουμε το τεράστιο αυτό πρόβλημα στην επόμενη γενιά. Τελικά αυτή θα είναι η κληρονομιά μας;

Ισως κάποια στιγμή στο μέλλον, τα παιδιά μας να στήσουν και αυτά με τη σειρά τους ένα ειδικό δικαστήριο για να εξετάσουν κατά πόσον αυτό το χρέος είναι επαχθές και επονείδιστο, και τελικά να μας καταδικάσουν διότι γνωρίζαμε και δεν αντιδράσαμε όταν έπρεπε.

Για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα πρέπει πρώτα από όλα να παραδεχτούμε όλοι ότι έχουν γίνει λάθη και πρέπει σήμερα να τα διορθώσουμε.

Δεύτερον, πρέπει να προσδιορίσουμε το μέγεθος του προβλήματος και να το διατυπώσουμε σωστά.

Για παράδειγμα ποιο είναι το κρυφό χρέος του συνταξιοδοτικού συστήματος; Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των αναμενόμενων εισφορών και των αναμενόμενων παροχών σύμφωνα με την ισχύουσα σήμερα νομοθεσία;

Με βάση πρόσφατες προβολές αυτό εκτιμάται στα 760 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές ή 470 δισ. ευρώ σε σημερινές αξίες. Ποσό δηλαδή πολλαπλάσιο του εθνικού χρέους.

Τρίτον, να αναλάβουμε συλλογικά την ευθύνη για τις νέες επιλογές.

Η κατάσταση απαιτεί συναίνεση, συνεργασία, συνεννόηση και μία εθνική στρατηγική που δεν θα αλλάζει από τη μία κυβέρνηση στην άλλη και θα αντιμετωπίζει το πρόβλημα όχι μεμονωμένα και περιστασιακά αλλά συνολικά και μακροσκοπικά.

Και τέταρτον, να αξιοποιήσουμε τη διεθνή εμπειρία και να εγκαταλείψουμε τις θεωρίες και τις προσεγγίσεις που δημιούργησαν το πρόβλημα.

Η Ενωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (ΕΑΕΕ) είναι στη διάθεση της πολιτείας, έτσι ώστε να υπάρξει συστηματική συνεργασία μαζί με όλους τους κοινωνικούς εταίρους για τη διαμόρφωση ενός ευρύτερου συνταξιοδοτικού συστήματος. Η πρόταση της ΕΑΕΕ προβλέπει:

1ον Τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης αρχής ή ενός εθνικού συμβουλίου για το συνταξιοδοτικό σύστημα, το οποίο θα μελετά διαρκώς τις εξελίξεις, θα ενημερώνει τη Βουλή και τον ελληνικό λαό και τέλος θα εισηγείται τις απαραίτητες νομοθετικές ρυθμίσεις.

2ον Τη δημιουργία ενός συστήματος που θα αξιοποιεί τη διεθνή εμπειρία και θα στηρίζεται στους τρεις πυλώνες. Ενα σύστημα που έχει υιοθετηθεί με επιτυχία από πολλές χώρες και βασίζεται σε διαφορετικές πηγές συνταξιοδοτικού εισοδήματος (δημόσιος – ιδιωτικός τομέας) και διαφορετικούς τρόπους χρηματοδότησης (αναδιανεμητικό – κεφαλαιοποιητικό σύστημα). Στο πλαίσιο αυτό του συστήματος.

• Ο 1ος πυλώνας, θα είναι κρατικός, υποχρεωτικός και αναδιανεμητικός.

• Ο 2ος πυλώνας, ιδιωτικός, υποχρεωτικός και κεφαλαιοποιητικός, με ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης και

• Ο 3ος πυλώνας, ιδιωτικός, προαιρετικός και κεφαλαιοποιητικός, με κίνητρα σε ειδικά συνταξιοδοτικά ασφαλιστικά προγράμματα. Με δεδομένο ότι είναι δύσκολο στη σημερινή οικονομική κατάσταση να δώσεις φορολογικά κίνητρα, αυτά τα κίνητρα μπορεί να είναι αναβαλλόμενα, όταν δηλαδή θα λήγουν αυτά τα προγράμματα σε ηλικίες για παράδειγμα άνω των 65 ετών.

Σε ό,τι αφορά τον 2ο πυλώνα οι επαγγελματικές ασφαλίσεις παρότι είναι διαδεδομένες στην Ευρώπη, στη χώρα μας δεν έχουν αναπτυχθεί.

Ο ν. 3029/2002 που καθιέρωσε τον θεσμό της επαγγελματικής ασφάλισης στην Ελλάδα αντί να ρυθμίσει, κατά το κυρίαρχο ευρωπαϊκό μοντέλο, τη συμπληρωματική επαγγελματική ασφάλιση ως αυτοτελή πυλώνα σύνταξης με δυνατότητα συμμετοχής σε αυτόν φορέων, όπως οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, αναγνώρισε έναν μόνο φορέα παροχής επαγγελματικής σύνταξης, τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης, με διαδικασίες που απαιτούν κόστος και χρόνο, αποκλείοντας ουσιαστικά τις ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες με την τεχνογνωσία τους μπορούν να δώσουν ώθηση στον νέο θεσμό.

Η επιλογή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αποτυχία στην πράξη του θεσμού της επαγγελματικής ασφάλισης στη χώρα μας, γεγονός που αποτυπώνεται στον μικρό αριθμό συνταξιοδοτικών ΤΕΑ που έχουν συσταθεί.

Πρέπει λοιπόν να σταματήσουμε να επιμένουμε σε ένα αναχρονιστικό και καταδικασμένο από τη διεθνή πρακτική μοντέλο και να αφήσουμε τον υγιή ανταγωνισμό να λειτουργήσει αποτελεσματικά, επιτρέποντας στους ίδιους τους πολίτες να επιλέγουν κάθε φορά τον φορέα που προτιμούν ανάλογα με την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, τις χρεώσεις διαχείρισης, και τέλος τις αποδόσεις των επενδύσεων. Ο Αϊνστάιν όμως έλεγε ότι ηλιθιότητα είναι να συνεχίζεις να κάνεις με τον ίδιο τρόπο τα πράγματα κάθε μέρα και να περιμένεις κάτι να αλλάξει.

* Ο κ. Δημήτρης Μαζαράκης είναι πρόεδρος της Ενωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια