Άποψη: Μένουμε Ευρώπη

Άποψη: Μένουμε Ευρώπη


Υπό το πρίσμα των πολλαπλών υφιστάμενων μεταβλητών σε παγκόσμιο, περιφερειακό και εγχώριο επίπεδο, το μόνο πλαίσιο που προσφέρει σχετικές δικλίδες ασφαλείας και προοπτικές είναι αυτό της Ε.Ε.

Το διεθνές περιβάλλον αλλάζει σαφώς πλέον για πρώτη φορά μετά τις αρχές της δεκαετίας του ’90, οπότε έπαψαν να υπάρχουν οι σαφείς διαχωρισμοί ανάμεσα σε δύο διαφορετικά πολιτικά υποδείγματα και τους κόσμους που τα ενσάρκωναν. Ο κόσμος μας εισέρχεται σε μια περίοδο ανασφάλειας που δεν οφείλεται απλώς στην πολυ-πολικότητα αλλά και στην έλλειψη σαφών σταθερών. Οι επιχειρήσεις είναι αναγκασμένες να αντιληφθούν τις νέες προκλήσεις και να προσαρμοστούν ή να αδιαφορήσουν και να ξεπεραστούν, με αποτέλεσμα έναν βέβαιο θάνατο που συνεπάγεται η άγνοια των αρχών του επιχειρηματικού δαρβινισμού που από τη φύση τους τις διέπει.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν να αντιμετωπίσουν μια τριπλή απειλή που υφίσταται επιπρόσθετα των αλλαγών στο διεθνές περιβάλλον και αυτή έχει να κάνει με το περιφερειακό και το εγχώριο περιβάλλον.

Από πλευράς διεθνούς περιβάλλοντος οι τρεις μεγάλες αλλαγές έχουν να κάνουν με μια μείξη από πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες. Η επιλογή που επικράτησε κατά το βρετανικό δημοψήφισμα επηρεάζει άμεσα και καταλυτικά το μέλλον της Ε.Ε. και θα επηρεάσει με βεβαιότητα την αρχιτεκτονική της. Οικονομικά δε, την στερεί από ένα σημαντικό κράτος-μέλος με αξιόλογη, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, εσωτερική αγορά. Ως προς τα κονδύλια, η απώλεια των πόρων δεν είναι δυνατόν ακόμη να εκτιμηθεί, δεδομένης της μη ενεργοποίησης του σχετικού άρθρου αποχώρησης και της έναρξης των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές. Οι αμερικανικές εκλογές έφεραν παράλληλα νέα δεδομένα ακόμη και για την Ευρώπη. Η ρητορική και ακόμη περισσότερο οι πρακτικές της νέας αμερικανικής ηγεσίας ενδέχεται να επιφέρουν τεκτονικές αλλαγές στις σχέσεις της ακόμη και με τους πατροπαράδοτους συμμάχους της όπως η Ε.Ε. η οποία αποτελεί σημαντική εμπορική εταίρο. Το μέλλον έτσι της υπό διαπραγμάτευση Transatlantic Trade and Investment Partnership (ΤΤIP), η οποία ούτως ή άλλως έχει καθυστερήσει να ολοκληρωθεί, αφού η αρχική προσδοκία έφερε ως έτος ολοκλήρωσης το 2014 ενώ με βάση τις πρόσφατες εκτιμήσεις δεν θα ολοκληρωθεί πριν από το 2019, είναι πλέον απολύτως ασαφές. Αν δε εκτιμήσουμε ότι η νέα αμερικανική ηγεσία είναι αποφασισμένη να δράσει με άξονα λήψης αποφάσεων αμιγώς τοπικό, τότε θα πρέπει να αμφιβάλουμε σοβαρά για το κατά πόσον θα υπάρχει πρόθεση συνέχισης των διαπραγματεύσεων, κάτι που στερεί τις προοπτικές διεύρυνσης της ευρωπαϊκής αγοράς. Τέλος, ο χρηματοπιστωτικός τομέας εξακολουθεί να κοιτάζει προς Ανατολάς, αφού οι ρυθμοί ανάπτυξης στη Δύση δεν είναι αυτοί που αναμένει και οι επενδυτικές ευκαιρίες που αναζητεί δεν φαίνονται τόσο ελκυστικές. Συνολικά, το διεθνές περιβάλλον μάς προϊδεάζει για μια επιστροφή στο παρελθόν όπου υψώνονται τείχη προστατευτισμού και όπου οι προοπτικές δεν ομοιάζουν με αυτές που το δυτικό ημισφαίριο γνώρισε αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Σε περιφερειακό επίπεδο αναφύονται εδώ και καιρό σημαντικά ζητήματα ασφαλείας, τα οποία έχουν ήδη αντίκτυπο στο εγχώριο επιχειρείν όπως ο κλάδος του τουρισμού. Η Μέση Ανατολή θα εξακολουθεί να γεννά πολιτική αστάθεια, ένοπλες συγκρούσεις –διμερείς ή εμφύλιες– και προσφυγικές ροές. Η Τουρκία έχει εισέλθει σε αχαρτογράφητα νερά κυρίως λόγω της υπερβολικής πλέον συγκέντρωσης εξουσίας στην πολιτειακή κορυφή της και όχι εξαιτίας της γεωγραφικής γειτνίασής της με περιοχές που εξάγουν προβλήματα. Οι αλλαγές στις προτεραιότητες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και η έλλειψη προόδου στις διαπραγματεύσεις της με την Ε.Ε. καθιστούν επίσης τη μελλοντική της συμπεριφορά λιγότερο συστημική, κάτι το οποίο έχει σαφείς επιπτώσεις στις διμερείς σχέσεις της με την Ελλάδα. Επιπρόσθετα, στη βαλκανική ενδοχώρα που αποτελεί φυσική συνέχεια της εσωτερικής μας αγοράς, διαπιστώνεται ότι αναζητείται η αναβίωση εθνικιστικών φαντασιώσεων και υπάρχει εν γένει τέλμα στην προσπάθεια προσέγγισης με τον μέσο όρο των άλλων κρατών-μελών της Ε.Ε. στους βασικούς δείκτες ανάπτυξης.

Το εγχώριο περιβάλλον είναι σαφέστατα αντιαναπτυξιακό και μαστίζεται από διαφθορά και υπερφορολόγηση, ενώ η έλλειψη πολιτικής σταθερότητας χαρακτηριζόμενη από ουσιαστική πολιτική βούληση να συντελεστούν μεταρρυθμίσεις σε όλους τους μείζονες τομείς της δημόσιας ζωής (παιδεία, δημοσιονομικό, δικαιοσύνη, δημόσια διοίκηση, και δημογραφικό) αναστέλλει κάθε ελπίδα αισιοδοξίας που θα επιτρέψει στα πιο δυναμικά τμήματα της κοινωνίας να αναλάβουν ενέργειες ουσιαστικής ανάταξης.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις βρίσκονται συνεπώς εντός ενός ραγδαία δυναμικού περιβάλλοντος με παγκόσμιες, περιφερειακές και εγχώριες μεταβλητές, οι οποίες επηρεάζουν αντίστοιχα τη δραστηριότητά τους είτε σε επίπεδο συνθηκών λειτουργίας είτε σε επίπεδο αγορών και πελατών. Με δεδομένο ότι η Ε.Ε. αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ελλάδας και μάλιστα στο πλαίσιο μιας κοινής αγοράς, οι προϋποθέσεις ευστάθειας και περαιτέρω ανάπτυξης των ελληνικών επιχειρήσεων δεν μπορεί παρά να είναι οι ίδιες που θα επιτρέψουν στην Ε.Ε. να συνεχίζει απρόσκοπτα την πορεία οικονομικής ανάπτυξης που τη διακρίνει –αμείωτα μάλιστα– από την ίδρυσή της. Με εξαίρεση τη ναυτιλία, η Ελλάδα διαθέτει λίγες μεγάλες επιχειρήσεις που δρουν ευθέως ανταγωνιστικά απέναντι σε αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Ο πρωτογενής τομέας –για τον τρόπο διάρθρωσης και λειτουργίας του οποίου δεν έχει γίνει καμία σοβαρή αποτίμηση τα τελευταία 35 έτη στη χώρα μας– είναι σαφώς εσωστρεφής και όχι προσανατολισμένος σε αγαθά προστιθέμενης αξίας, κάτι που θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί λόγω εδάφους, κλίματος και ιστορίας, ενώ αποδεικνύεται και εξόχως ελλειμματικός στο να καλύψει τη ζήτηση ακόμη και σε βασικά διατροφικά προϊόντα (π.χ. κρέας και όσπρια). Ακόμη, αρκετές μεγάλες επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται λόγω της φύσης των προϊόντων τους τοπικές ή με μικρή σχετικά εξαγωγική εμβέλεια (π.χ. χάλυβας και τσιμέντα). Συνεπώς, η δραστηριότητα των ελληνικών επιχειρήσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι συμπληρωματική και όχι απειλητική για τα εμπορικά συμφέροντα των εταίρων μας.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν χρειάζονται άμεση προστασία σε έναν κόσμο που αλλάζει κατά τα παλιά πρότυπα, καίτοι ορισμένοι κλάδοι της όπως η κλωστοϋφαντουργία έχουν δεχθεί σοβαρά πλήγματα μετά την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001. Χρειάζονται όμως το σταθερό εκείνο πλαίσιο που θα τους επιτρέψει να κάνουν αυτό που πρέπει εφόσον θέλουν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, ακόμη και σε τομείς που δεν αφορούν άμεσα την τεχνολογία αλλά επηρεάζονται από αυτήν. Υπό το πρίσμα των πολλαπλών υφιστάμενων μεταβλητών σε παγκόσμιο, περιφερειακό και εγχώριο επίπεδο, το μόνο πλαίσιο που προσφέρει σχετικές δικλίδες ασφαλείας και προοπτικές είναι αυτό της Ε.Ε. Μένουμε Ευρώπη λοιπόν!..

* Ο κ. Π. Λώλος είναι ανώτερο στέλεχος επιχειρήσεων και οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι προσωπικές.

Πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια

σχόλια